Δημοσιεύτηκε

Ο μεγάλος ζωγράφος, που την κατάκτηση της αιωνιότητας την κέρδισε με το ταλέντο και τη σκληρή δουλειά του, παραμένει στην επικαιρότητα με τη διαχρονικότητα του έργου του αλλά και με την εμπορικότητά του. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο Greek Sale του οίκου Bohnams του Λονδίνου, το 2014, πουλήθηκαν όλα τα έργα του Γιάννη Μόραλη και σε τιμές σαφώς υψηλότερες από αυτές των τιμών εκτίμησης.

Ως καλλιτέχνης σημάδεψε την εξέλιξη της ζωγραφικής στην Ελλάδα τον 20ό αιώνα ενώ υπήρξε και μεγάλος Δάσκαλος που έβγαλε από το εργαστήριό του μια πολύ αξιόλογη γενιά νεότερων καλλιτεχνών, που συνεχίζουν να δημιουργούν με τη δική τους πινελιά.

Μια ολοκληρωμένη εικόνα για το ποιος ήταν ο Γιάννης Μόραλης και το έργο του επιχειρούμε να δώσουμε παρακάτω.

Βιογραφικό

Ο Γιάννης Μόραλης γεννήθηκε στην Άρτα στις 23 Απριλίου το 1916. Ακολούθησε τις μεταθέσεις του γυμνασιάρχη πατέρα του, πρώτα στην Πρέβεζα το 1922, όπου γνώρισε τη θάλασσα και τα χρώματά της. Στο σπίτι της γιαγιάς του, η οποία ζωγράφιζε, μύρισε για πρώτη φορά τη λαδομπογιά και ήρθε σε επαφή με το εργαστήριο ζωγραφικής. Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε το 1927 και του δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσει, στα 15 του, μαθήματα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Από το εργαστήριο του Κωνσταντίνου Παρθένη, όπου έμεινε για λίγο γιατί δεν του άρεσε ο τρόπος διδασκαλίας, πέρασε στο εργαστήριο του Ουμβέρτου Αργυρού. Μέχρι την αποφοίτησή του, το 1936, παρακολουθεί συγχρόνως μαθήματα χαρακτικής και εξασφαλίζει υποτροφία για σπουδές ψηφοθετικής στο εξωτερικό. Το 1937 αναχωρεί πρώτα για τη Ρώμη και από εκεί για το Παρίσι, όπου εγγράφεται στην Σχολή Καλών Τεχνών. Παρακαλουθεί μαθήματα ζωγραφικής και τοιχογραφίας και διδάσκεται ψηφοθετική, σύμφωνα με τους όρους της υποτροφίας του.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τον αναγκάζει να εγκαταλείψει το Παρίσι. Το 1940 υπηρέτησε τη θητεία του και τα επόμενα χρόνια έκανε δυο γάμους, ένα παιδί και συμμετείχε σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις όπου άφησε αρκετά καλές εντυπώσεις.

Ο Γιάννης Μόραλης με τον γιο του, στο σπίτι του στο Κολωνάκι. Πίσω του διακρίνεται ο περίφημος πίνακας με την έγκυο γυναίκα του.

Το 1949 μαζί με άλλους πρωτοπόρους καλλιτέχνες της γενιάς του ’30, ζωγράφους και γλύπτες, ιδρύουν την καλλιτενική ομάδα «Aρμός» και συμμετέχει στην έκθεση της ομάδας στο Ζάππειο και στη Θεσσαλονίκη. Συνεργάστηκε με το Ελληνικό Χορόδραμα τής Ραλλούς Μάνου και το Θέατρο Τέχνης τού Καρόλου Κουν όπου φιλοτέχνησε σκηνικά και κοστούμια των παραστάσεών τους. Εκλέγεται τακτικός καθηγητής στην Α.Σ.Κ.Τ. όπου δίδαξε επί 36 χρόνια, έως το 1983. Η συμμετοχή του στη Μπιενάλε της Βενετίας το 1958 εντυπωσιάζει και αποτελεί σταθμό στην καλλιτεχνική του πορεία αφού τον κάνει γνωστό στην Ευρώπη και ακολουθεί η πρώτη ατομική του έκθεση στην Αθήνα το 1959.

Παράλληλα αναλαμβάνει να φιλοτεχνήσει συνθέσεις που εντάσσονται στην αρχιτεκτονική κτιρίων, ιδιωτικών και δημόσιων, ανά την Ελλάδα. Συνεχίζει τη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης, τις ατομικές εκθέσεις, φιλοτεχνεί εξώφυλλα δίσκων τού Μάνου Χατζιδάκι, ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, με τον οποίο ήταν φίλοι, και του Γιώργου Σεφέρη, ενώ οι συμμετοχές του σε εκθέσεις του εξωτερικού αποσπούν σημαντικά βραβεία. Η Ελλάδα τον τιμά με την απονομή σημαντικών τιμητικών διακρίσεων. Η Εθνική Πινακοθήκη το 1988 παρουσίασε το σύνολο του έργου του σε ζωγραφική, χαρακτική, γλυπτική, μακέτες για αρχιτεκτονικές διακοσμήσεις, σκηνικά και κοστούμια. Για πολλά χρόνια ζούσε μόνος του και δημιουργούσε ανάμεσα στην Αίγινα, το καλοκαίρι, όπου είχε σπίτι και την Αθήνα, τον χειμώνα. Πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου τού 2009, στα 93 του, ακμαίος ακόμη και δημιουργικός.

Καλλιτεχνική πορεία - Δραστηριότητα

«Η δουλειά μου είναι κάτι σαν ημερολόγιο που είναι βγαλμένο από τις συγκινήσεις, τις εντυπώσεις, τις αναμνήσεις και τις αναζητήσεις μιας ολόκληρης ζωής”», λέει ο ίδιος ο Γιάννης Μόραλης. Έτσι επιγραμματικά συμπυκνώνει το είδος των επιρροών που δέχτηκε ο καλλιτέχνης από την αρχή έως το τέλος της πορείας του. Την εποχή που φοίτησε στην ΑΣΚΤ την Ευρώπη συντάρασσαν νέα καλλιτεχνικά ρεύματα που ξέφευγαν από τα πρότυπα του Ακαδημαϊσμού της Σχολής του Μονάχου. Απόηχοι αυτών των ανησυχιών έφταναν στην Ελλάδα μέσω  καλλιτεχνών που σπούδασαν στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα η επιρροή των ακαδημαϊκών στα εικαστικά δρώμενα είναι ακόμη εμφανής κατά τη δεκαετία του ’30. Κυριαρχεί η επιστροφή στις κλασικές ελληνικές αισθητικές αξίες με στροφή στη λαϊκή, βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη. Γίνεται προσπάθεια, ωστόσο, σύζευξης της μοντέρνας τέχνης με την ελληνικότητα. Οι αριστεροί καλλιτέχνες μέσα από το περιοδικό τους Πρωτοπόροι, φέρονται υπέρ της στρατευμένης, ρεαλιστικής τέχνης, που απευθύνεται στη μάζα.  Έτσι, η δεκαετία του ‘30 βρίσκει τον Μόραλη σαφώς επηρεασμένο από τη βυζαντινή τέχνη του Κόντογλου, πράγμα που βλέπουμε και στις αυτοπροσωπογραφίες του, του 1934.

Αυτοπροσωπογραφία του Γιάννη Μόραλη, 1938. Λάδι σε καμβά, διαστάσεις 65χ35 εκ., Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα. Η αυστηρότητα της μορφής, τα σκούρα χρώματα, το λιτό ύφος, μας παραπέμπουν στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη, με σαφείς επιρροές από τον Κόντογλου, και στα πορτραίτα του Φαγιούμ.

Ζωγραφίζει τοπία, νεκρές φύσεις, προσωπογραφίες, κάποια έργα με σοσιαλιστική θεματολογία και άλλα με ελάχιστες εξπρεσιονιστικές ή κυβιστικές αναφορές. Τα χρώματα που χρησιμοποιεί είναι τα χρώματα της γης και τα μαύρα, τα τοπία του έχουν ελεύθερο σχεδιασμό και απλοποιήσεις και είναι σαφής η επιρροή των συντηρητικών δασκάλων του στην Αθήνα και στο Παρίσι.

Τοπίο της Αθήνας, 1936. Το τοπίο ζωγράφισε ο Γιάννης Μόραλης βλέποντας την Αθήνα από τα Τουρκοβούνια και απέναντι φαίνεται η Σχολή Ευελπίδων όπου στεγάζονται σήμερα τα Δικαστήρια. Βλέπουμε τις απλοποιημένες φόρμες και την κυβιστική επιρροή. Το έργο βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα.

Στο Παρίσι είδε την Γκουέρνικα του Πικάσο και εντυπωσιάστηκε από τον μοντερνισμό της αλλά και από την κραυγή που έβγαζε το έργο-καταγγελία. Όμως, δεν τον επηρέασε τόσο αυτό το έργο όσο έργα τα οποία ανέκοπταν την ταχύτητα του ξέφρενου μοντερνισμού που διέπνεε τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα. Σε μια άλλη έκθεση ανακαλύπτει τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. «Στους δασκάλους μου πρόσθεσα τον Γκρέκο, τον Πικάσο, τον Μπράκ, τον Ματίς», ομολογεί ο Μόραλης. Συγχρόνως, η κλασική παιδεία την οποία είχε λάβει από παιδί και η αγάπη του για τα ελληνιστικά νεκρικά πορτραίτα του Φαγιούμ, την πομπηιανή ζωγραφική και τα ψηφιδωτά τού Αγ. Δημητρίου της Θεσσαλονίκης και των εκκλησιών τής Ραβέννας επιδρούν στην ψυχή και την τέχνη του.

Η «επιστροφή στην τάξη» είναι εκείνη που θα  κυριαρχήσει στην τέχνη τού Μόραλη και των άλλων Ελλήνων καλλιτεχνών της εποχής ως ένας συνδυασμός φυγής από τον συντηρητισμό τού κλασικισμού και στροφής προς τη νεωτερικότητα. Γενικά το έργο του ήταν ανθρωποκεντρικό, γιατί ήξερε να απεικονίσει το ανθρώπινο σώμα σε όλες τους τις δραστηριότητες με ακριβή περιγράμματα. Από το 1940, που επέστρεψε στην Ελλάδα από το Παρίσι, έως το 1972 κυριαρχούν οι γυναικείες μορφές στα έργα του.  Γυμνές ή ντυμένες, όμορφες γυναίκες που κοιτάζουν κατάματα όποιον τις βλέπει, με μια απροσδιόριστη μελαγχολία στο βλέμμα.

Μορφή, 1951, αυγοτέμπερα σε ξύλο, 49 x 38 εκ., δωρεά του καλλιτέχνη στην Εθνική Πινακοθήκη

Η συμμετοχή του το 1949 στην έκθεση τού Ζαππείου με την Ομάδα Αρμός δημιούργησε σάλο με τα γυμνά του, τα οποία θεωρήθηκαν προκλητικά για τα ήθη τής εποχής και η δημοσίευση εικόνων των έργων σε εφημερίδα προκάλεσε την παρέμβαση εισαγγελέα για προσβολή δημοσίας αιδούς. Από την ίδια έκθεση είχε απομακρυνθεί βίαια έργο του Γιάννη Τσαρούχη που παρίστανε άντρα γυμνό στο κρεβάτι και δίπλα του ένα ναύτη. Λόγω και του φορτισμένου ιδεολογικά μετεμφυλιακού κλίματος δοκιμάστηκε η συνοχή της Ομάδας. Το γενικότερο κλίμα της κρίσης δεν ήταν χωρίς συνέπειες και για το έργο του Μόραλη, ο οποίος δεν έμεινε αμέτοχος αλλά προσπάθησε να εκτονώσει την κατάσταση.

Η εκλογή του, το 1947, ως τακτικού καθηγητή της προπαρασκευαστικής τάξης της ΑΣΚΤ και το 1957 ως τακτικού καθηγητή ζωγραφικής, υπήρξε σταθμός για τις καλλιτεχνικές σπουδές στην Ελλάδα. Παρά τις ακαδημαϊκές επιρροές που είχε δεχθεί ο ίδιος, δίδαξε με συνέπεια και ήθος τη ζωγραφική τέχνη σε πολλές γενιές καλλιτεχνών. Ήρθε σε ρήξη με τον αυστηρό ακαδημαϊσμό των προκατόχων του και έδωσε έμφαση στην παρατήρηση και την καθαρότητα των στοιχείων, την οργάνωση και τη δομή της σύνθεσης. Συγχρόνως προσπάθησε να περάσει και το πνευματικό περιεχόμενο της τέχνης στους μαθητές του, ανοίγοντάς τους έτσι νέους δρόμους έκφρασης. Στο εργαστήρι του στη Σχολή είχε, όπως λέει ο ίδιος, μια βιτρίνα με έργα από διάφορες εποχές: ένα πρωτοχριστιανικό, έναν Βερμέερ, έναν Μοντριάν, έναν Μπονάρ, έναν Σεζάν, τα οποία τα χρησιμοποιούσε για να στηρίζει τις παρατηρήσεις του. Παρά το ότι, όμως, αγαπούσε ιδιαίτερα τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, παραδόξως δεν είχε έργο του. Ανέπτυξε ιδιαίτερες σχέσεις με τους μαθητές του, οι οποίοι θεωρούσαν το εργαστήρι του ως το πιο ζεστό και φιλικό τής Σχολής και ποτέ δεν έλειψε από τις ατομικές εκθέσεις τους.

Κάθε νέο έργο του έχει και πιο απλουστευμένη φόρμα, τα χαρακτηριστικά της μορφής υποχωρούν, κυριαρχεί το περίγραμμα με καμπύλες και ευθείες γραμμές, ενώ γεμίζει το εσωτερικό με ώχρες, μπλε της νύχτας, κόκκινο βαθύ, κεραμιδί, υπόλευκο, μαύρο.

Ερωτικό, 1982, Ακρυλικό σε μουσαμά, 200 x 230,4 εκ., Εθνική Πινακοθήκη

Με την πάροδο των χρόνων δημιουργεί ένα εντελώς προσωπικό ύφος, θέλοντας να δώσει μόνο αυτό που ο ίδιος αντιλαμβάνεται μέσα από την αφαίρεση τής υλικής υπόστασης των μορφών του. Δεν τον αφορούσε, όπως έλεγε, το εμπορικό κομμάτι τής δουλειάς του. Έπαψε να ζωγραφίζει πορτρέτα γιατί δεν άρεσαν όπως τα ζωγράφιζε ο ίδιος και δεν ήθελε να ζωγραφίζει επί παραγγελία. Γενικά δεν του άρεσε να πωλεί τη δουλειά του, το έκανε νεώτερος από ανάγκη μόνο. Στη σειρά έργων του με γενικό τίτλο Επιτύμβια της δεκαετίας του ‘60, γίνονται εμφανείς οι επιρροές από το γεωμετρικό νεκροταφείο του Κεραμεικού στην Αθήνα, με μορφές σχηματοποιημένες, επίπεδες, με τον Ύπνο, τον Έρωτα και τον Θάνατο να συμπλέκονται σε μια αδιάσπαστη ενότητα.

Επιτύμβιο, 1958, αυγό και λάδι σε χάρντμπορντ, διαστάσεις 107 x 78 εκ., Εθνική Πινακοθήκη - Mουσείο Aλεξάνδρου Σούτζου

Ακολουθούν τα Επιθαλάμια, με θέμα την ερωτική συνάντηση άντρα και γυναίκας, έργα με αυστηρή δομή, με έντονη αφαίρεση και σχηματοποίηση, χωρίς αφηγηματικά στοιχεία και με ακόμη πιο περιορισμένη χρωματική γκάμα.

Επιθαλάμιο, 1966, λάδι σε καμβά, διαστάσεις 79χ73 εκ., ανήκε σε ιδιωτική συλλογή και πωλήθηκε στο Λονδίνο το 2014, στο Greek Sale του οίκου Bohnams, στο ποσό των  153.125 ευρώ

Κατά τις αρχές τής δεκαετίας τού ‘70 είναι πλέον φανερές οι επιδράσεις του νεοπλαστικισμού, του κονστρουκτιβισμού και του Μπάουχάους. Aναπλάθει την ανθρώπινη μορφή αποδίδοντάς την με κυκλικές, καμπυλόγραμμες και ορθογώνιες γραμμές και απλές αναλογίες. Κυριαρχεί η γεωμετρική τάξη στα σχήματα και οι μορφές γίνονται σαφέστερες μέσα στο χώρο που αρμονικά κινούνται.

Παράλληλα, από την αρχή της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας, δημιουργεί έργα χαρακτικής, στην οποία έχει μεγάλη άνεση, έργα με πυκνή γράμμωση, σκληρά περιγράμματα και  έντονες φωτοσκιάσεις. Δέχεται επιρροές από λαϊκά μοτίβα, γεωμετρικά, κυβιστικά και εξπρεσιονιστικά. Χαραγμένα πάνω σε ξύλο, συχνά γεμισμένα με μαύρο χρώμα. Τα γλυπτά του σε σίδηρο, χαλκό και ορείχαλκο φιγούρες που παραπέμπουν ευθέως  στα ζωγραφικά του έργα.

Μια σειρά αρχιτεκτονικών συνθέσεων του Γιάννη Μόραλη αποτελεί σταθμό στην καριέρα του. Από τις αρχές τής δεκαετίας του ‘50 αναλαμβάνει να εντάξει έργα του στην αρχιτεκτονική, εσωτερικά και εξωτερικά, δημόσιων και ιδιωτικών χώρων σε όλη την Ελλάδα. Διακοσμεί ξενοδοχεία, εστιατόρια, ξενοδοχεία και περίπτερα τού ΕΟΤ,  τράπεζες, τον σταθμό «Πανεπιστήμιο» του Μετρό. Έργα του με νεκρές φύσεις, γυναίκες σε δάσος, θαλάσσια μοτίβα, βγαλμένα μέσα από τούς πίνακές του, αλλά και αφηρημένα γεωμετρικά σχήματα σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα πάνω σε υλικά όπως το μάρμαρο, ο ορείχαλκος, τα κεραμικά, εντάχθηκαν αρμονικά στα αρχιτεκτονικά στοιχεία των κτιρίων. Τα σχέδια που έκανε τότε σώζονται μαζί με πλήθος άλλων έτοιμων σχεδίων που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Συνολικά έκανε αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις σε πάνω από 30 κτίρια στα 40 περίπου χρόνια που ασχολήθηκε. Χωρίς να γνωρίζει κανόνες αρχιτεκτονικής, γεωμετρίας  και μαθηματικών καταφέρνει, «με την αίσθηση», όπως έλεγε, να συνδέσει οργανικά τις συνθέσεις του στο ύφος της αρχιτεκτονικής τού κτιρίου.

Η συνεργασία του με το Ελληνικό Χορόδραμα τής Ραλλούς Μάνου, το Θέατρο Τέχνης τού Κάρολου Κουν και με το Εθνικό Θέατρο άφησε μια σειρά από σκηνικά και κοστούμια παραστάσεων αρχαίου αλλά και σύγχρονου ρεπερτορίου. Στα έργα αυτά, που προσπαθούσε πάντοτε να είναι πρωτότυπα και να ταιριάζουν στις λεπτομέρειες με την ατμόσφαιρα τού κάθε έργου, ζωντανεύει τα βιώματά και τις παιδικές του αναμνήσεις από τις γειτονιές της Αθήνας. Λιτά σκηνικά στα οποία κυριαρχούν χαμηλά νεοκλασικά σπίτια, με γεωμετρικά σχήματα και γήινα χρώματα. Καταφέρνει να συνδυάσει τα παραδοσιακά στοιχεία με την εικαστική διάσταση και τη σκηνική αρτιότητα.

Μακέτα σκηνικού για την παράσταση του έργου του Αριστοφάνη Πλούτος, που δόθηκε το 1957 στο Πεδίον του Άρεως από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν.

Σχέδια των κοστουμιών για την ίδια παράσταση τού Πλούτου το 1957

Σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Ίκαρος αλλά και άλλους σχεδίασε εξώφυλλα και προμετωπίδες βιβλίων των Κ. Ταχτσή, Σοφοκλή, Ν. Καββαδία και άλλων. Ξεχωρίζει η εικονογράφηση ποιητικών συλλογών του Οδ. Ελύτη, εμπνευσμένη από τα κυκλαδίτικα ειδώλια που συμβολίζουν την ιστορική συνέχεια τού ελληνικού κόσμου. Για τα Ποιήματα του Γ. Σεφέρη, επίσης, φιλοτέχνησε δέκα συνθέσεις σε λαδοπαστέλ, που ο ίδιος ο ποιητής ονόμαζε «ζωγραφικά σχόλια», ένα είδος γόνιμου διαλόγου με την ποίησή του. Χρησιμοποίησε τις αρχαίες και τις λαϊκές φόρμες και τις έδεσε αρμονικά με τον ποιητικό λόγο.

Ένα από τα 10  έγχρωμα σχέδια για τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, 1965. Κραγιόνια , διαστάσεις 24,5 x 35 εκ., Εθνική Πινακοθήκη

Στον τομέα των εικονογραφήσεων περιλαμβάνονται, επίσης, αφίσες του ΕΟΤ, του Ελληνικού Χοροδράματος, εξώφυλλα προγραμμάτων θεατρικών παραστάσεων και εξώφυλλα δίσκων. Σημαντική η δουλειά του στον Επιτάφιο του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και σε μερικούς από τους πιο σημαντικούς δίσκους τού Μάνου Χατζιδάκι.

το εξώφυλλο τού δίσκου τού Μάνου Χατζιδάκι «Οι μπαλάντες τής οδού Αθηνάς»

Το 1957 σχεδίασε το ημερολόγιο της εταιρίας τσιμέντων Ηρακλής, εμπνευσμένος από τους άθλους του μυθικού ήρωα Ηρακλή, ενώ σχεδίασε ακόμη και ταπισερί με πιο χαρακτηριστική εκείνη για την κατοικία του Γ. Σεφέρη.

Γεωργία Καρβουνάκη

Βιβλιογραφία

Άννυ Μάλαμα, “Ο Γιάννης Μόραλης της Εθνικής Πινακοθήκης”, στο, Άννυ Μάλαμα (επιμ,) Τιμή στον Γιάννη Μόραλη, Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 2011, σελ. 26-43

Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, “Γιάννης Μόραλης, ένας κλασικός του 20ού αιώνα”, στο, Άννυ Μάλαμα (επιμ,) Τιμή στον Γιάννη Μόραλη, Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 2011, σελ. 10-13

Γιάννης Μπόλης, Γιάννης Μόραλης, Κ. Αδάμ Εκδοτική, Αθήνα 2005

Άννα Τζάννες - Ξηρουχάκη, “Γιάννης Μόραλης”, στο, Έλληνες Ζωγράφοι, 3 τόμοι, Εκδόσεις  Μέλισσα, Αθήνα, τόμος Β’

Ο Γιάννης Μόραλης στο εκπληκτικό ντοκυμαντέρ του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, 2006






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη