Ερώτηση Κατερίνας Σπυριδάκη: «Στη Βουλή το χρηματοδοτικό αδιέξοδο των Οργανώσεων Ελαιουργικών Φορέων – Σε κίνδυνο επενδύσεις, συνεταιρισμοί και χιλιάδες ελαιοπαραγωγοί»

Ερώτηση προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κατέθεσε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, με συνυπογράφοντα τον Βουλευτή Ρεθύμνης και Τομεάρχη Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του ΠΑΣΟΚ, Μανόλη Χνάρη, αναδεικνύοντας το σοβαρό χρηματοδοτικό κενό που έχει δημιουργηθεί στα Προγράμματα των Οργανώσεων Ελαιουργικών Φορέων (ΟΕΦ) για το έτος 2026 και τον άμεσο κίνδυνο που αυτό συνεπάγεται για συνεταιρισμούς, οργανώσεις παραγωγών και χιλιάδες ελαιοπαραγωγούς σε ολόκληρη τη χώρα.

Όπως επισημαίνεται στην Ερώτηση, το τομεακό πρόγραμμα ελαιολάδου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και εντάσσεται στο Στρατηγικό Σχέδιο της Ελλάδας για την ΚΑΠ 2023–2027.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι:

«Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία στήριξης της ελληνικής ελαιοπαραγωγής, το οποίο δεν λειτουργεί ως μια απλή εισοδηματική ενίσχυση αλλά ως διαρθρωτική παρέμβαση που αποσκοπεί στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, της ποιότητας, της εξωστρέφειας και της οργάνωσης της αγοράς μέσω συλλογικών σχημάτων, οργανώσεων παραγωγών και συνεταιρισμών».

Οι δύο Βουλευτές υπογραμμίζουν ότι ο τομέας του ελαιολάδου έχει στρατηγική σημασία για την ελληνική οικονομία και την πρωτογενή παραγωγή, καθώς η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων παραγωγών παγκοσμίως και διαθέτει ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό παραγωγής εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου. Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται διαχρονικά προβλήματα, όπως ο κατακερματισμός της παραγωγής, η περιορισμένη οργάνωση της αγοράς και η χαμηλή τυποποίηση του προϊόντος.

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, τα προγράμματα ΟΕΦ έχουν κρίσιμο ρόλο, καθώς:

«Μέσω των Οργανώσεων Παραγωγών και των Οργανώσεων Ελαιουργικών Φορέων χρηματοδοτούνται κρίσιμες παρεμβάσεις που αφορούν επενδύσεις σε εξοπλισμό, δράσεις τυποποίησης, προγράμματα προώθησης και marketing, καινοτόμες πρακτικές, περιβαλλοντικές δράσεις, μέτρα προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, αλλά και ενίσχυση συνεργειών και οικονομιών κλίμακας μεταξύ των παραγωγών».

Στην Ερώτηση επισημαίνεται ότι σήμερα συμμετέχουν περίπου 65 Οργανώσεις Παραγωγών και Οργανώσεις Ελαιουργικών Φορέων, που εκπροσωπούν περίπου 20.000 ελαιοπαραγωγούς σε όλη τη χώρα. Παρότι αριθμητικά δεν καλύπτουν το σύνολο του κλάδου, αποτελούν τον πιο οργανωμένο, εξωστρεφή και δυναμικό πυρήνα της ελληνικής ελαιοπαραγωγής.

Ωστόσο, όπως τονίζουν οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, σήμερα διαμορφώνεται μια εξαιρετικά ανησυχητική κατάσταση.

Συγκεκριμένα αναφέρουν:

«Σήμερα, ωστόσο, διαμορφώνεται μια εξαιρετικά σοβαρή κατάσταση που θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη συνέχιση και τη λειτουργία του προγράμματος. Σύμφωνα με στοιχεία και ενημερωτικά σημειώματα των φορέων του κλάδου, δημιουργείται ουσιαστικά χρηματοδοτικό κενό για το έτος 2026, το οποίο στην πράξη οδηγεί σε διακοπή της συνέχειας των ήδη εγκεκριμένων προγραμμάτων ΟΕΦ 2024–2027».

Η Ερώτηση ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται για μία απλή διοικητική καθυστέρηση ή μία τεχνική δυσλειτουργία.

Αντίθετα:

«Πρόκειται για μια εξέλιξη με ιδιαίτερα σοβαρές οικονομικές, παραγωγικές και κοινωνικές συνέπειες, καθώς μεταφέρει το βάρος και το κόστος στους ίδιους τους συνεταιρισμούς και στους παραγωγούς».

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο Λασίθι, καθώς ήδη συνεταιρισμοί και οργανώσεις της περιοχής έχουν προχωρήσει σε επενδύσεις βασιζόμενοι στις εγκεκριμένες δεσμεύσεις της Πολιτείας.

Όπως αναφέρεται:

«Μάλιστα, αναφέρεται ότι συνεταιρισμοί σε περιοχές όπως η Ζάκρος, οι Παπαγιαννάδες, ο Κουτσουράς, η Σητεία, η Ιεράπετρα αλλά και άλλες περιοχές της χώρας έχουν ήδη προχωρήσει σε ενέργειες και επενδύσεις στηριζόμενοι σε εγκεκριμένα προγράμματα και σε χρηματοδοτικές δεσμεύσεις της ίδιας της Πολιτείας».

Οι δύο Βουλευτές θέτουν ευθέως το πολιτικό ερώτημα:

«Πώς είναι δυνατόν η ίδια η Πολιτεία να εγκρίνει επενδύσεις, να δημιουργεί υποχρεώσεις, να ενεργοποιεί συμβάσεις και στη συνέχεια να αποσύρεται στο πιο κρίσιμο σημείο της διαδικασίας;»

Όπως σημειώνεται στην Ερώτηση, οι συνεταιρισμοί έχουν ήδη υπογράψει συμβάσεις, έχουν παραλάβει εξοπλισμό, έχουν υλοποιήσει επενδύσεις και έχουν αναλάβει οικονομικές δεσμεύσεις, συχνά εξαντλώντας τα διαθέσιμα περιθώρια δανεισμού.

Η κατάσταση αυτή, σύμφωνα με τους Βουλευτές, έχει ήδη οδηγήσει:

«Σε οικονομική ασφυξία των συνεταιρισμών, ενεργοποίηση προστίμων και συμβατικών ρητρών, αναστολή ή πάγωμα επενδύσεων που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, απαξίωση εξοπλισμού αξίας εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, αλλά και σε σοβαρή διατάραξη της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ του κράτους και των παραγωγικών φορέων».

Ιδιαίτερα σοβαρό χαρακτηρίζεται και το γεγονός ότι εξακολουθεί να εκκρεμεί ακόμη και η χρηματοδότηση των δαπανών των ετών 2024 και 2025.

Όπως αναφέρεται:

«Το επιχείρημα αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα, ιδίως όταν μέχρι σήμερα παραμένει σε εκκρεμότητα και η κάλυψη των δαπανών των ετών 2024 και 2025».

Στην Ερώτηση τονίζεται ακόμη ότι η απαιτούμενη χρηματοδότηση για το 2026 εκτιμάται περίπου στα 8–9 εκατομμύρια ευρώ και ότι το πραγματικό δημοσιονομικό βάρος μεταφέρεται χρονικά στο επόμενο οικονομικό έτος, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολα κατανοητή την αδυναμία εξεύρεσης λύσης.

Οι Βουλευτές υπογραμμίζουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά βαθιά πολιτικό και θεσμικό.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν:

«Τίθεται ζήτημα αξιοπιστίας του κράτους απέναντι στους παραγωγούς, στους συνεταιρισμούς και συνολικά απέναντι σε ένα μοντέλο συλλογικής οργάνωσης που η ίδια η Πολιτεία υποστηρίζει ότι επιθυμεί να ενισχύσει».

Και καταλήγουν με ένα ερώτημα που αποτυπώνει την ουσία του προβλήματος:

«Πώς μιλάμε για εξωστρέφεια, για παραγωγικό μετασχηματισμό, για τυποποίηση, για αύξηση προστιθέμενης αξίας και για ενίσχυση συνεργατικών σχημάτων όταν αποδυναμώνεται ένα από τα βασικά εργαλεία που υπηρετεί ακριβώς αυτούς τους στόχους;»

Με την εν λόγω Ερώτηση, η Κατερίνα Σπυριδάκη και ο Μανόλης Χνάρης καλούν τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να απαντήσει σε 14 κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων ΟΕΦ για το 2026, το ύψος των ανειλημμένων υποχρεώσεων και των ήδη υλοποιημένων επενδύσεων, τη νομική βάση του ισχυρισμού περί παράνομης κρατικής ενίσχυσης, την πορεία των επαφών με τις ευρωπαϊκές αρχές, την προστασία των συνεταιρισμών από οικονομική ζημία και κυρώσεις, καθώς και τη χρηματοδότηση των δαπανών των ετών 2024 και 2025 και τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση σκοπεύει να καλύψει το χρηματοδοτικό κενό χωρίς να μεταφέρει το κόστος στους παραγωγούς και τελικά στους Έλληνες φορολογούμενους.

1. Ποια είναι η ακριβής κατάσταση σχετικά με τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων ΟΕΦ για το 2026;

2. Πόσες οργανώσεις παραγωγών, συνεταιρισμοί και παραγωγοί επηρεάζονται ανά Περιφέρεια και ανά Περιφερειακή Ενότητα;

3. Ποιο είναι το συνολικό ύψος των ανειλημμένων συμβατικών υποχρεώσεων των ενταγμένων φορέων;

4. Ποιο είναι το συνολικό ύψος των ήδη πραγματοποιημένων επενδύσεων;

5. Ποια είναι η νομική βάση του ισχυρισμού περί παράνομης κρατικής ενίσχυσης;

6. Υπάρχει σχετική γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή άλλου αρμόδιου οργάνου;

7. Έχει αποσταλεί σχετικό αίτημα ή έγγραφο στις ευρωπαϊκές αρχές και ποια είναι η εξέλιξή του;

8. Προτίθεται το Υπουργείο να προχωρήσει σε μεταβατική χρηματοδότηση για το 2026;

9. Πώς θα προστατευθούν οι συνεταιρισμοί από πρόστιμα, κυρώσεις και οικονομική ζημία;

10. Ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα για την απρόσκοπτη συνέχιση των προγραμμάτων και τη διασφάλιση της λειτουργίας τους έως και τη νέα προγραμματική περίοδο;

11. Ποια είναι η σημερινή κατάσταση σχετικά με τη χρηματοδότηση των δαπανών των προγραμμάτων ΟΕΦ για τα έτη 2024 και 2025 και πότε προβλέπεται η οριστική επίλυση του ζητήματος και η καταβολή τους;

12. Έχει ληφθεί απάντηση από τις ευρωπαϊκές αρχές στο σχετικό αίτημα που έχει αποσταλεί για το ζήτημα της κρατικής ενίσχυσης; Εάν όχι, ποιες ενέργειες έχουν πραγματοποιηθεί από το Υπουργείο για την επιτάχυνση της διαδικασίας;

13. Με ποιους πόρους σχεδιάζεται να καλυφθεί η χρηματοδότηση των ετών 2024 και 2025; Από κοινοτικούς πόρους, όπως προβλεπόταν αρχικά από το τομεακό πρόγραμμα, ή από εθνικούς πόρους;

14. Σε περίπτωση που επιλεγεί η κάλυψη από εθνικούς πόρους, ποιο θα είναι το συνολικό δημοσιονομικό κόστος και για ποιο λόγο καλείται τελικά ο Έλληνας φορολογούμενος να επωμιστεί το βάρος μιας αστοχίας ή κακοδιαχείρισης που αφορά τον σχεδιασμό και την εφαρμογή του προγράμματος;

Δείτε ακόμη