Δημοσιεύτηκε

Ο αγαθός κυριούλης της εικόνας, μοιάζει με:

α) συνταξιούχο δικαστικό του παλιού ίσως και του νέου καιρού, που μετά τη σύνταξη εκτελεί χρέη ιεροψάλτου και επιτρόπου μαζί στον καθεδρικό ναό επαρχιακής πόλης,

β) τον αμέμπτου γυμνασιάρχη του μικτού εξαταξίου γυμνασίου Αγ. Βαρβάρας, που είχε χωρίσει την αυλή του σχολείο στα δυο, αρρένων και θηλέων,

γ) τον πεθερό της φίλης μου Μαιρούλας, που του μιλούσε, ψαρωμένη ακόμα και στα 45 της, κατακόκκινη από μια ακαθόριστη ενοχή που της ενέπνεε, επειδή και μόνον εκείνη ήξερε ότι εκείνος ήξερε ότι εκείνη είχε… χμ… «στενές σχέσεις» με τον γιο του,

δ) τον παππού Αριστοτέλη, που κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του πεταγόταν και μια καινούργια νουθεσία περί ηθικής,

ε)  αγρότη χωρικό, που φόρεσε τα σκολιανά του και κατέβηκε στην πόλη να φωτογραφηθεί,

στ)...

Ποιος να τό ‘λεγε, όμως, ότι ο εικονιζόμενος κυριούλης θα έβλεπε -τρόπος του λέγειν- από εκεί που βρίσκεται, το καλό του όνομα, που ποιος ξέρει με πόσο κόπο και με ποιο τίμημα κράτησε άσπιλο κατά τη διάρκεια του σχετικά μακρού βίου του, να κυλιέται στον βούρκο, να αναγραμματίζεται κιόλας στην Ελλάδα και να γίνεται συνώνυμο της παράνομης προμήθειας, κοινώς μίζας, κοινώς διαφθοράς.

Δεν γεννήθηκε με μουστάκι και γυαλιά ο κυριούλης. Ούτε φαλάκρα είχε την εποχή που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και το χωριό του, ως μικρός Βέρνερ και όχι ως κυριούλης, ένα από τα 14 παιδιά της φαμίλιας των Γερμανών αγροτών, που δύσκολα τα έφερναν βόλτα και τα στόματα ήταν περισσότερα από τα πιάτα φαΐ (μελούρα!).

Θυμάμαι παλιά, άκουγα ιστορίες νεαρών Ελληνοπαίδων, που πήγαιναν στον στρατό και υπηρετούσαν ως οδηγοί και η πατρίς τους έδινε άδεια οδήγησης, Δ’, Ε’, ΣΤ’ κατηγορίας; θα σας γελάσω, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους και εξασφάλιζαν έτσι μια καριέρα φορτηγατζή. Ε, το ίδιο, περίπου, έκανε και ο νεαρός Βέρνερ, μετέπειτα κυριούλης. Πήγε στον στρατό, υπηρέτησε στο μηχανικό, μάθε τέχνη κι άστηνε και μόλις μπορέσεις πιάστηνε. Βγήκε, σου λέει, μηχανικός και σ’ αυτή τη γνώση προσέθεσε και το φυσικό ταλέντο και, προφανέστατα, την ευφυΐα του και μπόρεσε κι έπιασε την τέχνη άμεσα.

Και τι δεν βγήκε από τα χεράκια του! Ηλεκτρικό τηλέγραφο θέλεις; Τον έχεις. Ηλεκτρικό σιδηρόδρομο; Δρομολόγια καθ’ εκάστην!

Του κάθισε καλά με την πρώτη, βρήκε κι έναν καλό χρηματοδότη και ίδρυσε κατασκευαστική εταιρεία τον Οκτώβρη του 1847, χρονιά που ο οικονομολόγος/συγγραφέας Καζιμίρ Λεκόντ έγραψε «είναι μία αξιοθρήνητος ιστορία τα εξωτερικά χρέη της Ελλάδος». Έγινε, δηλαδή, ένας ελπιδοφόρος σταρτάπερ του 19ου αιώνα και τι έχουν να του πουν τώρα  οι συνάδελφοι σταρτάπερς της Ελλάδας του 21ου;

Αφού ένωσε τηλεγραφικά το Βερολίνο με τη Φραγκφούρτη, μεγάλωσε την εταιρεία κι έτσι καταφέρνει να βολέψει και τα δεκατρία αδελφάκια του, για να φάνε και κανένα λουκάνικο Φραγκφούρτης, που μέχρι τότε στο πιάτο τους εναλλάσσονταν μόνο μερικά από τα 2.400 ενδημικά εδώδιμα φυτά της γερμανικής φύσης.

Αποτέλεσμα; Εκτός από χρήμα ο Βέρνερ μας, έστω στα 72 του, είχε φτάσει να γίνει φον Βέρνερ, δηλαδή σα να λέμε λόρδος, με απόφαση του ιδίου του αυτοκράτορα -τότε υπήρχαν ακόμη αυτοκράτορες και παραμύθια ακόμη.

Άφησε τον κόσμο τούτο, που καθόλου μάταιος δεν ήταν γι αυτόν, μετά τιμών, στα 76 του χρόνια. Δηλαδή το 1892, έτος κατά το οποίο -νάτο το παραμύθι που λέγαμε παραπάνω- ο κύριος -λόρδος κι αυτός- Εδουάρδος Λω, διακεκριμένος Σκωτσέζος οικονομολόγος, βρισκόταν στην Ελλάδα για να διαπραγματευτεί τους όρους του νέου δανείου προς τη χρεωκοπημένη πατρίδα του Χαριλάου Τρικούπη. Ήταν, δηλαδή, μέλος της τρόικα της εποχής, δηλαδή θεσμός και, μάλιστα, πρόεδρος! Φυσικά διαπίστωσε κακοδιαχείριση, τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες, που δεν δικαιολογούσε η οικονομική κατάσταση της χώρας και υπήρξε καταπέλτης κατά τη σύνταξη της έκθεσής του.

«Η σημερινή κατάστασις της Ελλάδος». ΝΕΟΣ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ (1892).

Παρόλα αυτά συνέστησε να δοθεί νέο δάνειο στη χώρα μας, η οποία λίγο αργότερα χρεωκόπησε για ακόμη μια φορά. Συγχρόνως, αν και ήρθε απρόθυμα στην Ελλάδα,  που δεν την εκτιμούσε ως επιστήμων αλλά ούτε και ως άνθρωπος,  έκανε και ντόλτσε βίτα στη σκιά του Παρθενώνα. Στα σαλόνια της κοσμικής Αθήνας γνώρισε την ωραία Αικατερίνη Χατζοπούλου, την οποία παντρεύτηκε κρυφά για να μην φανεί ότι υπήρχε μεροληψία υπέρ της πατρίδας της, πράγμα που ήταν αλήθεια, βεβαίως και το έδειξε η εξέλιξη της ιστορίας. Ο καημένος ο ερωτευμένος πέθανε ύστερα από λίγα χρόνια και το μόνο που απόμεινε, εκτός από τη χήρα του λαίδη Λω, που περιέφερε στα σαλόνια το πένθος της ντυμένο πάντα με μωβ μουσελίνες, ήταν ένας δρόμος, ο κάθετος στην Πανεπιστημίου, απέναντι από το Οφθαλμιατρείο Αθηνών.

«Ο Τρικούπης αγωνιζόμενος προς εύρεσιν δανείου». ΝΕΟΣ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ (1893).

Ο φον Βέρνερ έφυγε, η εταιρεία του, όμως, έμεινε. Την κράτησαν οι τρεις γιοι που είχε στο μεταξύ αποκτήσει από τις δυο συζύγους του και έχει περάσει με το ίδιο όνομα στους κληρονόμους τους και σε διάφορους μετόχους. Παράγει ΤΑ ΠΑΝΤΑ, στους τομείς της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, των οικιακών ηλεκτρικών συσκευών, της πληροφορικής. Είναι μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες παγκοσμίως, δηλαδή και το όνομα αυτής Siemens, αφού φέρει το επώνυμο του μπαμπά της, του ανωτέρω εικονιζομένου κυριούλη, Βέρνερ φον Ζίμενς!

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη