Δημοσιεύτηκε

Παραμύθι με ευτυχισμένο τέλος ήταν η ζωή της πρώτης Ελληνίδας που έφτασε στη μακρινή Αυστραλία. Γεννήθηκε σαν Αικατερίνη Πλέσσα στο Πλαίσιο της Ηπείρου το 1809 και πέθανε στο Σίδνεϋ σε ηλικία 98 ετών, το 1907. Το όνομά της συνδέθηκε με κάποια επιβλητικά ονόματα των αρχών του 19ου αιώνα, στην ήδη επαναστατημένη Ελλάδα.

Κόρη μιας πολύ όμορφης γυναίκας, της Βασιλικής, που στα 14 της χρόνια παντρεύτηκε έναν έμπορο από τις Σέρρες, που ταξίδευε συνεχώς. Αφού έκανε δυο παιδιά μαζί του, την Αικατερίνη και τον Αναστάση, την είδε ο γιος του Αλή Πασά, ο Μουχτάρ και την αγάπησε παράφορα. Στην επιστροφή από κάποιο ταξίδι του, ο άντρας της τη βρήκε έγκυο από τον Μουχτάρ, που την πήρε στο χαρέμι του μαζί με τα παιδιά της, απειλώντας τον άντρα της ότι θα τον σκότωνε αν την πλησίαζε. Γέννησε δυο παιδιά του Μουχτάρ, ένα γιο, τον Κωστούλα κι ένα κορίτσι που τα έδωσε σε μια τροφό και μεγάλωναν μακριά της, όσο εκείνη ζούσε τον έρωτα στο μεγαλόπρεπο σπίτι του Μουχτάρ, μόνο με την πρώτη της κόρη, την Αικατερίνη, που έμοιαζε στη μητέρα της σε ομορφιά και χάρη τόσο που ο άτακτος Πασάς άρχισε να τη γλυκοκοιτάζει κι εκείνη. Η μητέρα της, για να τη γλιτώσει από αυτόν, την αρραβώνιασε στα 12 της χρόνια με τον προσωπικό γιατρό του, τον μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας επί βασιλείας Όθωνα, Ιωάννη Κωλέττη. Με την εκτέλεση του Αλή Πασά και του γιου του Μουχτάρ, αφού έμεινε για λίγο με τον πατέρα της στις Σέρρες, η Αικατερίνη κατέληξε στο Μεσολόγγι, όπου φιλοξενήθηκε από συγγενείς της και εκεί γνωρίστηκε με τον Λόρδο Βύρωνα, τον οποίο συναντούσε τακτικά. Λέγεται, μάλιστα, ότι ήταν από τους τελευταίους ανθρώπους που τον είδαν ζωντανό.

Το 1824, λίγο πριν από την πολιορκία και την έξοδο του Μεσολογγίου, η κοπέλα κατέφυγε στο νησάκι Κάλαμος, που ήταν υπό αγγλική κατοχή. Ο Ιρλανδός διοικητής της φρουράς Τζέημς Κράμερ την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε το 1827, εκείνη στα 18 κι εκείνος 30. Στο πιστοποιητικό του γάμου τους αναφέρεται:

«... συνεζεύξαμεν εις γάμου κοινωνίαν τελετή εκκλησιαστική τον Βρετανόν τον της νήσου Καλάμου διοικητήν Ιάκωβον Ενρίκον Κράμερ τη Ελληνίδι Κατερίνη Γεωργίου Πλαισιού ενδεχομένοι ερωτικήν και αμίαντην ζωήν».

Το 1835, αφού πέρασαν από την Κέρκυρα και την Ιρλανδία  την πήρε μαζί του στον επόμενο σταθμό της στρατιωτικής του καριέρας, την Νέα Νότιο Ουαλία. Έζησαν αγαπημένοι επί σαράντα χρόνια, μέχρι τον θάνατο του Τζέημς, αφού απόκτησαν ένδεκα παιδιά.

Η Διαμαντίνα Ρώμα, αριστοκρατικής καταγωγής από τη Ζάκυνθο, ήταν η επόμενη Ελληνίδα που, το 1856 στην Κέρκυρα, παντρεύτηκε τον πρόεδρο της Ιονίου Ακαδημίας και γραμματέα της βρετανικής Αρμοστείας, ελληνιστή Σερ Τζωρτζ Μπάουεν και ως λαίδη Μπάουεν έφυγε μαζί του για την Αυστραλία το 1859, όπου εκείνος διετέλεσε κυβερνήτης του Κουίνσλαντ, της Νέας Ζηλανδίας και της Βικτώρια. Ήταν πολύ αγαπητή λόγω της φιλανθρωπικής δράσης της. Η υψηλή κοινωνική θέση της αλλά και το έργο της έγιναν αιτία να δοθεί το όνομά της σε διάφορα ιδρύματα και τοποθεσίες της Αυστραλίας. Πέθανε το 1893 στο Λονδίνο, πολύ νέα ακόμη, μόλις 59 ετών.

Αν οι προαναφερθείσες κυρίες είχαν μια καλή τύχη κι έζησαν μεγαλεία στη νέα πατρίδα τους δεν σημαίνει ότι ίσχυσε το ίδιο και μελλοντικά για τις Ελληνίδες που κατέληξαν στην Αυστραλία. Η Αυστραλιανή κυβέρνηση, με μεταπολεμικά επιχορηγούμενα προγράμματα, έφερε περίπου 30.000 γυναίκες, έναντι 20.000 ανδρών, όχι γιατί επιφύλαξε ευνοϊκή μεταχείριση στον γυναικείο πληθυσμό αλλά για να εξασφαλίσει χαμηλά αμειβόμενο εργατικό δυναμικό.

Τη δεκαετία του ‘50 προέκυψε η ευκαιρία του γάμου με τον Έλληνα -άγνωστο- γαμπρό, που στην Αυστραλία δεν έβρισκε εύκολα γυναίκα. Οι ντόπιες δεν καταδέχονταν να παντρευτούν μετανάστη αφού, λόγω του ότι οι γυναίκες ήταν λιγότερες από τους άντρες, είχαν και καλύτερες επιλογές.

Χιλιάδες κοπέλες έφυγαν τότε με τα πλοία, έχοντας στις αποσκευές τους τη φωτογραφία του -όχι πάντα νεαρού, ωραίου και πλούσιου- γαμπρού, την οποία κρατούσαν ψηλά κατά την αποβίβαση για να καταφέρουν να συναντηθούν μέσα στο πλήθος. Κάποιες, όμως, είχαν βρει ήδη το ταίρι τους κατά τη διάρκεια του ενός μήνα του ταξιδιού μέσα στο πλοίο και δεν κατέβηκαν ποτέ ή χάθηκαν ζευγαρωμένες μέσα στη λαοθάλασσα, αφήνοντας «μπουκάλα» τον μέλλοντα σύζυγο, που περίμενε μάταια με την ανθοδέσμη του καλωσορίσματος στα χέρια.

Έκτοτε, η «Αστραλία» έγινε ο πόθος αλλά και το προσωπικό ανέκδοτο της εθνικής μας γεροντοκόρης αδερφής. Αν ήξερε τα παρακάτω δεν θα έλεγε ποτέ: φεύγω για την Αστραλία!

Απόσπασμα από το βιβλίο της Παναγιώτας Νάζου Νύφες με προξενιό, Βιώματα και μαρτυρίες Ελληνίδων στην Αυστραλία (1950-1975) αναφέρει:

[…]

Το «ταξίδι»: «άνοιγμα προς τα έξω»  και ευκαιρία για ενδοσκόπηση. Το όποιο ταξίδι, αλλά ιδιαίτερα ένα μακρινό ταξίδι μετανάστευσης στο άλλο άκρο της γης, κάνει ιδιαίτερα αισθητή την ενδιάμεση διαδρομή, αυτό δηλαδή που μας χωρίζει από τον τόπο και χρόνο αναχώρησης  και μας ενώνει με τον τόπο και χρόνο άφιξης – το εκεί από το εδώ, το τότε από το τώρα.

Για τις περισσότερες «νύφες» με τις οποίες συνομιλήσαμε, η στιγμή του αποχωρισμού και ιδιαίτερα η στιγμή που επιβιβάστηκαν στα πλοία ήταν και η περισσότερο συναισθηματικά φορτισμένη και ιδιαίτερα δραματική. Πολλές δάκρυσαν αναπλάθοντας εκείνη τη σκηνή και ομολόγησαν ότι ήταν ίσως η πρώτη φορά που συνειδητοποίησαν το μέγεθος της απόφασης που είχαν λάβει. Το πλοίο και το ταξίδι τους πάνω σ’ αυτό λειτούργησαν ως ο πιο κρίσιμος χώρος και χρόνος για περισυλλογή και επανεκτίμηση.

Μία από τις πιο δραματικές σκηνές αποχωρισμού μας δίνεται από την παρακάτω αφήγηση. Όπως γίνεται φανερό από το παρακάτω απόσπασμα, σε αυτές τις περιπτώσεις, ο χρόνος σταματάει, οι στιγμές παγώνουν, τα γεγονότα αποκρυσταλλώνονται στη μνήμη :

«Από εκεί έφυγα το Μάη [του ‘57], ανήμερα του Αγίου Κωνσταντίνου. Αλλά μέχρι σήμερα, έχουν περάσει 50 χρόνια και δεν έχω ξεχάσει τη μάνα μου πώς είχε πέσει κάτω και χτυπιότανε. «Μη φεύγεις παιδί μου, μη φεύγεις παιδί μου». Ήρθε ένας αστυνομικός και της λέει, «Άφησε την κοπέλα, χριστιανή μου, θα φύγει το καράβι». Ο μικρότερος αδερφός μου να της λέει, «Άστηνε μαμά, άστηνε μαμά», κι αυτή να χτυπιέται.  Εεε…. «Μη φεύγεις, μη φεύγεις, μη φεύγεις».»

Μία ακόμη «νύφη» που όπως μας είπε, μέχρι και τη στιγμή που βγήκε στο κατάστρωμα του πλοίου για να χαιρετήσει τους δικούς της, αυτή δεν είχε κλάψει, αλλά «ένιωθε ανάλαφρη» γιατί είχε αργήσει η πρόσκληση και ανησυχούσε, εκεί στο κατάστρωμα, και εκείνη τη στιγμή, επήλθε το μεγάλο ξύπνημα:

«….με φωνάζανε από κάτω, “Βασιλεία εδώ είμαστε”, και με χαιρετούσαν με τα μαντίλια. Εκεί έκλαψα πολύ. Εκεί ένιωσα όχι ότι είμαι πάνω σε καράβι αλλά ότι είμαι μόνη μου πάνω σε μια σανίδα, στη μέση του ωκεανού. Εκεί θυμήθηκα τη μάνα μου, τον πατέρα μου που τους άφησα, θυμήθηκα πως ξέκοψα, και άρχισα να σκέφτομαι τι μεγάλο βήμα ήταν αυτό που έκανα; Το σκέφτηκα καλά; Πώς φεύγω τόσο επιπόλαια να πάω σε μια ξένη χώρα, να ζήσω μ’ έναν ξένο άνθρωπο;»

Όσον αφορά το μέγεθος της απόφασης και τον τρόπο που ο έγκλειστος χώρος του καραβιού τους βοήθησε  να το συνειδητοποιήσουν, μας το δίνει η παρακάτω αφήγηση: «Μέσα στο καράβι ήταν πολύ δύσκολα. Έχασα 5-6 κιλά από τη στεναχώρια μου. Εκεί συνειδητοποίησα όλα τα προβλήματα. Σκεφτόμουν, “άραγε θα βρω αυτόν τον άνθρωπο που μου είπαν; Θα τα βρω εγώ με αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί να πάρω τέτοια απόφαση;” Στην αρχή, με τον αρραβώνα και τις φασαρίες, δεν τα σκέφτηκα όλα αυτά.»

Για μία από τις «νύφες» η οποία είχε υποκύψει στην πίεση των γονιών της και ιδιαίτερα της μητέρας της και είχε δεχτεί το προξενιό, ενώ αγαπούσε κάποιον άλλο, οι στιγμές του ταξιδιού ενέτειναν το δράμα της: «Εγώ αισθανόμουν χάλια. Πληγώθηκα πολύ και έλεγα, κι ακόμη το λέω, “να βούλιαζε το καράβι και να πνιγόμουν μόνο εγώ”. Πληγώθηκα πολύ …πολύ.»

Θα πάω στην Αστραλία, να βρω το τυχερό μου: το πρώτο άρθρο εδώ

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη