Δημοσιεύτηκε

«Ο γενάρχης της λογοτεχνίας αυτής δεν ήξερε ελληνικά, αλλά τα έμαθε και τα μάθαινε ως το τέλος της ζωής του. […] Αλλά την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού. Και ίσως επειδή ερχότανε κάθε τόσο από μακριά, να κοίταξε τα πράγματα με το φρέσκο και το σίγουρο μάτι που τα κοίταξε.»

 Γεώργιος Σεφέρης

«Γενάρχης της λογοτεχνίας αυτής» ήταν ο Διονύσιος Σολωμός, που γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 και ήταν μόλις 25 χρόνων όταν το 1823 έγραψε τον Ύμνον εις την ελευθερίαν, τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας.

Το πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι το ότι ο εθνικός μας ποιητής -εθνικός όχι μόνον επειδή έγραψε τον εθνικό ύμνο αλλά και λόγω της επιρροής του γενικά στον ελληνικό ποιητικό λόγο-  δεν είχε ως πρώτη γλώσσα την ελληνική αλλά την ιταλική. Έζησε ολόκληρη τη ζωή του έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους και, ανάλογα με την πολιτική κατάσταση των Επτανήσων υπήρξε άλλοτε Γάλλος και άλλοτε Άγγλος πολίτης. Ως γνωστόν τα Επτάνησα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα το 1864, με τη Συνθήκη του Λονδίνου, επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Σολωμού. Η ασταθής πολιτική κατάσταση δημιούργησε προβλήματα αλλά δημιούργησε ένα περιβάλλον πολυπολιτισμικό. Τα Επτάνησα από τη θέση τους υπήρξαν ανέκαθεν πύλη εισόδου νέων ιδεών και πολιτιστικών ρευμάτων.

Μήγαρις ἔχω ἄλλο στὸ μυαλό μου,

πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλῶσσα.

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο. Ο πατέρας του, ο ευγενής κόντε Νικόλαος, κρητικής καταγωγής, ήταν 61 ετών και η μητέρα του Αγγελική Νίκλη ήταν μια νεαρή λαϊκή κοπέλα, παιδί σχεδόν, η 15χρονη υπηρέτριά του.

Ύστερα από τρία χρόνια γεννήθηκε και ο αδελφός του Δημήτριος. Πολλοί Επτανήσιοι ευγενείς διατηρούσαν τα ενετικά ήθη της απόκτησης παιδιών εκτός γάμου. Ο κόντε Νικόλαος Σολωμός, λίγο πριν πεθάνει, παντρεύτηκε τη μητέρα τους και τους όρισε ως κληρονόμους στη διαθήκη του. Μαζί με τον τίτλο ευγενείας περιήλθε στους δυο αδελφούς και μια πολύ μεγάλη περιουσία. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας επέτρεπε να μορφωθούν καλά τα δυο αγόρια, αρχικά με οικοδιδάσκαλο, τον καθολικό αβά  Σάντο Ρόσσι. Ήταν ο ίδιος που συνόδευσε τον 10χρονο μαθητή του Διονύσιο στη Βενετία και στην Κρεμόνα για τις βασικές σπουδές του, τις οποίες συνέχισε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Παβία.

Στην Ιταλία συναναστράφηκε σημαντικούς ποιητές του νεοκλασικισμού και του ανερχόμενου τότε ρεύματος του ρομαντισμού. Η ιταλική ήταν η γλώσσα στην οποία έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Ήταν κυρίως σονέτα, ένα δύσκολο ποιητικό είδος, με τη θρησκευτική θεματολογία να επικρατεί, όπως και γενικά στην ιταλική ποίηση της εποχής. Παρακολουθούσε τις λεγόμενες «ακαδημίες» ποίησης, δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων και βραδιές ποιητικού αυτοσχεδιασμού, με δοσμένο θέμα και ζητούμενο την ταχύτητα με την οποία ο ποιητής θα αξιοποιήσει τις λέξεις προκειμένου να κάνει ρίμα.

Επηρεασμένος από τις συναναστροφές του και την επαφή του με μια ανθούσα ιταλική λογοτεχνία ήταν τόσο καλός που από την αρχή θεωρήθηκε ένας πολλά υποσχόμενος Ιταλός ποιητής. Παράλληλα έζησε τον απελευθερωτικό αγώνα των Ιταλών απέναντι στους Αυστριακούς κατακτητές τους, πράγμα που επηρέασε την πορεία του ως ποιητή.

Το 1818 επέστρεψε στη Ζάκυνθο και μέχρι το 1822 συνέθετε στην ιταλική γλώσσα θρησκευτικά ποιήματα αλλά και σατιρικά, που είχαν, συνήθως, ως στόχο τον Ζακυνθινό γιατρό Διονύσιο Ροΐδη. Ανάμεσα σε αυτά και 20 περίπου ελληνικά λυρικά ποιήματα (π.χ. η γνωστή Ξανθούλα) που κρίνονται ως αφελή, με κύρια θεματολογία την άδολη αγάπη, τις εξιδανικευμένες γυναίκες και τον θάνατο φανταστικών ή πραγματικών ηρώων.

Συνέχισε να γράφει στα ιταλικά αλλά ξεκίνησε να μελετά με σοβαρότητα την ελληνική ως δεύτερη γλώσσα. Την καλλιέργησε σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε να γίνει το εργαλείο για τη σύνθεση της ποιοτικότερης ποιητικής παραγωγής του. Μελέτησε το δημοτικό τραγούδι, τις ερωτικές μυθιστορίες, έργα της κρητικής αναγέννησης αλλά και τους ποιητές που προηγήθηκαν, τους προσολωμικούς, όπως τους ονόμασε η σύγχρονη φιλολογία.

Το 1823 έγραψε τις 158 τετράστιχες στροφές του «Ύμνου», σε γλώσσα ελληνική μικτή, με βάση τη δημοτική, εμπλουτισμένη με λόγια στοιχεία και ιταλισμούς και στο ύφος του επικού και λυρικού είδους. Πρόκειται για το σημαντικότερο ποίημα της νεανικής περιόδου του Σολωμού και γνώρισε γρήγορα μεγάλη απήχηση, δημοσιεύτηκε και μεταφράστηκε επανειλημμένως.

Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν και άλλα, πατριωτικού κυρίως περιεχομένου, ποιήματα: η λυρική ωδή «Εις τον θάνατον του Λορδ Μπάυρον», το εξαιρετικό επίγραμμα «Η καταστροφή των Ψαρών» και το «Η φαρμακωμένη».

Τα χρόνια αυτά σημαδεύουν, όμως, οι διενέξεις οικονομικής φύσης ανάμεσα στον Διονύσιο και στα άλλα τρία αδέρφια του, τον Ροβέρτο από τον πρώτο γάμο του πατέρα του, τον Δημήτριο και, κυρίως, τον Ιωάννη, από τον δεύτερο γάμο της μητέρας του, που γεννήθηκε πολύ λίγο μετά τον θάνατο του Νικολάου Σολωμού και διεκδικούσε το όνομα, μέρος της περιουσίας και τον τίτλο ευγενείας. Ο Διονύσιος δικαιώθηκε αλλά βγήκε από την ιστορία αυτή στα σαράντα ένα του, ταλαιπωρημένος ψυχικά και ηθικά και έχοντας χάσει την επαφή με τη μητέρα του, η οποία πήρε το μέρος του Ιωάννη, αλλά και με τον κοινωνικό του κύκλο.

Η ασταθής οικογενειακή και κοινωνική του κατάσταση τον ανάγκασε να μετοικίσει στην Κέρκυρα το 1828, όπου έγινε το επίκεντρο ενός πολύ σημαντικού κύκλου πνευματικών και προοδευτικών ανθρώπων, με μόρφωση και ανοιχτούς ορίζοντες, φιλελεύθερες ιδέες και αισθητική, που φιλοδοξούσαν να συμβάλλουν στην αναγέννηση της νεοελληνικής γραμματείας. Η Επτανησιακή Σχολή γεννήθηκε εκεί, από αυτόν τον κύκλο, πολύ πριν αναγεννηθεί η ποίηση στην Αθήνα, την πρωτεύουσα της Ελλάδας.

Η κερκυραϊκή περίοδος του Σολωμού είναι η αρχή της μεταστροφής της ποιητικής του. Έρχεται σε επαφή με μια ποικιλία αναγνωσμάτων κυρίως από τη γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία, που σε συνδυασμό με τη νεοκλασικιστική και νεοπλατωνική περίοδο της Ιταλίας ενέτειναν τους προβληματισμούς του. Το αποτέλεσμα είναι να στραφεί προς μια ποίηση περισσότερο φιλοσοφική, εμπνευσμένη από ιστορικά γεγονότα, όπου εξαίρει την ταπεινότητα και το ηθικό μεγαλείο και την ιδέα της ελευθερίας. Οι ήρωές του (Κρητικός, Ελεύθεροι πολιορκημένοι) περνούν μια σειρά από δοκιμασίες τις οποίες υπερβαίνουν και επικρατεί το ηθικό μεγαλείο και η εσωτερική ελευθερία τους. Εμφανείς είναι οι επιρροές από την ελληνική παράδοση και το δημοτικό τραγούδι.

Συνοπτικά το έργο του Σολωμού διακρίνεται σε δυο θεματικά ζεύγη: ελευθερία - φύση και θρησκεία - θάνατος. Ο έρωτας σε όλο το έργο του ήταν αγνός πλην του Λάμπρου που υπήρξε σαρκικός.

Το βασικό θεματικό τρίπτυχο πατρίδα, χριστιανική θρησκεία και εξιδανικευμένη γυναικεία μορφή της Επτανησιακής Σχολής ισχύει και για τη νεανική ποιητική παραγωγή του Σολωμού της ζακυνθινής περιόδου. Στα ώριμα συνθέματά του επεξεργάζεται τα ίδια θέματα γίνονται αντικείμενο και τα εμπλουτίζει μέσα από τις φιλοσοφικές αναζητήσεις του: ο έρωτας, ο θάνατος, η ελευθερία, η πίστη στον θεό, η σχέση του ανθρώπου με τη φύση.

Το δημοσιευμένο έργο του Σολωμού ήταν πολύ μικρό. Ο κύριος όγκος του έργου του βρέθηκε σε χειρόγραφα μετά τον θάνατό του και όταν το 1859 το επιμελήθηκε και το δημοσίευσε ο φίλος και μαθητής του Ιάκωβος Πολυλάς με τον τίτλο Τα ευρισκόμενα δημιούργησε απογοήτευση στο κοινό του Σολωμού, που περίμενε ένα μεγαλειώδες έργο και αντί αυτού έβλεπε αποσπασματικά, ημιτελή ποιήματα. Κάποιοι μελετητές αποδίδουν στην τελειομανία του το ότι άφησε ημιτελή τα έργα του, με σκοπό την την ολοκλήρωσή τους στην ιδανική για τον ποιητή μορφή ενώ άλλοι αποφαίνονται ότι δεν τον απασχολούσε το θέμα της ολοκλήρωσης, είτε λόγω της πνευματικής ή συναισθηματικής αστάθειας που προκαλούσε ο αλκοολισμός του είτε ευθύνεται η έλλειψη έμπνευσης. Έκτοτε το έργο του Σολωμού παραμένει ανοικτό σε μελέτη και συζήτηση και γνώρισε πολλές διαφορετικές εκδόσεις.

Οι κύριοι σταθμοί της εκδοτικής τύχης του σολωμικού έργου υπήρξαν:

  • Πολυλάς

Διονυσίου Σολωμού Τα Ευρισκόμενα, 1859 (έκδ. Πολυλά), Κέρκυρα: Αντ. Τερζάκης, 1859.

  • Καιροφύλας

Σολωμού Ανέκδοτα Eργα, Αθήνα: Στοχαστής, 1927.

  • Πολίτης

Διονυσίου Σολωμού Άπαντα, (επιμ.-σημ. Λίνος Πολίτης), Αθήνα: Ίκαρος,

α) τόμ. Α': Ποιήματα (1948),

β) τόμ. Β': Πεζά και Ιταλικά (1955),

γ) τόμ. Β': Παράρτημα. Ιταλικά - Ποιήματα και Πεζά (1960),

δ) τόμ. Γ': Αλληλογραφία, (επιμ.-μτφρ.-σημ. Λίνος Πολίτης), Αθήνα: Ίκαρος, 1991.

  • Τωμαδάκης

Διονύσιος Σολωμός, «Βασική Βιβλιοθήκη», (επιμ.-εισαγ. Ν. Β. Τωμαδάκης), Αθήνα: Αετός, 1954.

  • Αυτόγραφα

Διονυσίου Σολωμού Αυτόγραφα Έργα, (επιμ. Λίνος Πολίτης), τόμ. Α': Φωτοτυπίες, τόμ. Β': Τυπογραφική Μεταγραφή, Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, 1964.

  • Τσαντσάνογλου

α) Τσαντσάνογλου Ελ., Μια Λανθάνουσα Ποιητική Σύνθεση του Διονυσίου Σολωμού. Το Αυτόγραφο Τετράδιο Ζακύνθου αρ. 11, Αθήνα: Ερμής, 1982.

β) Τσαντσάνογλου Ελ., Διονυσίου Σολωμού «Η Γυναίκα της Ζάκυθος», Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, 1991.

γ) «Η Γυναίκα της Ζάκυθος», Αυτόγραφα Έργα, Ενότητα 5, (επιμ. Λ. Πολίτης - Ελ. Τσαντσάνογλου), Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 1998.

  • Αλεξίου

Διονυσίου Σολωμού Ποιήματα και Πεζά, (επιμ.-εισαγ. Στυλιανός Αλεξίου), Αθήνα: Στιγμή, 1994.

Τα κυριότερα έργα του είναι, εκτός από τον Ύμνο, Ο Λάμπρος, Ο Κρητικός, Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας, Η γυναίκα της Ζάκυνθος (πεζό), και πολλά άλλα ολοκληρωμένα ή ημιτελή, διαφόρων φάσεων της δημιουργικής του πορείας.

Το πρόβλημά του με το αλκοόλ ήταν η πιθανή αιτία του θανάτου του από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις, τον Φεβρουάριο του 1857 στην Κέρκυρα, σε ηλικία 58 ετών. Παρά το ότι υπήρξε ιδιότροπος και μοναχικός άνθρωπος και δεν απέκτησε δική του οικογένεια, ήταν πολύ αγαπητός σαν ποιητής και ο θάνατός του προκάλεσε θλίψη σε όλο τον λαό. Στην Κέρκυρα έκλεισε το θέατρο και η Ιόνια Βουλή διέκοψε τις εργασίες της ύστερα από την απόφαση να κηρυχθεί δημόσιο πένθος.

Πηγές - βιβλιογραφία:

 

Τον όρο Επτανησιακή Σχολή χρησιμοποίησε πρώτος ο Κωστής Παλαμάς, για να περιγράψει το σύνολο των αξιόλογων ποιητών που έδρασαν στα Επτάνησα κατά τον 19ο αιώνα, κυρίως γύρω από τον Σολωμό.

Γεωργία Καρβουνάκη

 






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη