Δημοσιεύτηκε

«Θα φύγω, θα πάω στην Αστραλία, να βρω το τυχερό μου», απειλεί την οικογένειά της η άγαμος κόρη Γεωργία Βασιλειάδου.

Ελλάδα, 1962. Η «Αστραλία», απείχε τότε ένα μήνα με το πλοίο, 28 ημέρες για την ακρίβεια με το Αυστραλίς, με το Ελληνίς ή με το Πατρίς. Σήμερα απέχει 28 ώρες με το αεροπλάνο, ένα χιλιάρικο ευρώ χωρίς επιστροφή κι άλλα τόσα για τις βαλίτσες που χωρούν τ’ απομεινάρια της ζωής που αφήνεις πίσω. Αν επιθυμείς να πάρεις ή αν έχει απομείνει κάτι.

Ελλάδα, Ιούλιος 1827. Ένα βρετανικό πλοίο πλέει από την Αλεξάνδρεια προς τη Μάλτα κι εκεί στ’ ανοιχτά της Λιβύης, ένα ελληνικό, με κυβερνήτη τον Αθηναίο Αντώνη Μανώλη και πλήρωμα οκτώ Υδραίους του κάνει επίθεση με στόχο την πειρατεία. Ένα άλλο βρετανικό πλοίο μάζεψε τους επίδοξους πειρατές και τους πήγε στη Μάλτα, όπου τους δίκασε ο λόρδος Έντουαρντ Κόδριγκτον, αυτός που ήταν αρχηγός στη νίκη των Μεγάλων Δυνάμεων στη ναυμαχία του Ναυαρίνου κι έγινε δρόμος κεντρικός της Πρωτεύουσας. Δυο αθωώθηκαν και καταδίκασε σε θάνατο τους υπόλοιπους επτά. Η έφεση που άσκησαν δεν έφερε αποτέλεσμα. Επικαλέστηκαν τη διεθνή νομοθεσία που τους έδινε το δικαίωμα, εν καιρώ πολέμου, να επιτεθούν σε πλοίο που έπλεε προς την εχθρική οθωμανική επικράτεια πλην, όμως, η κατηγορούσα αρχή υποστήριξε -και όχι ψευδώς- ότι τα παλικάρια είχαν ήδη προλάβει να ληστέψουν φορτίο και οπλισμό, ίσον πειρατεία.

Το νομότυπο της διαδικασίας που αμφισβητήθηκε τους έσωσε τη ζωή. Η εκτέλεση της ποινής αναβλήθηκε μέχρι να εξεταστεί από τον βασιλιά Γεώργιο Δ’ η αίτηση χάριτος που έκαναν. Η ποινή μεταβλήθηκε σε εκτόπιση στη Νέα Νότια Ουαλία, στον συνήθη τόπο που εξόριζαν τους Βρετανούς εγκληματίες, δηλαδή στην Αυστραλία. Ισόβια για τους τρεις και δεκατέσσερα χρόνια για τους υπόλοιπους. Οι επτά πρώτοι Έλληνες, λοιπόν, οι Αντώνης Μανώλης, Δαμιανός Νίνης, Γεώργιος Βασιλάκης, Γκίκας Βούλγαρης, Νικόλαος Παπανδρέου, Κωνσταντίνος Στρουμπούλης και Γεώργιος Λαρίτσος, έφτασαν στην Αυστραλία το 1829, όταν αποβιβάστηκαν στη Νέα Νότια Ουαλία ως ποινικοί κατάδικοι. Ποια ήταν η τύχη τους; Οι Νίνης, Βασιλάκης και Παπανδρέου, το 1837 αναχώρησαν για το Λονδίνο, απ’ όπου ο Έλληνας πρόξενος φρόντισε να τους προωθήσει στην Κέρκυρα. Ο Λαρίτσος αγνοείται, ύστερα από ναυάγιο στα ανοιχτά της Βραζιλίας του πλοίου στο οποίο επέβαινε. Οι άλλοι δυο έμειναν μόνιμα, έκαναν δουλειές και οικογένειες. Ο Γκίκας Βούλγαρης πέθανε το 1874 ως Jigger Bulgary ενώ ο Μανώλης πέθανε το 1880.

Παρά τις δυσκολίες του ταξιδιού, που διαρκούσε έως και πέντε μήνες, ναυτικοί και επίδοξοι χρυσοθήρες και αργότερα καλλιεργητές, μικροεπαγγελματίες, ψαράδες, έφτασαν να αριθμούν στις αρχές του 20ού αιώνα τα 1.000 άτομα και ξεκίνησαν να προσελκύουν άτομα της οικογένειάς τους ή συντοπίτες τους, δημιουργώντας μια αλυσιδωτή μετανάστευση και τοπικές οργανώσεις που επικρατούσαν στα διοικητικά πράγματα των κοινοτήτων. Ως πρώτοι εκούσιοι μετανάστες στη μακρινή αυτή ήπειρο φέρονται οι Σαμουήλ Αντωνάτος ή Samuel Donnes από την Κεφαλλονιά το 1837 και κάποιος John Peters, αγνώστου ελληνικού ονοματεπωνύμου, από τη Σάμο, το 1838.

Έκτοτε η Αυστραλία υπήρξε δημοφιλής προορισμός, ειδικά όταν, μεταπολεμικά, η Αυστραλία εφάρμοσε ένα μεγάλο πρόγραμμα προσέλκυσης νέων μεταναστών για να αναπτυχθεί οικονομικά και δημογραφικά. Οι 18.000 Έλληνες των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων υποδέχτηκαν μεταξύ 1947 και 1979 άλλους 230.000 συν 40.000 Έλληνες, Αιγυπτιώτες εκπατρισθέντες το 1953 από το καθεστώς Νάσερ, από τη Ρουμανία λόγω κομμουνιστικού καθεστώτος και από την Κύπρο λόγω της τουρκικής εισβολής του 1974.

Ο παρεμβατισμός της αυστραλιανής κυβέρνησης στερεί από τους μετανάστες το δικαίωμα να επιλέξουν απασχόληση με κριτήριο τις γνώσεις ή τις δεξιότητές τους. Γίνονται όλοι ανεξαιρέτως ανειδίκευτοι εργάτες, χαμηλά αμειβόμενοι, που κατέκλυζαν τη Μελβούρνη, κυρίως, αποδυναμώνοντας τους τόπους καταγωγής τους. Μακεδονία, Ήπειρος, Πελοπόννησος και Κρήτη «πλήρωσαν» αυτή τη μαζική μετανάστευση, στερούμενες πολύτιμο παραγωγικό κομμάτι του πληθυσμού τους.

Σε τι, όμως, βάσισε η Γεωργία Βασιλειάδου την πίστη ότι στην «Αστραλία» θα βρει το τυχερό της; Το κεφάλαιο «Ελληνίδες στην Αυστραλία» είναι μεγάλο και αξίζει ιδιαίτερης δημοσίευσης.

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη