Photo: John D. Carnessiotis

Γιώργος Σταυρακάκης. Μουσικός, τραγουδοποιός, ποιητής και δημιουργός ονείρων μέσα από τις ξύλινες κατασκευές του.

Ένα πνεύμα ατίθασο και περίεργο που πάντα αναζητά κάτι καινούργιο και κάτι παλιό μέσα στο τώρα που πολύ σοφά αναζητά.

Ταξιδευτής μέσα από τις νότες, τις λέξεις αλλά και την ίδια την φύση που μαθαίνει να την ακούει και προσπαθεί να την αποκρυπτογραφήσει.

Αγαπάει φοβάται μα πάντα έχει ένα κοινό σημείο στο οποίο βλέπει και όλα τον οδηγούν εκεί . Η θάλασσα τον μεγάλωσε, την φοβάται όμως την λατρεύει και ασκεί επάνω του μια ιδιαίτερη μαγεία.

Έρχεται στην Κρήτη για να μας χαρίσει για ακόμα μια φορά μερικές δικές του μουσικές στιγμές .

Στις 26 Μαΐου θα βρίσκεται στην μουσική σκηνή Ταδε Έφη Ιωάννη Αθητάκη 30 στον δρόμο για τα ΤΕΙ

Photo: John D. Carnessiotis

Αφορμή γι’ αυτή την συνέντευξη είναι η εμφάνισή σου στο Ηράκλειο. Τι θα μας αφηγηθείς μουσικά;

Τραγούδια από την δισκογραφία μου και πολλά άλλα που αγαπώ και που θα ήθελα να τα είχα γράψει εγώ. …Πρέπει να έχουμε και κάτι να θαυμάζουμε και να ζηλεύουμε.

Μουσικό ταξίδι. Τι είναι για σένα άραγε ένα μουσικό ταξίδι; Πού μπορεί να σε οδηγήσει; Σε τι κόσμους μπορεί να σε φτάσει;

Ένας τρόπος να ταξιδεύεις, σίγουρα είναι η μουσική, αλλά νομίζω ταξίδι είναι η κάθε δημιουργική δραστηριότητα και μάλιστα με προορισμό τον δικό σου αδιαπραγμάτευτο τόπο. Κομμάτι κομμάτι χτίζεις τις δικές σου γειτονιές, τις δικές σου πόλεις, τα δικά σου λιμάνια. Ένας δημιουργός θα έλεγα ότι ζει δύο παράλληλες ζωές και αυτό είναι που τον σώζει. Το γεγονός ότι μέσα στο ιδιότυπο οκτάωρο εργασίας του ζει μια άλλη διάσταση, έναν άλλο κόσμο.

Η έμπνευση για σένα τι είναι; Ανήκει στον καλλιτέχνη; Ανήκει στις ιδέες; Πού βρίσκεται; Πού κατοικεί;

Νομίζω κατοικεί στην ενόραση και την παρατηρητικότητα. Υπάρχουν βέβαια ιδέες, αλλά αυτές ακουμπάνε στα καθημερινά, για πολλούς ασήμαντα πράγματα, στα οποία αν σταθείς με μια διεισδυτική ματιά θα δεις έναν άλλο παράλληλο κόσμο τον οποίο μέσα από την τέχνη σου μπορείς να φωτίσεις και να αναδείξεις.

Και εδώ θα ήθελα να μας πεις και για ένα άλλο κομμάτι της ευρείας καλλιτεχνικής σου δραστηριότητας, για την ποίηση. Είσαι ένας τραγουδοποιός ο οποίος έχει μια πολύ σημαντική και ποιοτική πορεία μέσα στο μουσικό στερέωμα, ποίηση και μουσική, είναι για σένα δύο αναπόσπαστα κομμάτια της πορείας σου μέσα στην τέχνη; Η ποίηση για σένα είναι ένας άλλος τρόπος έκφρασης ή έρχεται και ενώνεται με την μουσική και δημιουργεί ένα ενιαίο σύνολο;

Μιλάμε για δύο διαφορετικά πράγματα, με διαφορετική αφετηρία και προσέγγιση. Η ποίηση είναι ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο από την μουσική, το οποίο ο αναγνώστης καλείται να διερευνήσει ενδελεχώς και ενδεχομένως με πολλαπλές αναγνώσεις και άλλη διάθεση. Είναι ένα παιχνίδι χωρίς όρους και χωρίς άμεση επικοινωνία. Το τραγούδι και η μουσική είναι μια άλλη υπόθεση, γιατί σε έναν μεγάλο βαθμό εσύ ο ίδιος ως δημιουργός αποδέχεσαι μια αόρατη μεσολάβηση και μιλάω για την δυνατότητα να παίζεις τα τραγούδια σου ζωντανά και να έρχεσαι σε άμεση επικοινωνία με το ακροατήριό σου. Αν με ρωτάτε για το κοινό σημείο που μπορεί να έχουν αυτές οι δύο ιδιότητες, τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση θα έλεγα ότι είναι δύο διαφορετικοί τρόποι έκφρασης, δύο διαφορετικές διαδρομές, που ωστόσο οδηγούν στο ίδιο σημείο. Είναι αυτό το άδειασμα που νοιώθεις στο τέλος μιας μεγάλης εκδρομής.

Photo: John D. Carnessiotis

Θέλω να μου μιλήσεις για τη σχέση σου με τη θάλασσα και τα δώρα της. Τι μπορεί άραγε να κρύβει; Πόσα μυστικά σού έχει αποκαλύψει;

Με τη θάλασσα υπάρχει θα έλεγα μια πολύ περίεργη σχέση. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην ποδιά της. Την φοβόμουν πολύ παιδάκι, άλλωστε είχα και μία εμπειρία κακή όταν ήμουν πολύ μικρός, λίγο έλειψε να πνιγώ! Έκτοτε, δεν ξαναμπήκα για να κολυμπήσω. Όμως είναι αυτό που αναζητώ πάντα. Όπου κι αν ταξίδεψα, όπου κι αν πήγα, την είχα πάντα στο μυαλό μου. Μου έλειπε η κίνηση, τα χρώματα, το βουητό των κυμάτων, η μυρωδιά, η γαλήνη και η αγριάδα της. Νομίζω έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που ντύνουν το ταξίδι, το αέναο ταξίδι που υπάρχει μέσα μας και που σε κανένα άλλο στοιχείο της φύσης δεν το νοιώθεις τόσο έντονα.

Όπως διάβασα στη σελίδα σου στο fb, μια επίσκεψη στο ηφαίστειο των Μεθάνων και κάποια ξύλα που βρήκες εκεί πεταμένα και τα μάζεψες, ήταν η αιτία που σε έκανε δέκα χρόνια αργότερα, να αρχίσεις να δημιουργείς τη σειρά με τα καράβια σου. Ανακάτεψες όλη την αποθήκη του σπιτιού σου. Τα βρήκες κάπου ξεχασμένα και μετά τους έδωσες μια καινούργια ζωή. Μια νέα ταυτότητα, έναν χαρακτήρα και ένα όνομα. Τι σε έκανε να επιλέξεις αυτά τα δύο πρώτα ξύλα και μετά να δημιουργήσεις μια ολόκληρη σειρά από καράβια; Ποια μαγεία αισθάνθηκες μέσα σε αυτά και ήθελες να την αποκαλύψεις;

Νομίζω το δέλεαρ ήταν ότι τα δύο αυτά ξυλαράκια ήταν από ντόγιες παλιού ξύλινου βαρελιού και είχαν ήδη το σχήμα καραβιού, γιατί ήταν μάλλον η πρώτη και η τελευταία από τον πάτο ή από το καπάκι του. Μου πέρασε λοιπόν η ιδέα από το μυαλό ότι θα μπορούσαν να γίνουν καραβάκια για την διακόσμηση του σπιτιού μου και τίποτα παραπάνω. Δεν βρήκα χρόνο όμως να ασχοληθώ, άλλωστε είχα έναν δίσκο τότε στα σκαριά και κάποια συλλογή ποιημάτων, κι έτσι τα ξύλα ξεχάστηκαν σε κάποιο παλιό σακίδιο. Έμειναν εκεί για δέκα ακριβώς χρόνια. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε και τα αναζήτησα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως γιατί είχα αλλάξει σπίτι και είχα την άνεση του χώρου για να τα δουλέψω. Ήμουν και πιο κοντά στη φύση. Νομίζω ότι αυτές οι δύο αλλαγές έφεραν και τα δύο πρώτα καραβάκια. Τοποθετήθηκαν σε μια περίοπτη θέση του σαλονιού και τα καμάρωνα κι εγώ κι οι φίλοι μου. Αυτό ήταν! Άρχισαν οι προτροπές για να φτιάξω κι άλλα. Μπήκα σε μια διαδικασία που δεν φανταζόμουν. Τα καραβάκια πλήθαιναν μαζί με τις παραινέσεις των φίλων για κάποια έκθεση. Εγώ με τη σειρά μου, που δεν είμαι εικαστικός αλλά όπως ξέρετε γράφω τραγούδια και ποιήματα, είχα τις αμφιβολίες μου και ως εκ τούτου τις αντιρρήσεις μου. Όμως τελικά ενέδωσα. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Η πρώτη μου έκθεση στο Polis Art Cafe, στο κέντρο της Αθήνας, πήρε τρεις παρατάσεις και κάποια στιγμή επέστρεψε στο σπίτι αποδεκατισμένη. Τώρα ξεκινάει ένα άλλο ταξίδι στη Δημοτική Πινακοθήκη Μυκόνου. Βλέπετε, μπήκα σε περιπέτειες και έχω αφήσει πίσω μου άλλα επίσης σημαντικά πράγματα, που είχα προγραμματίσει. Να δω πώς θα τα καταφέρω…

Θέλω τώρα να επιστρέψω στη μουσική και να σε ρωτήσω, αν οι νότες έχουν μέσα τους την δική τους ιστορία και αν τις αφήνεις να μιλήσουν μόνες τους, να σου αφηγηθούν τον δικό τους σκοπό, όπως έκανες με εκείνα τα ξύλα που βρήκες τότε στα Μέθανα.

Οι νότες από μόνες τους είναι τίποτα. Απλοί φθόγγοι. Πρέπει να κατοικήσουν σε γειτονιές, για να αναπνεύσουν και να υπάρξουν. Μόνες τους δεν ζουν. Εδώ θα ‘θελα να πω ότι υπάρχει ένα κοινό σημείο με την ποίηση. Οι λέξεις από μόνες τους δεν αναπνέουν. Έχουν ανάγκη τις άλλες για να ζήσουν. Πρέπει να τους χτίσεις γειτονιές. Να έχουν ανάγκη η μία την άλλη, να ζουν και να ονειρεύονται παρέα, όπως και οι κοινωνίες.

Ένας δημιουργός, πάντα είναι ανήσυχος μια ζωή, αισθάνεται πως πάντα υπάρχει και κάτι παραπέρα από εκεί που έχει φτάσει, πιστεύεις ότι υπάρχει κάποιο τέλος σε αυτή την αναζήτηση;

Μόνο ένας φυσικός θάνατος μπορεί να δώσει τέλος σ’ αυτή την ιστορία. Και λέω φυσικός, γιατί υπάρχουν ιδιότυποι καθημερινοί θάνατοι που για κάποιους λόγους ανακόπτουν για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα αυτή την αναζήτηση. Πράγμα βέβαια που συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους. Ξέρετε, καμιά φορά οι άνθρωποι που δημιουργούν νοιώθουν την ανάγκη να μείνουν ξεροί, ακίνητοι και να παρατηρούν τη ζωή τους όπως αυτή περνάει σαν φιλμ από μπροστά τους. Να τρέχουν όλα γύρω τους με ιλιγγιώδη ταχύτητα κι αυτοί να παραμένουν καρφωμένοι στο ίδιο frame.

Αν γυρνούσες πίσω στην αρχή της καριέρας σου και έκανες μια ανασκόπηση στα όσα σημαντικά έχεις κάνει, με τα λάθη και τα σωστά τους, θα ήθελες να αλλάξεις κάτι; Να πάρεις μια άλλη απόφαση ίσως, να κάνεις μια επιλογή διαφορετική;

Δεν νομίζω ότι θα έκανα διαφορετικά πράγματα. Τα ίδια θα έκανα, εκατό φορές να ζούσα. Ενδεχομένως κάποια λάθη στην πορεία αν μπορούσα θα τα διόρθωνα, αλλά τελικά νομίζω ότι και αυτά τα λάθη είναι απαραίτητο συστατικό της ζωής μας. Είναι απ’ τα οικοδομικά υλικά που ενισχύουν τα θεμέλια και την τοιχοποιία που μας στεγάζει.

Όταν κάνεις σχέδια βλέπεις μπροστά στο μέλλον ή δεν σε ενδιαφέρει τόσο αυτό και προσπαθείς να ζήσεις τη στιγμή;

Δεν συνηθίζω να κάνω σχέδια. Εντάξει, σίγουρα προγραμματίζω κάποια πράγματα, αλλά κι αυτά στο κοντινό μέλλον. Από ‘κει και πέρα προσπαθώ όσο μπορώ να ζω το σήμερα, ξεζουμίζοντας όλες τις όμορφες στιγμές, όπως άλλωστε πιστεύω ότι κάνουν οι πιο πολύ άνθρωποι. Είναι μαρτυρικό να μην χαίρεσαι, να μην εξαντλείς πράγματα τοποθετώντας τα στο αύριο και επενδύοντας στο μέλλον. Αν κοιτάξεις πίσω σου θα δεις ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να την τοποθετείς όλο και πιο μακριά.

Συνέντευξη στον Γιάννη Ζωγραφάκη για το pancreta.gr

Φωτογραφίες: John D. Carnessiotis


Πηγή: pancreta