Μανόλης Χατζηπαναγιώτου: «Οι άνθρωποι με σάρκα και οστά φέρουν ιδεολογίες, ακόμη κι αν δεν το ξέρουν»
Ο Μανόλης Χατζηπαναγιώτου γεννήθηκε το 1968 στις Σέρρες και σήμερα ζει και εργάζεται στα Χανιά. Σπούδασε Παιδαγωγικά, Ιστορία και Ειδική Αγωγή. Εργάζεται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δάσκαλος. Γράφει κείμενα μικρής φόρμας, κυρίως διηγήματα, καθώς και παραμύθια, παιδικά-εφηβικά, θεατρικούς μονολόγους, παρωδίες κ.ά. Κείμενά του έχουν βραβευτεί σε λογοτεχνικού διαγωνισμούς.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του Τεφτέρια, από τις εκδόσεις Θεμέλιο (βλ. Εποχή, 5/10/2025).

Όπως αναφέρεται στο σημείωμά σας, έχετε συγγράψει δεκάδες διηγήματα. Πώς έγινε η επιλογή των δώδεκα που περιλήφθηκαν στα Τεφτέρια;
Δύσκολη η επιλογή. Συνεργαστήκαμε με την εκδότρια, τη Δέσποινα Μαλικιώση, και τους ανθρώπους του Θεμέλιου. Θέλαμε η συλλογή να αποτυπώνει τα χαρακτηριστικά της γραφής του συγγραφέα και ταυτόχρονα να προβάλλει την ποικιλία των αφηγηματικών τρόπων και των προτιμήσεών του. Στο ψηφιακό συρτάρι έμειναν πολλά «παραπονούμενα» διηγήματα, αλλά προτιμήσαμε το ολιγοσέλιδο και συνεκτικό βιβλίο.
Η διακειμενικότητα, που αλληγορικά εμφανίζεται στο διήγημα «Σταγόνες», είναι βασική συνθήκη στη λογοτεχνία κατά τη γνώμη σας;
Η έμπνευση δεν αποτελεί (σε μένα τουλάχιστον) μια μεταφυσική παρθενογένεση. Άλλοι αξιότεροι πριν από μας έχουν δημιουργήσει πράγματα που μας καθόρισαν. Η πολιτιστική μας συγκρότηση οφείλεται σε χιλιάδες βιβλία που διαβάσαμε, τραγούδια που ακούσαμε, πίνακες που θαυμάσαμε κ.τ.λ. Οφείλω σε πολλούς και πολλές και μου αρέσει η οφειλή αυτή να είναι ομολογημένη μέσα από τα κείμενά μου. Ελπίζω να μη μου ζητηθούν… πνευματικά δικαιώματα.
Η λέξη τεφτέρια έχει την έννοια της απο/κατα-γραφής μα και της πίστωσης. Οι ήρωές σας κουβαλούν κάποιο ηθικό χρέος;
Ναι, σχεδόν όλοι οι ήρωές μου χρωστάνε. Δεν αποτελούσε εμπρόθετη επιδίωξη, αλλά τελικά πολλοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με πολλές οφειλές. Μάλλον οι κακόμοιροι ήρωές μου έμπλεξαν με τις ανομολόγητες οφειλές του συγγραφέα. Δεν πρόκειται για ηθικολογική επιταγή, αλλά για τη συνειδητοποίηση ότι είμαστε φορείς αναπόδραστων χρεών. Παριστάνουμε τους νεωτερικούς ανθρώπους, αλλά στα εσώτερά μας υπάρχουν τεφτέρια με σημειώματα που περιμένουν να αποπληρωθούν, να σβηστούν ή να διαγραφούν. Παραγραφές κάνει μόνο η μνήμη των αμνημόνων. Πολλές φορές καθαρίζοντας ντουλάπες και ερμάρια, οι ήρωές μου πέφτουν πάνω σε αυτά τα τεφτέρια. Θα τα ξεκαθαρίσει ο αναγνώστης.
Η εποχή που ζούμε και οι αγωνίες που γεννά επηρεάζουν τη θεματολογία των διηγημάτων σας; Είναι η συνομιλία με το παρόν ένας παράγοντας που λαμβάνετε υπόψη;
Δεν γνωρίζω πώς θα μπορούσα να «αποφύγω» την εποχή μου. Ακόμη κι αν περνούσα τη ζωή μου κλεισμένος σε κελί, ακόμη κι αν έγραφα για τους ανθρώπους των σπηλαίων, τα προβλήματα της εποχής μας θα διαπερνούσαν με κάποιον τρόπο τα γραφτά μου. Η καθημερινή μας ρουτίνα, η ανία της προσωπικής μας ζωής, δεν μπορεί να παραγνωρίσει (ούτε να προσπεράσει) τον καταιγιστικό τρόπο με τον οποίο ο παρών αιώνας μάς θέτει κρίσιμα ζητήματα. Ο βιασμός του περιβάλλοντος, η κοινωνική ανισότητα και η φτώχεια, η αγωνία της προσφυγιάς και ο πόλεμος με (μας) απασχολούν.
Η μνήμη σάς απασχολεί στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής. Πώς τη συνδέετε με τον τόπο και τον χρόνο;
«Είμαστε πλασμένοι από παρελθόν», αυτό είναι κοινοτοπία. Μόνο που αυτό το παρελθόν καθώς ζούμε το ανακατασκευάζουμε. Φαίνεται παράξενο αλλά κάθε άνθρωπος, ως ένα σημείο επιλέγει το παρελθόν του. Το κάνουμε μέσω της επιλεκτικής μνήμης, εκούσια ή ακούσια. Στα διηγήματά μου οι μνημονικές αναδρομές, ατομικές ή συλλογικές, είναι παντού παρούσες. Οι ήρωες μου είναι συνηθισμένοι άνθρωποι στους οποίους συμβαίνουν ασυνήθιστα πράγματα, βρίσκονται μπροστά σε διλήμματα. Στην προσπάθειά τους να τα αντιμετωπίσουν (η ερώτησή σας με βοηθά να αναστοχαστώ σε αυτό) καλούνται να ξεχάσουν ή να θυμηθούν. Ή τέλος πάντων «να αποφασίσουν με ποιους θα παν και ποιους θα αφήσουν». Οι ίδιοι ήρωες είναι στέρεα ριζωμένοι στον τόπο τους, ακόμη και αν αυτός δεν κατονομάζεται. Ο τόπος (χώρα, πόλη, χωριό, κατοικία) είναι ενεργός πρωταγωνιστής των διηγημάτων μου. Οι χαρακτήρες ολοκληρώνονται στον τόπο τους ή –κατά περίπτωση – αποξενώνονται έξω από αυτόν.
Ακόμη κι αν δεν έχει πρόθεση αναφοράς πολιτικών υπαινιγμών ή θέσεων ένας συγγραφέας, θεωρείτε πως η λογοτεχνία εμπεριέχει το στοιχείο αυτό;
Τα διηγήματα δεν είναι μανιφέστα, ούτε διακηρύξεις αρχών (θα ήταν βαρετά), είναι όμως κατάφορτα από αξίες και αγωνίες. Θέλουμε – δεν θέλουμε, έχουν ιδεολογία. Συνήθως ξεκινάω να γράφω με την αφελή σκέψη ότι θα «κρυφτώ», θα είμαι ένας ουδέτερος αφηγητής, θα μιλήσουν οι ήρωες κ.τ.λ. Σχεδόν πάντα αποτυγχάνω. Η ιδεολογική και πολιτική μου συγκρότηση τρυπώνει μέσα και με προδίδει. Δεν γίνεται αλλιώς. Μια πραγματικά «ουδέτερη» αφήγηση θα ήταν άχρωμη. Οι χαρακτήρες θα έβγαιναν ανολοκλήρωτοι. Οι άνθρωποι, οι άνθρωποι με σάρκα και οστά, φέρουν ιδεολογίες, ακόμη κι αν δεν το ξέρουν. Υπάρχουν ήρωές μου που πέρασαν τη ζωή τους στους τέσσερις τοίχους, αλλά η «μεγάλη ιστορία» τούς επηρέασε βαθιά. Ακόμη κι αν ισχυρίζεσαι ότι δεν σε ενδιαφέρει η πολιτική, αυτή ενδιαφέρεται για σένα και θα έρθει να σε βρει. Απλώς αυτό το πολιτικό πλαίσιο στη δική μου λογοτεχνία ακούγεται χαμηλόφωνα. Πρόκειται για «Τεφτέρια», όχι για ντουντούκες.
Οι ιστορίες σας, συνήθως, ξεκινούν από τον χαρακτήρα, μια κατάσταση, μια εικόνα ή ίσως κι από μια λέξη.
Αλήθεια! Η μούσα της έμπνευσης σε μένα σπάνια έρχεται ντυμένη με τα καλά της. Συνήθως μου δίνει ένα ξέφτι της και καταπιάνομαι να αναπλάσω όλο της το φόρεμα. Ένας χαρακτήρας από ένα τραγούδι, μια φιγούρα σε έναν πίνακα ζωγραφικής, ένα όνομα σε κάποιο ποίημα, αποτελεί για μένα μια πρόκληση λογοτεχνική. Προσπαθώ να δώσω σε αυτά τα πρόσωπα ένα παρελθόν, να φανταστώ το πρόβλημά τους, να μπω με μέγιστη αυθαιρεσία στον τρόπο που θα σκέφτονταν και θα μιλούσαν. Ελπίζω να μη με διαβάσουν οι δημιουργοί των πρωτότυπων έργων, γιατί μπορεί να θύμωναν με την αυθαιρεσία μου. Από την άλλη ένα έργο τέχνης, ένα σπουδαίο λογοτεχνικό κείμενο, πάντα γεννοβολά κι άλλες σκέψεις, κι άλλες δημιουργίες. Κι εκεί εισχωρούν οι ελάσσονες σαν και τον υποφαινόμενο.
Η συμμετοχή σας σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής υπήρξε ιδιαίτερα καρποφόρα. Τι πιστεύετε ότι αποκομίσατε συγγραφικά;
Δουλεύω ως δάσκαλος και γι’ αυτό εκτιμώ πολύ τη μαθητεία. Σε κάθε τομέα, στην τέχνη, στον αθλητισμό, στην επιστήμη, η δουλειά νικάει το ταλέντο. Ασφαλώς, αν δεν υπάρχει ικανότητα στη σκέψη και στο γράψιμο, κανένα εργαστήρι δεν θα σε μετατρέψει σε συγγραφέα. Ωστόσο μόνο κερδισμένος μπορεί κανένας να βγει, αρκεί να γνωρίζει τις δυνατότητες και τις προσδοκίες του. Απαντώντας λοιπόν με σαφήνεια λέω πως ωφελήθηκα στα εξής: Έλαβα συγγραφικές προκλήσεις και ερεθίσματα. Κλήθηκα να διαβάσω και να γράψω σε ποικιλία ύφους και αφηγηματικής, πράγμα που δύσκολα θα το έκανα μόνος μου. Τέλος βρήκα ένα πρώτο κοινό, «δασκάλους/ες και συμμαθητές/τριες» όπου τα κείμενά μου δοκιμάστηκαν κριτικά. Κάθε γραφτό μου το διάβασα δεκάδες φορές και έκανα εκατοντάδες διορθώσεις. Για όλα τα παραπάνω είμαι ευγνώμων και εκφράζω και τις ευχαριστίες στο βιβλίο μου. Θέλω να έχω τα «Τεφτέρια» μου καθαρά από οφειλές.
Πηγή: epohi.gr

