Δημοσιεύτηκε

Πρωί-πρωί ήχησαν πάλι σήμερα οι καμπάνες! Πριν πιώ καφέ δυσκολεύομαι να τοποθετηθώ στον χώρο και στον χρόνο αλλά με τις πρώτες γουλιές συνειδητοποίησα τι μέρα είναι. Εθνικώς υπερήφανη καθώς ένοιωσα, άρχισαν να ηχούν εντός μου σάλπιγγες και εμβατήρια. Τα χάλκινα, τα κρουστά και οι ιαχές της υπερηφάνειας τούτης με ξύπνησαν πιο αποτελεσματικά και από την καφεΐνη.

Προσπάθησα να βρω λόγια να ακολουθήσω κι εγώ τους θούριους και τα εμβατήρια και τα πρώτα που μου ήρθαν στο μυαλό ήταν

«Μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά».

Το επεξεργάστηκα μέσα μου, ψάχνοντας τις προεκτάσεις. Γιατί, άραγε, ήταν αυτό το πρώτο που σκέφτηκα; Ποία η βαθύτερη σημασία της μαυρίλας; Γιατί η νύχτα και γιατί στα βουνά; Στην πραγματικότητα μαύρη είν’ η μέρα στους κάμπους και στις πόλεις και στα χωριά.

«Στις ράχες πέφτει χιόνι», συνεχίζει να σιγοτραγουδά η εντός μου φωνή. Τα στοιχεία της φύσης χρησιμοποιήθηκαν από τους ρομαντικούς ποιητές για να εκφράσουν το συναίσθημά τους, σκέφτομαι, σαν το “ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει», που τα αρνάκια από μόνα τους είναι στοιχείο τρυφερότητας, ζωής και χαράς κι έρχεται ο ποιητής και βάζει μέσα τον βοριά και τα παγώνει και βγάζει όλη του την απαισιόδοξη και πεισιθάνατη διάθεση, ξύνοντας και τις δικές μας πληγές.

Η νύχτα τρομάζει με το αόρατο που κρύβει και παραπέμπει σε φαινόμενα υπερφυσικά και μεταφυσικά, το μαύρο χρώμα του πένθους και της τυφλότητας δημιουργεί τους ανάλογους συνειρμούς. Το χιόνι, ως ακραίο φαινόμενο, παραπέμπει σε παγωνιά, κακουχία και θάνατο, εκτός κι αν διαθέτεις εξοπλισμό σκι και δυνατότητα να τον χρησιμοποιήσεις σε εγκεκριμένο από τον κανονισμό λάιφστάιλ χιονοδρομικό κέντρο της Ελλάδας ή του εξωτερικού.

«Στα άγρια, στα σκοτεινά, στις τραχιές πέτρες, στα στενά», συνεχίζει ο ποιητής -ο Αλέξανδρος Ρίζος-Ραγκαβής εν προκειμένω (1809-1892)- να σφυροκοπά την πηγή του συναισθήματος, μέχρι να τη βάλει στο κλίμα, “ο Έλλην ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει” (δις).

Η αλήθεια είναι ότι αντί της λέξης Έλλην στο πρωτότυπο υπήρχε η λέξη κλέφτης -η οποία αντικαταστάθηκε από το Έλλην, μόλις ο κλέφτης απέκτησε εθνική ταυτότητα- όπως είναι αλήθεια ότι η λέξη ξεσπαθώνει είχε κυριολεκτική σημασία τότε. Για τις ανάγκες της μελοποίησης του ποιήματος η επίμαχη φράση χρησιμοποιήθηκε δις, για να δοθεί έμφαση σ’ αυτό που σημαίνει: ο Έλλην ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει, ο Έλλην ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει. Πώς να μην κολλήσει στο μυαλό σου αυτό; Ξεχνάς τη νύχτα, το χιόνι, τις σκοτεινές τις ράχες αλλά δεν μπορείς να διαγράψεις το ότι ο Έλλην βγάζει το σπαθί από το θηκάρι και αναλαμβάνει δράση, ξεπαστρεύοντας τον εχθρό, όποιος κι αν είναι αυτός. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς για το ότι το ποίημα μελοποιήθηκε, διασκευάστηκε και επέζησε σχεδόν δυο αιώνες τώρα. Το ρήμα «ξεσπαθώνω», πέραν της κυριολεκτικής, απέκτησε και μεταφορική σημασία: εκδηλώνομαι εναντίον κάποιου, εγκαταλείποντας παλαιότερη διστακτικότητα ή επιφυλακτικότητα.

Εκεί ακριβώς αρχίζω ν’ αναρωτιέμαι αν ο σημερινός Έλλην εξακολουθεί να ξεσπαθώνει. Κυριολεκτικά αποκλείεται, παρά μόνον με εξαιρέσεις. Μεταφορικά, όμως; Ξεσπαθώνει μεταφορικά ο Έλλην του 21ου αιώνα; Ναι, ξεσπαθώνει, αποφαίνομαι. Εναντίον ποίων;, αναρωτιέμαι.

Όπως έχουν δείξει επιστημονικές -ή μπορεί και όχι- έρευνες, ο Έλλην συχνότερα ξεσπαθώνει εναντίον της γυναίκας του, εναντίον των παιδιών του, εναντίον του γείτονα και της κατσίκας του, εναντίον της κακούργας κοινωνίας που πολύ τον έχει αδικήσει, εναντίον του οπαδού της αντίπαλης ομάδας και λιγότερο συχνά έως καθόλου εναντίον του ίδιου του κακού του εαυτού, τον οποίο επιβάλλεται να συνετίσει επειγόντως!

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη