Αλεξάντρ Βαμπίλοβ (1937 -1972) Δραματουργία που συνομιλεί με τη ρωσική λογοτεχνία
Ο Αλεξάντρ Βαμπίλοβ γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σιβηρία, κοντά στη λίμνη Βαϊκάλη. Έζησε στη” βαθιά επαρχία”, όπως την ονομάζουν οι Ρώσοι, σε περιοχές αραιοκατοικημένες όπου βρίσκονται απομονωμένα χωριά και μικρές επαρχιακές πόλεις, περιτριγυρισμένες από την ταϊγκά, το πυκνό, απροσπέλαστο δάσος της Σιβηρίας.
Τη δεκαετία του 1970, προερχόμενος από την”βαθιά “σιβηρική επαρχία, με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να γίνει δεκτός στους κύκλους της διανόησης της πρωτεύουσας.
Ο κόσμος των δικών του έργων ήταν πολύ διαφορετικός από τον κόσμο και τους ήρωες της σύγχρονής του δραματουργίας. Τα πρόσωπα των θεατρικών του έργων είναι άνθρωποι που ενώ ζουν συνηθισμένες ζωές στην επαρχία,σε περιοχές απομονωμένες, αντιμετωπίζουν τα αιώνια ηθικά διλήμματα. Ο λιτός, ανεπιτήδευτος λόγος του, το γλυκόπικρο χιούμορ του και η απλή πλοκή στα θεατρικά του έργα, που όμως κρύβουν βαθιά συναισθήματα και σκέψεις, είναι μια συνομιλία με το δραματικό έργο του Τσέχοβ. Στα θεατρικά του έργα σε πρώτο επίπεδο δεν συντελείται κάτι σημαντικό και μεγαλειώδες, εντούτοις στους θεατές φτάνουν τα συναισθήματα και τα λόγια που δεν λέχθηκαν ποτέ. Είναι τα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα και τα ηθικά διλήμματα που αντιμετωπίζουν όλοι οι άνθρωποι.
Βαθιά σύνδεση με τη λογοτεχνία της χώρας του διαπιστώνεται και στο θεατρικό του έργο “Ανέκδοτα από την επαρχία”, το οποίο αρχίζει με έναν απευθείας διάλογο με τον Νικολάι Γκόγκολ μέσω ενός αποσπάσματος από το διήγημά “Μύτη”: ” Ό,τι και να λένε, τέτοια περιστατικά συμβαίνουν στον κόσμο, σπάνια μεν αλλά συμβαίνουν”. Τα ανέκδοτα από την επαρχία ” είναι μια τραγικοκωμική ιστορία που παραπέμπει στον “Επιθεωρητή”,του Νικολάι Γκόγκολ. Στο ξενοδοχείο “Ταϊγκά “ένας από τους επισκέπτες λόγω της ακατανόητης ονομασίας του επαγγέλματός του, θεωρείται υψηλά ιστάμενο πρόσωπο. Ο διαχειριστής του ξενοδοχείου τρομάζει μπροστά στη θέση ισχύος, που νομίζει ότι έχει ο επισκέπτης. Ο τρόμος και ο πανικός του προκαλούν μεν αστείες καταστάσεις αλλά τον οδηγούν και σε έναν απολογισμό της μέχρι τότε ζωής του. Το γέλιο του συγγραφέα είναι γεμάτο θλίψη και συμπόνια για τον ανθρωπάκο αυτόν καθώς η κωμωδία συνορεύει με την τραγωδία.
Τη δεκαετία του 70, οι ήρωες του Αλεξάντρ Βαμπίλοβ έφεραν στη θεατρική σκηνή της Σοβιετικής Ένωσης τον άνθρωπο που βιώνει έντονα την αντίθεση ανάμεσα στις σκέψεις και τον εαυτό του και στον κόσμο που τον περιβάλλει.
Ο Αλεξάντρ Βαμπίλοβ έζησε πολύ σύντομη ζωή, καθώς έφυγε από τη ζωή απροσδόκητα με τραγικό τρόπο, μόλις στα 35 του χρόνια χωρίς να προλάβει να δει την τεράστια επιτυχία που είχαν και συνεχίζουν να έχουν τα έργα του.
Στο θεατρικό του έργο “Πέρσι το καλοκαίρι στο Τσουλίμσκ” ή “Βαλεντίνα” όπως ήταν η αρχική του ονομασία, από το όνομα της κεντρικής ηρωίδας, μιας νεαρής κοπέλας που ζει στην επαρχία. Η Βαλεντίνα ζει μαζί με τον πατέρα της σε ένα μικρό, απόμερο χωριό, δίπλα στην ταϊγκά. Ζώντας ανάμεσα σε ανθρώπους απογοητευμένους, που προδίδουν ο ένας τον άλλον, αλλά κυρίως τον εαυτό τους, το νεαρό κορίτσι ερωτεύεται, ονειρεύεται και ελπίζει.
Σύμβολο ελπίδας και κεντρικό σημείο στη σκηνή είναι η περίφραξη του κήπου. Όλοι χαλάνε ένα μέρος της περίφραξης για να περάσουν μέσα από τον κήπο, τσαλαπατώντας τα λουλούδια. Η Βαλεντίνα υπομονετικά διορθώνει κάθε φορά τη χαλασμένη περίφραξη, ακόμα και στο τέλος που, όπως αφήνει να νοηθεί ο συγγραφέας, είναι βιασμένη και κακοποιημένη. Λίγο πριν πέσει η αυλαία,η Βαλεντίνα καρφώνει το σπασμένο ξύλο της περίφραξης και καθώς σηκώνει το θλιμμένο βλέμμα της προς τους θεατές, αυτοί νιώθουν ότι όσο απάνθρωπος κι αν είναι ο κόσμος υπάρχει ακόμα ελπίδα.
Στα θεατρικά έργα του Αλεξάντρ Βαμπίλοβ η ρωσική λογοτεχνία κυλά σαν υπόγειο ρεύμα κάτω από τα λόγια, τις σκέψεις και τις πράξεις των σύγχρονών του ανθρώπων, σαν μια αέναη συνομιλία για το νόημα της ζωής , που γίνεται μπροστά στον ηθικό καθρέφτη.

