Εκδηλώσεις στο Ηράκλειο απο την παροικία των Αρμενίων παρουσία του καθολικού Πατριάρχη για την συμπλήρωση 350 χρόνων της ίδρυσης του πρώτου Αρμενικου Ναού.


Ιστορική επίσκεψη στο Ηράκλειο θα πραγματοποιήσει ο Καθολικος Πατριάρχης Απάντων των Αρμενίων Καρεκίν ΙΙ από 4 έως 7 Μαΐου προκειμένου να παρευρεθεί στις λαμπρές εκδηλώσεις που διοργανώνει η παροικία του Ηρακλείου σε συνεργασία με την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης και την Περιφέρεια Κρήτης με αφορμή την συμπλήρωση 350 χρόνων από την ίδρυση της Αρμένικης εκκλησίας «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος» στην περιοχή Καμαράκι που θεωρείται η αρχαιότερη εκκλησία που σώζεται στην Ευρώπη. Η άφιξη του προκαθημένου της Αποστολικής Εκκλησίας της Αρμενίας, αναμένεται στις 4 Μαΐου στο αεροδρόμιο «Νίκος Καζαντζάκης» όπου θα τον υποδεχτούν ο υφυπουργός Εξωτερικών Μάρκος Μπόλαρης, ο αρχιεπίσκοπος Κρήτης κ.κ. Ειρηναίος, ο Περιφερειάρχης Κρήτης Σταύρος Αρναουτάκης, κ.α. Στις 19:00 η αρμένικη παροικία διοργανώνει εκδήλωση στην αίθουσα του κινηματογράφου «Αστόρια» όπου μετά από σύντομες ομιλίες των εκπροσώπων της ελληνικής και αρμενικής πλευράς, η αρμένικη ομάδα χορού HAYASA θα παρουσιάσει παραδοσιακούς χορούς της Αρμενίας.

Την Κυριακή 5 Μαΐου στις 11:00 θα πραγματοποιηθεί θεία λειτουργία χοροστατούντος του πατριάρχη Απάντων των Αρμενίων. Στη διάρκεια της λειτουργίας θα εκτεθούν σε προσκύνημα τα λείψανα του Αγίου Ιωάννη του προδρόμου. Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία η πρώτη εγκατάσταση Αρμενίων στην Κρήτη χρονολογείται στους βυζαντινούς χρόνους, το 961μ.χ. όταν ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς έρχεται στο νησί για να το απελευθερώσει από τους Σαρακηνούς Άραβες. Στον στρατό του υπηρετεί μεγάλος αριθμός Αρμενίων στρατιωτών, οι οποίοι μετά την ανάκτηση, εγκαθίστανται στην Κρήτη με τις οικογένειες τους ή συνάπτουν γάμους με ντόπιες γυναίκες. Δημιουργούνται έτσι οικισμοί και τοπωνύμια, που η ονομασία τους παραπέμπει στην καταγωγή των στρατιωτών: οι Αρμένοι Χανίων, Ρεθύμνου, Σητείας, το Αρμενοχωριό, η Αρμενόπετρα κ.α. Την ύπαρξη Αρμένιων στην  περιοχή των Χανίων μαρτυρούν τέσσερις επιτύμβιες πλάκες με Αρμένικες επιγραφές οι οποίες κάλυπταν ισάριθμους τάφους στην είσοδο του μικρού ναού του ευαγγελιστή Λουκά του νεκροταφείου Χανίων. Οι πλάκες αυτές υπέστησαν μεγάλες φθορές από τους εισερχόμενους στον ναό πιστούς. Με τη ανακαίνιση του ναού αφαιρέθηκαν και με παρέμβαση της αρχαιολογικής υπηρεσίας, βρίσκονται σήμερα στο αρχαιολογικό μουσείο Χανίων αρχειοθετημένα. Και οι τέσσερις φέρουν την απαραίτητη φράση, αυτός είναι τάφος ανάπαυσης.

Από τότε και στο εξής, σημειώθηκαν διάφορες μετακινήσεις Αρμενίων, σε ομάδες λιγότερο ή περισσότερο πολυπληθείς, που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία του τόπου, είτε επειδή ενδυνάμωσαν το χριστιανικό στοιχείο του νησιού, είτε επειδή συνέβαλλαν, σε μεγάλο βαθμό, στην οικονομία. Την περίοδο της Ενετοκρατίας (1211- 1669μ.χ.), έγγραφα της Ενετικής Γερουσίας βεβαιώνουν ότι Αρμένιοι της Μαύρης Θάλασσας και γενικότερα της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, δεχόμενοι πιέσεις κυρίως από Τούρκους και Μογγόλους, ζήτησαν άδεια από την ενετική Γερουσία για να εγκατασταθούν στο νησί. Η εγκατάσταση τους αμέσως μετά το 1363 στην Κάντια, γύρω από τον Άγιο Γεώργιο τον Δωρυανό, οδήγησε στην ονομασία «συνοικία των Αρμενίων». Το 1414 η Ενετική Γερουσία αποφασίζει εκ νέου και ζητά από τη διοίκηση της Κρήτης να υποδεχθεί και να οργανώσει την άφιξη 80 οικογενειών Αρμενίων από την Τραπεζούντα. Η στρατηγική θέση της Κρήτης στη Μεσόγειο σε συνδυασμό με την παρακμή της Γαληνότατης  Δημοκρατίας της Βενετίας, οδήγησε τους Οθωμανούς σε μια σειρά επιχειρήσεων για την κατάκτηση του νησιού, με αποκορύφωμα την πολιορκία του Χάνδακα, τη μεγαλύτερη σε διάρκεια πολιορκία στην παγκόσμια ιστορία!

Η πόλη έπεσε ύστερα από προδοσία και συνθηκολόγησε με τον Κιοπρουλί Φασίλ Αχμέτ, στις 4 Οκτωβρίου 1669. Οι Αρμένιοι που είχε φέρει μαζί του ο πασάς ως υπονομοποιούς, εργάστηκαν μετά την κατάκτηση ως κτίστες για την επιδιόρθωση και μετατροπή πολλών κτιρίων σε τεμένη, χαμάμ, τεκέδες και στρατόπεδα. Παράλληλα όμως εκπροσώπησαν το χριστιανικό στοιχείο στην πόλη του Χάνδακα, μέχρι την εγκατάσταση του έλληνα μητροπολίτη Νεόφυτου Πατελάρου.
Ο ναός αμέσως μετά την παράδοση του Χάνδακα, ο Άμπρο ένας Αρμένιος μεγαλέμπορος και Οθωμανός υπήκοος, αγοράζει τον ναό του Αγίου Γεωργίου του Δωρυανού και τον προσφέρει στους Αρμενίους της πόλης. Ο ναός αφιερώθηκε στον Ιωάννη Βαπτιστή. Έκτοτε και μέχρι σήμερα η εκκλησία είναι αρμενική και εξακολουθεί να τιμά τον ίδιο Άγιο. Είναι επίσης μία από τις τρεις εκκλησίες που αφέθηκαν κατά την Τουρκοκρατία στους χριστιανούς της πόλης για την τέλεση των λειτουργιών τους. Ο ναός είναι μικρών διαστάσεων, τρίκλιτος και υπέστη αλλαγές στο πέρασμα των χρόνων. Από την αρχική μορφή σώζεται μόνο η νότια είσοδος ενώ το 1981, κτίστηκε ένα κωδωνοστάσιο αρμενικού τύπου, δυτικά του ξύλινου. Στο εσωτερικό του, σήμερα δεν υπάρχουν εμφανείς τοιχογραφίες διακόσμηση περιορίζεται στο ξύλινο τέμπλο των πλάγιων ιερών, σε φορητές εικόνες και σε εντοίχια ανάγλυφα. Στον περίβολο της εκκλησίας εκτίθενται τριάντα περίπου επιτύμβιες στήλες που χρονολογούνται από το 1669 έως το 1854. Είναι λίθινες και φέρουν διακόσμηση και επιγραφή στα αρμενικά, ενίοτε στα ελληνικά και τουρκικά. Μνημονεύουν ονόματα κληρικών, ιεροψαλτών και κοσμικών, από οικογένειες που συμμετείχαν πιθανώς στο ενοριακό συμβούλιο και ετάφησαν εκεί κατά την Τουρκοκρατία. Στη βορειοδυτική γωνία του ναού υπάρχει ένα σεμνό εντοιχισμένο μνημείο αφιερωμένο στα θύματα της γενοκτονίας του 1915. Εδώ τελείται ανελλιπώς από το 1978, στις 24 Απριλίου, ετήσιο μνημόσυνο στη μνήμη των θυμάτων. Στην αρχή του 20ου αιώνα βρίσκουμε στο Ηράκλειο μερικές αρμένικες οικογένειες που ασχολούνται με το εμπόριο καφέ και υφασμάτων.

Η πόλη ελκύει τους περισσότερους Αρμένιους του νησιού εξαιτίας αφενός της ανερχόμενης οικονομίας της και αφετέρου λόγω της ύπαρξης αρμενικού ναού.
Το 1922, μετά την Μικρασιατική καταστροφή, ένα νέο κύμα 2000 Αρμενίων, έρχεται στο νησί. Εγκαθίσταται στα Χανιά, στο Ρέθυμνο, στη Σητεία και στο Ηράκλειο. Στην πόλη μας σχηματίζεται ενοριακό συμβούλιο, οργανώνεται βοήθεια προς τους ομοεθνείς πρόσφυγες, ιδρύεται αθλητική ένωση και στεγάζεται σχολείο στον αύλειο χώρο της εκκλησίας, δωρεά Αγκόπ Μικαλιάν, πλούσιου εμπόρου από τη Σμύρνη που δραστηριοποιείται στην πόλη μας. Εδώ λειτούργησε μέχρι τον Παγκόσμιο Πόλεμο νηπιαγωγείο και δημοτικό σχολείο, με δύο Αρμένισες δασκάλες και μία Ελληνίδα. Οι 200 περίπου μαθητές που φοίτησαν στο σχολείο μάθαιναν παράλληλα την ελληνική και την αρμενική γλώσσα. Ωστόσο ο επαναπατρισμός των Αρμενίων στη Σοβιετική Αρμενία το 1947 και η γενικότερη μετανάστευση προς Ευρώπη και την Αμερική τις επόμενες δεκαετίες θα δράσουν καταλυτικά στη μείωση του πληθυσμού των Αρμενίων της πόλης. Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, αν και η κοινότητα έχει πλέον συρρικνωθεί, είναι ωστόσο πολύ ζωντανή και δραστήρια οικονομικά. Νέα άφιξη αρμενίων σημειώνεται με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, το 1991. Από αυτούς, πολλοί παρέμειναν στο νησί ενώ άλλοι επέστρεψαν στην Αρμενία ή μετακινήθηκαν προς άλλες περιοχές της Ελλάδας ή της Δύσης. Οι συνεχείς αυτές μετακινήσεις αρμενίων προς την Κρήτη τους τελευταίους δέκα αιώνες, αν και έγιναν για ποικίλους λόγους, πρόσφεραν στους Αρμενίους μια φιλόξενη γη, μια νέα πατρίδα.

Σήμερα οι Αρμένιοι του Ηρακλείου έχουν ελληνική παιδεία αλλά διατηρούν και καλλιεργούν την αρμενικότητα τους χάρη στην ιστορική μνήμη και την εκκλησία τους.


Πηγή: pancreta.gr