Δημοσιεύτηκε 05/07/2016

Άλλοι κάνουν τάμα στην Παναγία της Τήνου, άλλοι στον Άγιο Ραφαήλ στην Μυτιλήνη, άλλοι στον Άγιο Νεκτάριο της Αίγινας, άλλοι στη Σάντα Τερέζα ντελ Μαρ στην Κούβα, αναλόγως του τι θέλει να επιτύχει έκαστος. Εγώ είχα κάνει τάμα να πάω στην Επίδαυρο για να παρακολουθήσω μια θεατρική παράσταση.

Πάντα πίστευα ότι στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου παρουσιάζονται οι ποιοτικά καλύτερες παραστάσεις αρχαίου δράματος. Η πεποίθηση αυτή ίσως να οφείλεται στη φήμη που συνοδεύει αυτό το θαύμα της αρχιτεκτονικής και ακουστικής, χτισμένο το 340 π. Χ. από τον Αργείο αρχιτέκτονα Πολύκλειτο τον Νεότερο, για να ψυχαγωγεί τους ασθενείς που, από όλη τη Μεσόγειο, κατέφευγαν στο φημισμένο Ασκληπιείο της περιοχής για θεραπεία. Στην επιτυχή έκβαση συνέβαλε τόσο η σύγχρονη επιστήμη όσο και η πίστη στον θεό Ασκληπιό, που φέρεται, σύμφωνα με τον Ησίοδο, να είχε γεννηθεί στην Επίδαυρο. Οι απόψεις διίστανται ως προς αυτό και δεν είναι σίγουρο αν επικράτησε, τελικά, η περιοχή ως γενέτειρα λόγω της φήμης του ιερού και των δυνατοτήτων της ιατρικής της εποχής.

Σημασία έχει ότι, όταν το 1881 οι κάτοικοι του Λυγουριού δώρισαν τα κτήματά τους για να ανασκάψει ο αρχαιολόγος Π. Καββαδίας, προσφέροντας και εθελοντική εργασία, αναδείχθηκε ανάμεσα στα άλλα αρχαιολογικά ευρήματα και το ωραιότερο και καλύτερα διατηρημένο αρχαίο θέατρο, χωρητικότητας 13.000 θεατών.

Το θέατρο του 5ου αιώνα, της περιόδου της ακμής της αθηναϊκής δημοκρατίας, μας άφησε αριστουργήματα που, αφού έκαναν τη σύντομη καριέρα τους στα Μεγάλα Διονύσια και έδωσαν τον αγώνα τον καλό, ενισχύοντας παράλληλα τη δόξα της Αθήνας, πέρασαν στην πολιτιστική μας παρακαταθήκη για να έχουμε να πορευόμαστε εις τους αιώνες των αιώνων.

Το ότι κάποτε, περισσότερα από 2.000 χρόνια μετά, θα γίνονταν αιτία να συνωστίζεται ο κόσμος στα ταμεία των θεάτρων δεν το φαντάζονταν ούτε οι ίδιοι οι δημιουργοί τους. Αν ήταν δυνατόν δε να δουν τις παρεμβάσεις στα έργα τους από τους σύγχρονους «διδασκάλους» θα ζούσαμε νέο δράμα, διότι δεν ξέρω πόσο έτοιμοι θα ήταν να δεχτούν την υπέρμετρη επικαιροποίηση του λόγου τους αλλά και της σκηνικής εικόνας, πράγμα όχι κατ’ ανάγκη κακό, τουλάχιστον στην περίπτωση της κωμωδίας. Αλλά όλα έχουν ένα όριο.

Η τύχη το έφερε έτσι ώστε φέτος να καταφέρω να  παρακολουθήσω στην Επίδαυρο την πολυσυζητημένη (γιατί, άραγε;) παράσταση της κωμωδίας Πλούτος, του Αριστοφάνη. Χάθηκε ο κόσμος να πήγαινα την επόμενη εβδομάδα στην Ορέστεια; Οι πιθανότητες να είναι καλύτερη παράσταση είναι απίστευτα πολλές, για τον απλούστατο λόγο ότι ο Πλούτος ήταν φτωχός σε ποιότητα, σε ιδέες και νόημα.

Από πού να ξεκινήσει κανείς; Ίσως από τον Μπέκετ, όπως ξεκίνησε και ο κ. Κιμούλης, τον οποίο πρόδωσε, αφού φάνηκε ασυνεπής απέναντι στις αρχές του θεάτρου του παραλόγου, στο οποίο τα περισσότερα εννοούνται χωρίς να λέγονται τόσο απροκάλυπτα. Το ίδιο ασυνεπής υπήρξε και απέναντι στον Αριστοφάνη, τον οποίο χρησιμοποίησε σαν άλλοθι στην προσπάθεια να χειραγωγήσει και να κατηχήσει, δίνοντας την προσωπική του άποψη, η οποία αν δεν ήταν κατευθυνόμενη είχε σίγουρα ως στόχο να κατευθύνει, με τον απλοϊκό τρόπο του λαϊκίζοντος Έλληνα που απευθύνεται σε ανάλογο κοινό. Ο Αριστοφάνης ήταν ευφυής και περίπλοκος και το αθηναϊκό κοινό εκπαιδευμένο από τα παιδικά χρόνια να βλέπει κριτικά τις παραστάσεις και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Έδινε τροφή για σκέψη και δεν έκανε μετάγγιση των προσωπικών του απόψεων σε παθητικούς θεατές που σκέφτονται με το μυαλό των άλλων. Οι δημοκρατίες δεν χρειάζονται τέτοιους πολίτες, άλλωστε. Δεν είναι τυχαίο ότι στις επαναλήψεις παλαιάς κωμωδίας, που ξεκίνησαν το 339 π. Χ., δεν παίχτηκε ποτέ έργο του Αριστοφάνη, διότι ήταν αδύνατον να τον αγγίξεις ύστερα από έναν αιώνα χωρίς να αλλοιωθεί εντελώς το νόημα των λόγων του. Ο κ. Κιμούλης τόλμησε να τον διασκευάσει και να τον προσαρμόσει στα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, στην οποία το έργο ταιριάζει πάρα πολύ, με τρόπο τόσο αφελή που άνετα θα τον έλεγες και πλήρη εσκεμμένου διδακτισμού, διότι τόσο αφελής και τόσο στερημένος ταλέντου δεν πρέπει να είναι.

Γενικώς η διασκευή μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν αντιγραφή σχολίων που πήρε αυτούσια από τα κοινωνικά δίκτυα και τα ενσωμάτωσε στην αριστοφανική ιδέα εντελώς ασύνδετα και εκ του προχείρου. Εν κατακλείδι, ήταν μια προσβολή στη νοημοσύνη όσων δεν πήγαν μέχρι την Επίδαυρο για να φωτογραφηθούν, να πέσουν στα παϊδάκια στο Λυγουριό ή να ζήσουν στιγμές επιθεωρησιακές, τύπου Δελφιναρίου. Αυτοί οι τελευταίοι χειροκρότησαν, άλλωστε, σε κάποια σημεία. Το τελικό χειροκρότημα το «εκμαίευσε» με το «Χάρτινο το φεγγαράκι» και ανήκε εξ ολοκλήρου στον Μάνο Χατζιδάκι.

Το εξοργιστικό είναι ότι επιχορηγείται κάθε τέτοια προχειρότητα, η οποία, σε δεύτερη φάση, μετά την Επίδαυρο, είναι προορισμένη να «επιμορφώσει» και να κατηχήσει και την ελληνική επαρχία με περιοδείες τύπου «αρπαχτής».

Δεν μετανιώνω που πήγα μέχρι την Επίδαυρο, η εμπειρία ήταν μοναδική, ακόμη και για να δω μια τόσο κακή παράσταση, την οποία σε έναν βαθμό έσωσαν ο Πέτρος Φιλιππίδης, εξόχως αριστοφανικός, όπως και ο χορός που υπέστη, ως εκπρόσωπος της ελληνικής νεολαίας, την κατήχηση από το «αφεντικό» της παράστασης.

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη