Δημοσιεύτηκε

«Στα 1898 τέλειωσα το σκολειό ― την έβδομη τάξη. Όσο έφτανε η άνοιξη και το καλοκαίρι, τόσο η ανυπομονησία μου μεγάλωνε πότε θα φτάσει η βλογημένη εκείνη ώρα που θ’ «ανακτήσω» την ελευθερία μου· δε θα έχω να διαβάζω, δε θα φοβάμαι τους δασκάλους, δε θα με δέρνει πια ο αδερφός μου... θα μάθω κι εγώ μια τέχνη, να γίνω «άντρας», όπως τόσα παιδιά, που τελειώσανε το σκολειό τα περασμένα χρόνια. Ήλιος, θάλασσα, δέντρα και βουνά θα είναι από δω κι ομπρός δικό μου βασίλειο, όπως είναι και των πουλιών!» 

Ήταν δεκατεσσάρων ετών ο μικρός μαθητής όταν, για να γλιτώσει τη συνέχεια των σπουδών, το έσκασε από το σπίτι του, σε εποχές δύσκολες, σε κλίμα πολεμικό, χωρίς δεκάρα στην τσέπη. Το όνομά του Κώστας, το επίθετο του πατέρα του Μπουμπούς αλλά ήταν αυτός που αργότερα έγινε γνωστός ως Κώστας Βάρναλης, δίνοντας το στίγμα της καταγωγής του, από τη Βάρνα της Βουλγαρίας, όπου την εποχή εκείνη ζούσαν πολλοί Έλληνες.

Οι κίνδυνοι και η πείνα που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια του μικρού του σκασιαρχείου έγιναν, ευτυχώς, αιτία να επιστρέψει στο σπίτι του μεταμελημένος και να ακολουθήσει πολύχρονες σπουδές. Τη μικρή περιπέτειά του περιγράφει ο ίδιος, με ύφος γλαφυρό και εξαίσια γλώσσα, σε ένα κείμενο με τίτλο «Πώς δεν ήθελα να σπουδάσω», που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Κώστας Βάρναλης, Φιλολογικά απομνημονεύματα, Κέδρος, 1980.

Ολόκληρο το κείμενο εδώ

Αρχικά φοίτησε στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης ως εσωτερικός υπότροφος ύστερα από εξετάσεις και ακολούθησαν σπουδές φιλολογίας στην Αθήνα, σε μια εποχή που η Πρωτεύουσα «έβραζε» από τη διαμάχη καθαρευουσιάνων και δημοτικιστών. Τον κέρδισε η δημοτική, η απλή, καθημερινή γλώσσα του λαού.

Δίδαξε στο ελληνικό διδασκαλείο του Μπουργκάς, σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και στη συνέχεια σε διάφορα σχολεία μέσης εκπαίδευσης στην Ελλάδα και στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών, από όπου παύθηκε για πολιτικούς λόγους. Για βιοποριστικούς λόγους εργάστηκε και ως δημοσιογράφος, συνεργάτης διαφόρων εφημερίδων και περιοδικών.

Στο Παρίσι, όπου βρέθηκε από το 1918 για σπουδές φιλολογίας, φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας, ήρθε σε επαφή με τη Νιτσεϊκή ιδέα του Υπεράνθρωπου και δέχτηκε επιρροές από την Οκτωβριανή Επανάσταση και τον κομμουνισμό, που μόλις είχε αρχίζει να εφαρμόζεται στην πράξη (ή έτσι νόμιζαν). Εγκατέλειψε τον αστικό φιλελευθερισμό και μεταστράφηκε πολιτικά στον κομμουνισμό και στον διαλεκτικό υλισμό, ιδεολογία που αποτυπώθηκε στο ποίημά του «Ο Προσκυνητής».

Το πρώτο μεγάλο έργο του ήταν Το Φως που Καίει, έργο επαναστατικής δομής, γραμμένο σε πεζό, στο πρώτο από τα τρία μέρη του και σε έμμετρο στα δυο άλλα. Γράφτηκε στην Αίγινα, κυκλοφόρησε το 1922 στην Αλεξάνδρεια στο περιοδικό «Τετράδια» (με ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας) και επανεκδόθηκε το 1933 αναθεωρημένο, με «μορφή ξαναπλασμένη», όπως λέει ο ίδιος ο Βάρναλης. Είναι γραμμένο στη δημοτική, όπως το σύνολο του έργου του, ως οπαδός του Ψυχάρη, ενώ στα σατιρικά μέρη του δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει και τη λαϊκή γλώσσα του περιθωρίου. Θεωρείται ως το πρώτο μαρξιστικό έργο στα ελληνικά και αξιοποιήθηκε ως προπαγανδιστικό υλικό για την υπονόμευση και ανατροπή της αστικής τάξης και κουλτούρας και τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, με επίκεντρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Πάνω στις προτεινόμενες λύσεις του έργου αυτού λειτούργησαν και οι μεταγενέστεροι στρατευμένοι λογοτέχνες Ρίτσος, Βρεττάκος, Αναγνωστάκης, Αλεξάνδρου, κ. ά.

Ο ίδιος ο Βάρναλης λειτούργησε ως στρατευμένος αλλά με έντονη κριτική διάθεση προς το κόμμα και τους ανθρώπους του. Πάντα επίκαιρος στον ποιητικό του λόγο, έχει αφήσει έργο με απήχηση στον απλό λαό, παρά το πολύ βαθύ νόημά του. Πολύ γνωστά ποιήματά του είναι «Οι μοιραίοι»,  μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη, σε ερμηνεία Γρηγόρη Μπιθικώτση  και η «Μπαλάντα του κυρ Μέντιου», που σε μουσική Λουκά Θάνου τραγούδησε ο Νίκος Ξυλούρης. Γεμάτο ζοφερές, ρεαλιστικές εικόνες το πρώτο, καυτηριάζει τη μοιρολατρία του Έλληνα, που αποδέχεται τις καταστάσεις «δειλός, μοιραίος κι άβουλος αντάμα... προσμένοντας κάποιο θάμα...», ενώ το δεύτερο είναι μια αλληγορία που ο ποιητής προσπαθεί μέσω της σάτιρας να αφυπνίσει τον λαό.

Χαρακτηριστικό είναι και το ποίημά του «Μποναμάς», που το δημοσίευσε το 1931 με το ψευδώνυμο Γερβάσιος ο Θεομβαίχτης, στο περιοδικό «Πρωτοπόροι» (που θα βρείτε στο τέλος του κειμένου αυτού), ως απάντηση στην ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου που καταδίκαζε  τους «μαλλιαροκομμουνιστές», μαζί και τον Βάρναλη.

«Η πείρα της κοινωνικής θεωρίας αλλά και η αρχαία ελληνική αγωγή, μαζί με μια εκτάκτως λεπτή έλξη προς το αισθητικό και το ωραίο, το καλλιτεχνικό ωραίο, που ρέει στο αίμα του, διαμόρφωσαν ένα προσωπικό και φιλοσοφημένο λογοτεχνικό χαρακτήρα, που συγκέντρωσε τις ελπίδες για την καλλιέργεια και στον τόπο μας της αριστερής τέχνης», γράφει ο Μιχαήλ Περάνθης.

Το πλούσιο έργο του, ποίηση, πεζογραφία, κριτικά κείμενα, μεταφράσεις, γραμμένο με λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση, σημάδεψε την ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Βάρναλης διαλέγεται διακειμενικά, στο πλαίσιο της αντιποίησης, με πρόσωπα της μυθολογίας ή της χριστιανικής θρησκείας, τα απομυθοποιεί και απαλείφει τα εξιδανικευτικά χαρακτηριστικά που τα απομακρύνουν από το ανθρώπινο μέτρο.

«Η ποίηση του Βάρναλη δε μύριζε ποτέ γάλα. Μύριζε από την αρχή μπαρούτι. Κατέβηκε, δηλαδή, στο στίβο χωρίς πάρα πολλά γυμνάσματα και δοκιμές και περιπλανήσεις στους λειμώνες των ασφόδελων. Με άλλα λόγια, χωρίς αυτές τις πεισιθάνατες κραυγές που έβγαζαν όλοι οι λυρικοί του καιρού του. Όχι. Η ποίηση του Βάρναλη ήταν από την αρχή αρσενική, λάσια, μια βολίδα πού ‘πεσε μες στα στεκούμενα νερά του μελίπηχτου λυρισμού», είπε ο Μενέλαος Λουντέμης.

Το 1959 τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο γραμμάτων και τεχνών «Λένιν».

Μέχρι τα βαθιά γεράματά του, οικεία φιγούρα της Αθήνας, σύχναζε στο ίδιο καφενεδάκι της Δεξαμενής, που πολλές φορές το περιέγραψε στα δημοσιογραφικά του κείμενα, κάποια από τα οποία είναι συγκεντρωμένα στο βιβλίο του Άνθρωποι, Ζωντανοί - Αληθινοί, 1958. Εκεί σύχναζαν και άλλοι μεγάλοι των γραμμάτων της εποχής, ο Κονδυλάκης, ο Παπαδιαμάντης, ο Σουρής, ο Καζαντζάκης, ο Νιρβάνας. Κι όπως είχε το χάρισμα να κάνει εικόνες με τις λέξεις μας λέει γι αυτό ο Βάρναλης το 1906:

«Εκεί απάνω βρήκα μαζί με τα ψηλά δέντρα, τον καθαρόν αέραν, τον ήλιο και τη μακρινή θέα του Σαρωνικού, που με μεθούσε με τη γαληνάδα του και τ’ αστράμματά του, τον καλύτερο εαυτόν μου... Η Δεξαμενή τότε είχε όλη της τη φυσική ομορφιά. Δεν είχε μαρμάρινες σκάλες, δεν ήταν σφιγμένη σε... κορσέδες από πέτρινα ντουβάρια και σιδερένια κάγκελα. Χαιρότανε το ψήλος της και τη λευτεριά της μακριά από τη βέβηλη πολιτεία. Οι λεύκες της ψηλές και ρωμαλέες, από τις ωραιότερες της Αθήνας, χαρίζανε τον δροσερό τους ίσκιο στους ερημίτες της νεοελληνικής λογοτεχνίας και μια βρύση στη μέση έτρεχε αδιάκοπα μέρα και νύχτα και αχολογούσε φλύαρα και χαρούμενα σαν ένα πλήθος από πουλιά...»

Ο Κώστας Βάρναλης κατέκτησε το δικό του αιώνιο βασίλειο στις 16 Δεκεμβρίου του 1974, στα 90 του, έχοντας πλήρη διαύγεια πνεύματος, πάντα ταγμένος στον αγώνα για την αφύπνιση του ανθρώπου μέσω της ποίησής του, χωρίς να ενδιαφέρεται τόσο να υπηρετήσει το κόμμα όσο την ιδεολογία του και την προσωπική του συνείδηση.

 ΜΠΟΝΑΜΑΣ

Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες

σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες

ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι

ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.

 

Εξήντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαράν καμπάνες)

φάγανε γουρουνόπουλα, στραγγίσαν νταμιτζάνες!

Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στα τζάκια,

κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στα μπατζάκια.

 

Την προσευκή τους κάνανε τα πράματα ν’ αλλάξουν

να ξεπροβάλουν οι κυράδες του Δεκαημέρου

χωρίς καπίστρι και λουρί, πολλές μαζί… (φυλάξου

τα πισινά του μουλαριού τα μπρος του καλογέρου!)

 

Κι ο Σατανάς τούς άκουσε που πιο καλά τους ξέρει

κι έστειλε τον καθηγητή της ηθικής ξεφτέρι…

 

Όξω οι φτωχοί φωνάζανε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες”

γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες.

Κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι

ανοίξαν το παράθυρο κι είπανε: «Φταιν οι αθέοι».

ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ Ο… ΘΕΟΕΜΒΑΙΚΤΗΣ

(Διά το γνήσιον Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ)

 

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη