Δημοσιεύτηκε

Η Κυριακάτικη επίσκεψη στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών μας θυμίζει το σύντομο πέρασμα  από τη ζωή της Σοφίας Αφεντάκη, που έγινε αιτία να μείνει στον χρόνο ένα σημαντικό έργο τέχνης και που ανέδειξε τον ταλαντούχο, νεαρό τότε, Τήνιο μαρμαρογλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, σε καλλιτέχνη ισάξιο του ήδη καταξιωμένου Γάλλου γλύπτη Ροντέν.

Το ωραίο, ήρεμο πρόσωπό της, που δίνει την αίσθηση ότι κοιμάται, της έδωσε το όνομα Κοιμωμένη. Γερμένη στο πλάι, σκεπασμένη με ένα σεντόνι, με το αριστερό χέρι κρατά στο στήθος της έναν σταυρό. Το δεξί, στο οποίο φορά δακτυλίδι στον παράμεσο, ακουμπά στο κρεβάτι. Κάποιος σύγχρονος επισκέπτης έχει στερεώσει σε αυτό ένα κλωνάρι δάφνης, που την κάνει να φαίνεται ακόμη πιο ζωντανή, απλά κοιμισμένη με έναν άγγελο δίπλα της να προσέχει τα όνειρά της.

Την αυστηρή λευκότητα της μαρμάρινης σύνθεσης, του αγάλματος και της συνολικής κατασκευής του τάφου, σπάει, εκτός από το περίτεχνο μαύρο κάγκελο, ένα πράσινο κουτάκι αναψυκτικού, λες και η καλοκαιρινή ζέστη παρότρυνε τον επισκέπτη να προσφέρει στην κοπέλα λίγη δροσιά. Ίσως να τον ενέπνευσε το κομμάτι της νεκρώσιμης ακολουθίας, που μιλά για τόπο φωτεινό, τόπο χλοερό, τόπο αναψύξεως ή μπορεί να πρόκειται και για αντικείμενο που διευκολύνει τη φροντίδα του τάφου. Το σίγουρο είναι ότι εκεί που βρίσκεται η κοπέλα δεν υπάρχει λύπη, οδύνη και στεναγμός, τα οποία ταλανίζουν εμάς τους ζωντανούς, ενώ εκείνη κρατά την “ατελεύτητο” ζωή, που στην προκειμένη περίπτωση της χάρισε σίγουρα ο καλλιτέχνης.

Η κόρη στο προσκέφαλο την κεφαλή αφήνει.

Τα δυο της χέρια τ’ ακουμβά, στ’ αδύνατά της στήθια

και σαν πουλάκι ξεψυχά και σαν πουλάκι σβήνει…

Ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος, ρομαντικός ποιητής της Πρώτης Αθηναϊκής Σχολής, συνέθεσε το παραπάνω ποίημα, με αφορμή τον θάνατο της ωραίας Αθηναίας κόρης Σοφίας Αφεντάκη, που πέθανε από φυματίωση το 1878, στα 18 της μόλις χρόνια.

Στα μέσα του 19ου αιώνα ο Ρομαντισμός ανθεί ακόμη στην Ελλάδα. Η πεισιθάνατη διάθεση και η εξιδανίκευση του έρωτα κυριαρχούν μεταξύ των νέων ενώ στην Τέχνη εκφράζονται ως κυρίαρχα θέματα σε κάθε της μορφή. Ο θάνατος ήταν η λύτρωση από τη βάσανο της ζωής και ο ανικανοποίητος έρωτας έδινε την αφορμή για να τερματίσουν τη ζωή τους με περισσότερο ή λιγότερο θεαματικό τρόπο πολλά, νεαρά κυρίως, άτομα.

Μια φήμη, που κυρίως εξυπηρετούσε τη σύνδεση αυτή του έρωτα με τον θάνατο, κυκλοφόρησε και για τη νεαρή αυτή κοπέλα, για έναν δήθεν έρωτα με τον Ιταλό τενόρο Τζιοβάνι Ματέο Μάριο που, όμως, δεν ισχύει στην πραγματικότητα.

Η ιστορία της Κοιμωμένης Σοφίας Αφεντάκη κάπου συναντάται με την προσωπική ιστορία του γλύπτη Χαλεπά, αφού και των δυο  η ζωή είχε μια τραγικότητα. Της μεν Αφεντάκη λόγω του πρόωρου θανάτου της και της φιλολογίας που ακολούθησε σχετικά με τον ανύπαρκτο έρωτά της, του δε Χαλεπά λόγω του υπαρκτού και ανεκπλήρωτου έρωτα με νεαρή συμπατριώτισσά του, που τον οδήγησε στο ψυχιατρείο και από εκεί στον θρίαμβο της τέχνης του. Το σίγουρο είναι ότι η Σοφία Αφεντάκη έμεινε στην αθανασία από τη σμίλη του Χαλεπά, ενώ ο γλύπτης αναδείχθηκε εξαιτίας του θανάτου της κοπέλας και του επιτύμβιου μνημείου της.

Λίγο μεγαλύτερος από την Αθηναία καλλονή και ταλαντούχος καλλιτέχνης, γόνος οικογένειας Τηνίων μαρμαρογλυπτών, αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική, παρά την επιθυμία του πατέρα του να γίνει έμπορος και να συνεχίσει την οικογενειακή επιχείρηση. Αφού τελείωσε τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας έφυγε με υποτροφία για τη φημισμένη τότε Σχολή του Μονάχου. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1876, άνοιξε εργαστήριο γλυπτικής και το 1878 του ανατέθηκε από την οικογένεια της Σοφίας Αφεντάκη να φιλοτεχνήσει ένα γλυπτό για τον τάφο της, στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, που έμελλε να είναι το έργο που τον έκανε διάσημο.

Ήταν εκείνη την εποχή που υπέστη έναν σοβαρό νευρικό κλονισμό, που τον οδήγησε σε απόπειρες αυτοκτονίας και καταστροφή έργων του. Αιτία, μεταξύ άλλων, η άρνηση από τους γονείς της αγαπημένης του Μαριγώς να του δώσουν σε γάμο την κόρη τους. Τα συμπτώματά του ενέτεινε η τελειομανία του. Έφερε βαρέως το λάθος που του επισήμανε η μητέρα της Αφεντάκη για το σχήμα του προσώπου της κόρης της, πράγμα που τον οδήγησε να σπάσει με σφυρί ολόκληρο το κεφάλι και να το ξαναφτιάξει από την αρχή, καθώς και άλλο λάθος, σχετικό με τη στάση του σώματος της νεκρής κοπέλας στο γλυπτό του, που αν δεν είχε λυγισμένα τα πόδια της θα έβγαιναν έξω από το ανάκλιντρο στο οποίο την απαθανάτιζε.

Ένα ταξίδι στην Ιταλία άμβλυνε τα συμπτώματα της αδιάγνωστης ακόμη ψυχασθένειάς του αλλά η επιστροφή στην Ελλάδα τον έφερε πάλι στην ίδια ή και χειρότερη κατάσταση. Μακρές περίοδοι σιωπής διαδέχονταν αναίτιο παραμιλητό και ξεσπάσματα σε ακραίο γέλιο χωρίς αιτία.

Ο εγκλεισμός του στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας ήταν απόφαση της οικογένειάς του, ύστερα και από τη λανθασμένη ιατρική διάγνωση άνοιας, αφού οι ελλιπείς γνώσης των γιατρών δεν επέτρεπαν να μπουν βαθύτερα στην ταραγμένη ψυχή του.

Η ζωή στο ψυχιατρείο ήταν σκληρή για τους ασθενείς και για τον ίδιο τον γλύπτη, που δεν του επέτρεπαν καν να ασχολείται με την τέχνη του. Ό,τι προσπάθησε κρυφά να δημιουργήσει του το κατέστρεφαν οι γιατροί. Ένα έργο που διασώθηκε από έναν φύλακα, βρέθηκε στα υπόγεια του ψυχιατρείου το 1942.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1901, η μητέρα του τον πήρε μαζί της στην Τήνο για να τον έχει υπό τη δική της επιτήρηση αλλά, επειδή πίστευε ότι τον οδήγησε στην κατάσταση αυτή η Τέχνη, δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ούτε εκεί και πάλι του κατέστρεφε ό,τι έφτιαχνε με στοιχειώδη υλικά που έβρισκε.  Μέχρι το 1916 που και εκείνη πέθανε ο σπουδαίος αυτός γλύπτης είχε καταλήξει να ζει σε έσχατη ένδεια βόσκοντας πρόβατα και κουβαλώντας το στίγμα του τρελού του χωριού.

Η δύναμη του χαρακτήρα του και η εσωτερική του ανάγκη για καλλιτεχνική δημιουργία τον οδήγησαν ξανά στην τέχνη του, την οποία ασκούσε με πρωτόγονα μέσα και υλικά.

Η αξία του αναγνωρίστηκε το 1925, ύστερα από το ενδιαφέρον που επέδειξε ο καθηγητής του Ε.Μ.Π. Θωμάς Θωμόπουλος, που από το 1923 αντέγραφε έργα του Χαλεπά σε γύψο και τα παρουσίασε στην Ακαδημία Αθηνών. Απέσπασε το 1927 το Αριστείο Τεχνών και καθιερώθηκε, θεραπευμένος πλέον και από την ψυχασθένειά του, ως κορυφαία μορφή της Τέχνης στην Ελλάδα, εγκατεστημένος στην Αθήνα και φιλοξενούμενος μιας ανιψιάς του, μέχρι το 1938 που πέθανε, σε ηλικία 87 ετών.

Τα έργα του, με την κλασική σύλληψη που επέβαλε ο ακαδημαϊσμός του Μονάχου, εξελίχθηκαν σε εντελώς προσωπική του δουλειά, που έθεσε τις βάσεις για τη νεοτερικότητα. Άξια θαυμασμού είναι η εκφραστικότητα των προσώπων και των σωμάτων ενώ η γεωμετρικότητα των όγκων έγινε αιτία να εκφραστούν κάποιες υπερβολικές απόψεις για κυβισμό και άλλες πρωτοπόρες καλλιτεχνικές τάσεις.

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη