Δημοσιεύτηκε

Από κάθε ταξίδι, προς οποιονδήποτε προορισμό έχουμε την τύχη να ταξιδέψουμε, επιστρέφουμε με το μυαλό πιο πλατύ, με το μάτι γεμάτο εικόνες και το στόμα πρόθυμο να περιγράψει τα πάντα.

Έτσι επέστρεψα κι εγώ από τη Σκωτία. Κράτος εν κράτει, κομμάτι της Μεγάλης Βρετανίας, που εξακολουθεί να είναι μεγάλη κι ας έχασε τα εδάφη που της επέτρεπαν να επαίρεται ότι “ο ήλιος δεν δύει ποτέ στη βρετανική αυτοκρατορία”. Η βασιλεία με τη δημοκρατία συνυπάρχουν αρμονικά, το κράτος λειτουργεί για τον πολίτη.

Από το αεροδρόμιο της Γλασκώβης κιόλας σε προϊδεάζουν για την τάξη που επικρατεί αλλά και για το ότι έχουν πράγματα να σου “πουλήσουν”. Δεν έχουν Παρθενώνες, δεν έχουν Κνωσό, αλλά έχουν φύση και τη διαφημίζουν. Περπατώντας τον διάδρομο για την έξοδο ακούς,  μεσάνυχτα και κάτι, πουλάκια να κελαηδούν, κρυμμένα πίσω από φυλλώματα στις ταπετσαρίες του τοίχου, να σε καλούν να επισκεφθείς το εθνικό πάρκο του Λοχ Λόμοντ, πράγμα που ασφαλώς προτίθεσαι να κάνεις.

Πρώτη εικόνα το πρωί από το παράθυρο είναι τα σκυλιά στο πάρκο. Τότε ανακαλύπτεις ότι κοιμήθηκες ήσυχα τη νύχτα, σκυλιά δεν άκουσες να γαβγίζουν και να ταράζουν τον ύπνο και τα νεύρα σου. Πού βρέθηκαν τότε όλα αυτά; Πού “κάνουν την ανάγκη τους” αφού δεν βλέπεις στους δρόμους και στα πάρκα το προϊόν της; Απλούστατα, υπακούοντας στους νόμους και στη λογική που επιβάλλει σεβασμό στον συνάνθρωπο, οι ιδιοκτήτες τους τα κρατούν μέσα στο σπίτι και όχι στην αυλή και είναι εφοδιασμένοι με τις ειδικές σακούλες ώστε να καθαρίσουν.

Τα λεωφορεία και τα τρένα, που έρχονται πάντα στην ώρα τους, σε πάνε παντού, ώστε να μην είναι απολύτως απαραίτητο να πάρεις το αυτοκίνητό σου. Αυτός, ίσως, ήταν ο λόγος που δεν είδα κυκλοφοριακή συμφόρηση στην πόλη.

Τη βίαιη αποβίβαση της Άννας - Μαρίας και της σκυλίτσας-οδηγού της από το λεωφορείο την έμαθα την ίδια μέρα που είδα άντρα σε αναπηρικό καροτσάκι να περιμένει στη στάση μόνος του, να έρχεται το λεωφορείο, να κατεβαίνει ο οδηγός και να ανοίγει τη ράμπα, να βοηθά τον επιβάτη να επιβιβαστεί και να πάρει την ειδική θέση μέσα στο όχημα, να κλείνει τη ράμπα και να φεύγει. Το ίδιο έκανε και στην αποβίβαση και όλα αυτά αδιαμαρτύρητα. Επίσης, είδα να επιβιβάζονται επανειλημμένως σκυλιά σε τρένα και λεωφορεία χωρίς να αντιδρούν οδηγοί και επιβάτες.

Στη Σκωτία η αίσθηση που σου δίδεται κυκλοφορώντας στους δρόμους είναι ότι, σε σχέση με την Ελλάδα, υπάρχει στον γενικό πληθυσμό ένα ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό ατόμων με κινητικά και άλλα προβλήματα. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι μεγαλύτερο απ’ ότι στη χώρα μας. Απλώς εκεί οι άνθρωποι δεν είναι καταδικασμένοι να κλείνονται στο σπίτι τους περιμένοντας να βρεθεί άτομο που θα τους βοηθήσει να κινηθούν σε ένα αφιλόξενο γι αυτούς περιβάλλον. Βγαίνουν μόνοι τους, όντες σίγουροι ότι τους παρέχεται κάθε διευκόλυνση για να πάνε οπουδήποτε. Παντού οι δημόσιοι χώροι είναι πλήρως προσβάσιμοι και φιλικοί.

Είδα πάρκα, κήπους και μουσεία, όλα σχεδόν με δωρεάν είσοδο και οικογένειες -κάθε εθνικότητας και χρώματος- να τα επισκέπτονται και να περνούν την ημέρα τους φέρνοντας τα παιδιά τους σε επαφή με τη φύση και τον πολιτισμό.

Άκουσα τόσες φορές τις λέξεις “συγγνώμη”, “παρακαλώ”, “ευχαριστώ”, όσες δεν τις είχα ακούσει σε δημόσιους χώρους ποτέ στη ζωή μου. Παντού επικρατεί τάξη και καθαριότητα, πειθαρχία που δεν σε “πνίγει”, όμως, αλλά λειτουργεί σαν συστατικό της αγαστής συνύπαρξης των ανθρώπων στο ίδιο περιβάλλον.

H αναρχία στη δόμηση είναι άγνωστη λέξη, πόλεις και χωριά είναι χτισμένα με γνώμονα τον σεβασμό στην παράδοση και στο περιβάλλον.

Eκλογές είχαν και αν δεν το ήξερες δεν θα το καταλάβαινες εύκολα με άλλο τρόπο. Ο πολιτισμός της αφισοκόλλησης εμφανής, με αφίσες υποψηφίων μέσα στα ειδικά πλαίσια και μόνον, ενώ επικρατούσε ηρεμία και έλλειψη οχλαγωγίας και παρενόχλησης από υποψηφίους-κοράκια στις εισόδους των εκλογικών τμημάτων να προσπαθούν να επηρεάσουν την απόφασή σου.

Εμείς έχουμε περισσότερο ήλιο και αρχαίο κλέος. Ο μεν ήλιος μας έχει παραζαλίσει, οδηγώντας μας σε λάθος επιλογές, το δε κλέος μας έχει φουσκώσει το “εγώ” και δεν ξέρουμε να λειτουργούμε ως “εμείς”. Φαίνεται, όμως, ότι τα βελανίδια που τους καταλογίζουμε ότι έτρωγαν ενώ “εμείς” χτίζαμε Παρθενώνες ήταν πιο αποτελεσματικά σε βάθος χρόνου από την τσίκνα που προσφέραμε στους θεούς μας.

Δεν αδικώ όσα νέα -κυρίως νέα- παιδιά επιλέγουν να παραμείνουν εκεί μετά τις σπουδές τους στα εκλεκτά -ιδιωτικά αλλά δωρεάν για τους φοιτητές της Σκωτίας, της Ιρλανδίας και της Ε.Ε.- πανεπιστήμια. Δεν είναι παράδεισος, διότι απλούστατα δεν υπάρχει παράδεισος πουθενά. Αλλά είναι ένα ευνομούμενο κράτος, με βαθιά ριζωμένη στον πολίτη την πεποίθηση ότι θα μπει κάτω από μια ομπρέλα προστασίας, ότι θα πληρώσει φόρους αλλά θα του επιστραφούν σε παροχές και δεν θα καταπιεί τον κόπο της ζωής του η μαύρη τρύπα που άνοιξαν οι κλέφτες που υπέθαλψαν επί τόσες δεκαετίες οι κυβερνώντες.

Ίσως να έπρεπε, αντί να κάνουμε εξαγωγή Ελλήνων, να κάνουμε εισαγωγή πολιτικής και πρακτικών διοίκησης. Να εισαγάγουμε την ευγένεια που θα διευκολύνει την καθημερινή επαφή μας με τον γείτονα, τον πελάτη, την υπηρεσία. Να φέρουμε τη συνέπεια και τη σταθερότητα που εξασφαλίζει αν όχι την ευτυχία, τουλάχιστον την ηρεμία που απαιτείται για να είναι πιο ευχάριστο το πέρασμά μας από τον μάταιο τούτο κόσμο.

Ύστερα και από αυτό το ταξίδι ένα παράπονο, ευκόλως εννοούμενο, με πνίγει.

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη