Δημοσιεύτηκε 26/10/2016

Με ειλικρινή αισθήματα ανακούφισης και ανυπόκριτο ενθουσιασμό υποδέχτηκε η «ραχοκοκαλιά της οικονομίας», δηλαδή οι ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ μικρομεσαίοι και μικρομικροί έως και μικροσκοπικοί επιχειρηματίες, την απόφαση της Κυβέρνησης να μην τους στείλει στον διάολο αλλά σε φίλη χώρα, στη γειτονική Βουλγαρία.

Μπορεί αυτό να φαίνεται ανεπίκαιρο πλέον, διότι από την περασμένη εβδομάδα ποιος ξέρει τι άλλη ανοησία έχει εκτοξευθεί στον κυβερνητικό/μιντιακό αέρα αλλά, βλέποντας στο χρονολόγιο ότι σαν σήμερα «Βούλγαροι κομιτατζήδες εκτελούν στο Κάτω Νευροκόπι τον δάσκαλο, τους εκκλησιαστικούς επιτρόπους και άλλους», σκέφτηκα ότι η επιλογή της χώρας δεν είναι καθόλου τυχαία για να ξαποστείλει κάποιος τη «ραχοκοκαλιά της οικονομίας».

Η έκφραση αυτή δεν είναι δική μου, εξηγούμαι, για να μην νομίζετε ότι υπερεκτιμώ την αξία μου ως αυτοαπασχολούμενη. Όχι. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου είναι η έκφραση-κλισέ των εκάστοτε κυβερνώντων, παραγόντων και παραγοντίσκων αλλά και συνδικαλιστών ενδεδυμένων σακάκι χρώματος ασορτί με των κυβερνώντων, αναφερόμενοι στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με γνωστό λεξικό, που δεν θα του κάνω και διαφήμιση, ραχοκοκαλιά είναι α) η σπονδυλική στήλη, β) ο κεντρικός άξονας στον οποίο στηρίζεται μια δομή, μια σύνθετη δημιουργία. Μάλιστα, είναι μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική λέξη backbone (η άχρηστη πληροφορία της ημέρας). Τη ραχοκοκαλιά αποτελούν τα ραχοκόκαλα, πολλά οστά μαζί, συνδεδεμένα από ιστούς και νευρώνες.

Στην προκειμένη περίπτωση, ραχοκόκαλο είναι ο κάθε επιχειρηματίας, ασφαλισμένος του ΟΑΕΕ. Συνδετικός ιστός η εκάστοτε κυβερνητική πολιτική. Ποια πολιτική; Αυτή που μπορεί να μην υπάρχει, αλλά είναι κάπου εκεί και καραδοκεί για να συντρίψει με την ίδια την απουσία της τα οστά της ραχοκοκαλιάς, με τα οποία, σου λέει, έχει μια μακραίωνη διαμάχη και στο ενδιάμεσο σύντομες περιόδους ανακωχής, κάτι σαν την ανά τετραετία ολυμπιακή εκεχειρία, όσο κρατούν, δηλαδή, οι μεγαλοστομίες κάθε προεκλογικής περιόδου.

Ως σπονδυλική στήλη, λοιπόν, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στηρίζουν το σώμα της οικονομίας τόσο σε επίπεδο ιδιωτικής διακίνησης χρήματος όσο και σε αυτό της κρατικής οικονομίας. Μπορεί αυτό να φαίνεται ύποπτο, αν στηριχτεί κανείς στις απόψεις των οικονομικών υπηρεσιών του κράτους, οι οποίες θεωρούν εκ των πραγμάτων κλέφτη τον ελεύθερο επαγγελματία, αλλά η αλήθεια είναι ότι εκείνος είναι που, είτε οικειοθελώς, είτε από λογιστικό λάθος, είτε από αναπόφευκτη υποχρέωση, τροφοδοτεί τα ταμεία. Έτσι, εκτός του ότι συντηρεί την οικογένειά του και αυτές των τυχόν υπαλλήλων του, πληρώνει και τους σαραντάρηδες συνταξιούχους, τις μαϊμού αναπηρικές, τις λαμογιές των Άκηδων και λοιπών υπουργών και παρατρεχάμενων, τα δωρεάν αεροπορικά εισιτήρια των ψηφοφόρων (κάποιες χρυσές εποχές), τα επαγγελματικά και μη ταξίδια των υπουργών, υπαλλήλων και φίλων αυτών και τι άλλο να πρωτοθυμηθεί κανείς, που είναι και πολλά. Γενικώς ό,τι έξοδα έχει ένα ευνομούμενο αλλά και ένα «ευνομούμενο» κράτος, δηλαδή.

Είναι, βεβαίως, τεράστια τιμή για τον ελεύθερο επαγγελματία να ξέρει ότι ξυπνά χαράματα και πάει σε μια επιχείρηση, όποια κι αν είναι αυτή (που συνήθως δεν είναι και χλιδάτη), ξέροντας ότι με τα χρήματα (συχνά δανεικά) που επένδυσε για να την ιδρύσει, με τις εξειδικευμένες γνώσεις του, με ρίσκο, με τον κόπο τον δικό του και των υπαλλήλων του, στηρίζει τις δαπάνες του κράτους. Μπορεί αυτό το κράτος να μην τον σέβεται, μπορεί να τον αποκαλεί κλέφτη ακόμη και την ώρα που καταθέτει στο ευαγές ταμείο το τελευταίο του ευρώ, μπορεί ο κοστουμαρισμένος γιάπης και η υψηλή διανόηση να τον έχουν στο φτύσιμο τον -συνήθως- χειρώνακτα και πιθανότατα αγράμματο, αλλά δεν σημαίνει ότι ο ίδιος δεν αισθάνεται τιμημένος, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Κι έρχεται η μοιραία ώρα που η ραχοκοκαλιά τρίζει επικίνδυνα, όχι γιατί το καημένο το κοκαλάκι δεν τσακίστηκε να δουλεύει, αλλά γιατί ο ιστός που το συγκρατούσε στη θέση του στον κεντρικό άξονα που στήριζε τη «σύνθετη δομή» σάπισε και βρώμισε. Ο οποίος ιστός, μάλιστα, βγάζει και τη διάγνωση ότι φταίει το κοκαλάκι κι όχι ο ίδιος. Αισθάνεται και αισχρά υπερήφανος, ίσως, επειδή έκανε ό,τι μπορούσε αλλά τώρα, υπαιτιότητι του κοκαλακίου, το οικοδόμημα καταρρέει και η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Αυτός που την πληρώνει -πάντα- είναι το κοκαλάκι που, τσακισμένο,  ενταφιάζεται άνευ τιμών και φέρει και το στίγμα του φταίχτη.

Το ότι «η ιστορία επαναλαμβάνεται» το λέμε ως έκφραση αλλά κάποιοι ελάχιστα το πιστεύουν. Κι όμως, κατά την αρχαιότητα, από τους πρώιμους αρχαϊκούς χρόνους μέχρι αργότερα, τους κλασικούς και ελληνιστικούς, είχαμε τις διάφορες φάσεις αποικισμού, δηλαδή οργανωμένη μετανάστευση κατοίκων μιας πόλης-κράτος προς μια νέα περιοχή, η οποία είχε τις προϋποθέσεις να γίνει κι εκείνη μια άλλη οργανωμένη κοινωνία στα πρότυπα της πόλης προέλευσης και συνδεδεμένη σε μεγάλο βαθμό με αυτήν.

Το σημαντικό είναι ότι συχνά η πόλη υποχρέωνε τους ανεπιθύμητους κατοίκους σε αναγκαστικό αποικισμό και έπρεπε να βγουν στον άγνωστο κόσμο και να βρουν νέα πατρίδα, πάντα εξαρτημένη από την παλιά, όμως.

Αυτό μου θύμισε η πρόσφατη δήλωση, που αντιμετωπίζει όσους αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά της οικονομίας» ως ανεπιθύμητους. Να φύγετε, να πάτε αλλού, να πάτε στη Βουλγαρία. Η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι ταχέως αναπτυσσόμενη κι αφού εκεί μας στέλνουν μπορούμε να δοκιμάσουμε. Άλλωστε, οι κομιτατζήδες, συνώνυμο της αγριότητας και των δολοφονικών ενστίκτων, δεν ζουν πια στη Βουλγαρία, αλλού ζουν.

Ήδη χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις έχουν ως έδρα το φιλόξενο αυτό κράτος. Τα εναπομείναντα κοκαλάκια της ραχοκοκαλιάς, όσα δεν τα συνθλίψει το καθεστώς της ανευθυνότητας, θα πάρουν των οματιών τους κι αυτά. Είτε τη λένε Βουλγαρία τη χώρα υποδοχής, είτε τη λένε Κύπρο, είτε Σουρινάμ, στο τέλος θ’ απομείνουν στην Ελλάδα οι ελάχιστοι «επιθυμητοί» πολίτες, οι οποίοι και θα αλληλοεξυπηρετούνται ποικιλοτρόπως, αφού Έλληνες πολιτικοί-κομιτατζήδες εκτελούν το 2016 την ήδη σοβαρά ραγισμένη, έργο παλαιότερων κομιτατζήδων, την επικινδύνως ετοιμόρροπη ραχοκοκαλιά της οικονομίας.

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη