Δημοσιεύτηκε 14/03/2016

Κώστας Αρκουδέας: Όλοι έχουν λίγο Καζαντζάκη μέσα τους

«Από τα 18 μου ήξερα ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας», μου είπε ένας φίλος,  ενώ πίναμε καφέ ένα απόγευμα Κυριακής. Φαίνεται ότι είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που το νεανικό όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

Ο φίλος είναι ο Κώστας Αρκουδέας, ο συγγραφέας ο οποίος, ύστερα από πολλούς επιτυχημένους τίτλους βιβλίων, πρόσθεσε στο ενεργητικό του ακόμη έναν που, μάλιστα, βρίσκεται τον τελευταίο καιρό μόνιμα στη λίστα με τα πλέον «ευπώλητα» βιβλία: Το χαμένο Νόμπελ.

Ο Κώστας Αρκουδέας είναι ένας από τους πρώτους μου φίλους στο facebook και από τις πιο συμπαθείς παρουσίες στην απέραντη διαδικτυακή κοινωνία, της οποίας είμαι μέλος τόσα χρόνια. Απομεσήμερο Κυριακής, ραντεβού στον Ιανό, δεν θα μπορούσε αλλού, σημείο κατάληξης κοντινό ατμοσφαιρικό καφέ. Στην πρώτη αυτή συνάντηση ήξερα τι να περιμένω: έναν άνθρωπο με ευαισθησία και ποιότητα. Δεν διαψεύστηκα. Ένας ωραίος, χαμογελαστός άντρας, που σε κάνει να αισθάνεσαι οικεία μαζί του και έχει απάντηση για κάθε απορία χωρίς ίχνος έπαρσης.

Το Νόμπελ που μας λείπει είναι μια ιστορία πίκρας για τους Έλληνες, βιβλιόφιλους και μη. Η νεότερη ελληνική λογοτεχνία στην εξέλιξή της δεν υστερεί σε τίποτα από την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια κι ας έχει τιμηθεί μόνο δυο φορές με το μεγάλο αυτό βραβείο από το 1901, που για πρώτη φορά απονεμήθηκε στον Γάλλο Συλί Προυντόμ. Στη συνείδηση, όμως, του καθενός μας υπάρχει ένα τρίτο Νόμπελ, που μπορεί να μην το πήρε ποτέ αλλά ανήκει σε έναν μεγάλο Έλληνα, τον Νίκο Καζαντζάκη. Είναι ο συγγραφέας που, σχεδόν 60 χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν έπαψε ποτέ να απασχολεί την κοινή γνώμη, ενώ η ζωή και το έργο του αναλύεται ακόμη στα μικροσκόπια των απανταχού φίλων του και μη, αναγνωστών και ειδικών επιστημόνων. Ακόμη και ο θάνατός του, η κηδεία του πιο σωστά, εξακολουθεί να είναι αντικείμενο συζήτησης. Ο τόπος ταφής του είναι ένα από τα πιο εμβληματικά σημεία της Κρήτης, που δέχεται επισκέπτες από όλο τον κόσμο.

Οι λόγοι πολλοί και διάφοροι. Όχι μόνον επειδή υπήρξε μια προσωπικότητα για πολλούς αμφιλεγόμενη σε ό,τι αφορά τον χαρακτήρα του, την πολιτική του στάση, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του, αλλά και διότι το έργο του υπήρξε μια διαρκής αναζήτηση της μεγάλης αλήθειας που διέπει την ανθρώπινη ύπαρξη. Μέσα από τη μυθοπλασία περνούν οι μεγαλύτερες φιλοσοφικές θεωρίες του καιρού του, που διαχρονικά στήριξαν τις πνευματικές ανησυχίες των νέων αλλά και μεγαλύτερων αναγνωστών του.

Αν αυτό δεν ήταν σύμφωνο προς την επιθυμία του Άλφρεντ Νόμπελ να απονέμεται το ετήσιο βραβείο «σε αυτόν που δημιουργεί έξοχο έργο με ιδεαλιστικές προεκτάσεις» τότε ποιο ήταν; Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την δεκαετία του ’40 και μέχρι τον θάνατο του Καζαντζάκη ήταν διαρκώς αναμενόμενο αλλά και «χαμένο». Όχι γιατί ο συγγραφέας υστερούσε έναντι των συνδιεκδικητών αλλά γιατί ένα φοβερό παρασκήνιο, υποκινούμενο εκ των έσω, έκανε «δημόσιες σχέσεις» σε βάρος του. Μέχρι σήμερα όλα αυτά ήταν ένα κοινό μυστικό που κυκλοφορούσε αποσπασματικά, σαν φήμη, στους «διαδρόμους» της ελληνικής κοινωνίας, χωρίς να υπάρχουν ασφαλή τεκμήρια που να μας διαφωτίζουν, τουλάχιστον εμάς, τους απλούς αναγνώστες.

Ο Κώστας Αρκουδέας έρχεται να συλλέξει υλικό και τεκμηριωμένα να φωτίσει και την πιο σκοτεινή «γωνιά» της ιστορίας αυτής. Συγκέντρωσε όλα τα ντοκουμέντα σε ένα βιβλίο, το οποίο αποτελεί ένα ολοκληρωμένο έργο, που δίνει απάντηση στο γιατί χάθηκε αυτό το Νόμπελ. Μέσα από μια ιστορική αναδρομή στην ιστορία του θεσμού των Νόμπελ, με αναφορές στις ελληνικές υποψηφιότητες, στους βραβευθέντες των ετών που ήταν υποψήφιοι Έλληνες λογοτέχνες, ο συγγραφέας «απονέμει δικαιοσύνη», υπονομεύοντας το κατεστημένο χωρίς φόβο αλλά με πάθος και μας κάνει κοινωνούς της αλήθειας που βρισκόταν καλυμμένη κάτω από τόνους μικρο- ή μεγαλο-συμφερόντων.

Με προθυμία και υπομονή ο Κώστας απάντησε στις -πολλές- ερωτήσεις που του έστειλα γραπτά μετά τη συνάντησή μας. Τον ευχαριστώ πολύ γι αυτό, όπως και για το βιβλίο που μας παραδίδει.

Κώστα, δήλωσες κάπου ότι χρωστάμε μια συγγνώμη στον Νίκο Καζαντζάκη, η οποία δεν θα έρθει από τα δημόσια πρόσωπα. Όμως, η πλευρά των δημοσίων προσώπων είναι ακριβώς αυτή που του την οφείλει, εμείς τον αγαπήσαμε και τον τιμήσαμε, εκείνη τον υπονόμευσε. Τι πιστεύεις ότι η Πολιτεία θα πρέπει ακόμη να πράξει για να επανορθώσει μερικώς, έστω και εκπρόθεσμα;

Πολλά, έστω και ετεροχρονισμένα. Δες, για παράδειγμα, τι κάνει η Πορτογαλία για τον Πεσσόα ή για τον Σαραμάγκου. Βοηθάει να γίνονται συνεχώς εκδηλώσεις και αφιερώματα σε εκείνους σε ολόκληρο τον κόσμο. Αν γίνει το 2017 Έτος Καζαντζάκη είναι μια καλή αρχή, με αφορμή τα 60 χρόνια από το θάνατό του. Θα γίνουν εκδηλώσεις στην Ελλάδα και σε ολόκληρο τον κόσμο, για τις οποίες το υπουργείο Πολιτισμού δε χρειάζεται να βάλει ούτε ευρώ. Θα είναι ωστόσο μια ηθική δικαίωση για τους φορείς που βρίσκονταν παλιότερα σε διένεξη και τώρα ομονοούν – τις εκδόσεις Καζαντζάκη, τη Διεθνή Εταιρεία Φίλων Καζαντζάκη και το Μουσείο Καζαντζάκη στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Τι ήταν αυτό που σε παρακίνησε να στραφείς σε ένα άλλο είδος γραφής; Από τη μυθοπλασία στο ντοκουμέντο, στον δοκιμιακό λόγο. Γιατί;

Αν προσέξει κανείς τη βιβλιογραφία μου, θα δει ότι σε κάθε νέο βιβλίο κινούμαι σε διαφορετική περιοχή της λογοτεχνίας: Ιστορικό μυθιστόρημα, επιστημονικό νουάρ, παιδικό, διήγημα, νουβέλα, και ούτω καθεξής. Ωστόσο, σωστά επισήμανες ότι είναι η πρώτη φορά που ξέφυγα από τη μυθοπλασία και στράφηκα στον δοκιμιακό λόγο. Και μάλιστα σε ένα είδος άγνωστο, το οποίο μια φιλόλογος στην Κατερίνη αποκάλεσε Μυθιστορηματική Τεκμηριωμένη Πραγματεία. Δεν γνωρίζω επακριβώς μέσα από ποια εσωτερική διεργασία προέκυψε. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι μου αρέσει, ότι με ικανοποιεί και ότι σκέπτομαι να το επαναλάβω.  

Πώς θα χαρακτήριζε κάποιος τη σπουδή του Καζαντζάκη να υποβάλλει υποψηφιότητα για Νόμπελ το 1946, χρονιά που είχε προταθεί και ο Σικελιανός; Πόσο «δίκαιο», κατά τον Ν.Κ., ήταν να μοιραστούν το Νόμπελ; Εννοώ, μήπως οι πιθανότητές του κάποια άλλη χρονιά θα ήταν μεγαλύτερες;

Ο Καζαντζάκης στράφηκε στην κατάκτηση του Νόμπελ Λογοτεχνίας όταν είδε πως στην Ελλάδα οι πιθανότητες να κατακτήσει κάποιο βραβείο ήταν μηδαμινές, με όλο το κατεστημένο εναντίον του. «Νόμισα δίκαιο», έγραψε στον Πρεβελάκη, «για να ολοκληρωθούν τα αιτήματα του πνευματικού μας κόσμου, να μοιραστούμε το βραβείο όπως μοιραζόμαστε τις βρισιές και τους επαίνους». Ήταν σίγουρα φιλόδοξος. Αυτή η φιλοδοξία ήρθε σε σύγκρουση με τη φιλοδοξία του Σικελιανού, γι’ αυτό και οι σχέσεις τους διαταράχτηκαν.

Με ποια κριτήρια δυο λογοτέχνες από την ίδια χώρα θα έπρεπε να μοιραστούν το Νόμπελ Λογοτεχνίας; Ας πούμε, όταν το 1966 το μοιράστηκαν μια Γερμανίδα (Ζαχς) κι ένας Εβραίος (Άγκνον) τα κριτήρια εύκολα τα φαντάζεται κάποιος. Στην περίπτωση Σικελιανού - Καζαντζάκη γιατί;

Γιατί υπηρετούσαν και οι δυο τη λογοτεχνία μιας χώρας που είχε υποφέρει κατά τη διάρκεια του Πολέμου και ανήκε στην πλευρά των νικητών. Τέτοιου είδους προτάσεις ήταν στο πνεύμα των μελών της Σουηδικής Ακαδημίας εκείνη την εποχή. Μην ξεχνάμε ότι αργότερα, το 1979, έκαναν από κοινού πρόταση στον Οδυσσέα Ελύτη και στον Γιάννη Ρίτσο, μολονότι δεν την αποδέχτηκαν. Πρότειναν δηλαδή δυο ποιητές διαμετρικά αντίθετους, τόσο στο έργο τους όσο και στη ζωή τους, με σκοπό να στείλουν ένα παγκόσμιο μήνυμα συμφιλίωσης.

Μήπως αυτός ο ανταγωνισμός των δυο τους στέρησε το βραβείο;

Και άλλες χρονιές υπήρξαν περισσότεροι τους ενός προτεινόμενοι από ίδια χώρα, δίχως αυτό να εμποδίσει κάποιους να κατακτήσουν το βραβείο. Το 1957, για παράδειγμα, τη χρονιά που το κατέκτησε ο Αλμπέρ Καμύ, ήταν προτεινόμενοι ο Αντρέ Μαλρό και ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, Γάλλοι και οι τρεις. Ο λόγος που δεν το πήραν οι Καζαντζάκης-Σικελιανός το 1946 ήταν γιατί απλούστατα οι Σουηδοί ήθελαν να το δώσουν αλλού.

Ή, πάλι, μήπως το ότι όσοι το κέρδισαν αντ’ αυτών ήταν εξίσου αξιόλογοι; Ο Έσσε, ο Ζιντ, ο Έλιοτ μπορούν να αμφισβητηθούν;

Από το 1946 μέχρι το 1957, τα 11 δηλαδή χρόνια που ο Καζαντζάκης διεκδίκησε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, υπήρξαν τριών ειδών βραβεύσεις: οι καλές, οι μέτριες και οι παράλογες. Στις καλές βραβεύσεις ανήκουν οι Χέρμαν Έσσε, Αντρέ Ζιντ, Τ.Σ. Έλιοτ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ και Αλμπέρ Καμύ. Στις μέτριες βραβεύσεις κατατάσσονται –κατά τη γνώμη μου πάντα- ο Σουηδός Περ Λάγκερκβιστ το 1951, ο Γάλλος Φρανσουά Μωριάκ το 1952 και ο Ισλανδός Χαλντόρ Λάξνες το 1955, όταν στο πρόσωπό του βραβεύτηκε το πιο βιβλιοφιλικό έθνος στον κόσμο, η Ισλανδία. Ωστόσο, οι βραβεύσεις των Μπέρτραντ Ράσελ το 1950 και Ουίνστον Τσώρτσιλ το 1953 ήταν πέρα ως πέρα παράλογες. Κανείς τους δεν ήταν λογοτέχνης. Ο Ράσελ ήταν φιλόσοφος, ενώ αν έπρεπε να πάρει κάποιο βραβείο ο Τσώρτσιλ, θα έπρεπε να πάρει το Βραβείο Ειρήνης για τη συμβολή του στη νίκη των συμμάχων έναντι του άξονα. Το ότι κατέκτησε το Νόμπελ Λογοτεχνίας για τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του είναι εξωφρενικό.  

Ο πνευματικός κόσμος της εποχής λειτούργησε με στεγανά, όπως προκύπτει. Πόσο δύσκολο ήταν να ξεφύγουν από τις αγκυλώσεις τους, να δεχτούν στους κόλπους τους και να στηρίξουν έναν συγγραφέα όπως ο Καζαντζάκης, που υπήρξε πολύ μπροστά από την εποχή του; Ήταν «διαφθορέας των νέων», ένας Σωκράτης που εισήγαγε καινά δαιμόνια.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αναφερόμαστε σε εποχές ακραίας πόλωσης. Ο πνευματικός κόσμος τη χώρας, όπως και ο πολιτικός κόσμος, ήταν χωρισμένος στα δυο και ένας λογοτέχνης που ξέφευγε από τον κανόνα βαλλόταν πανταχόθεν. Για τους δεξιούς λογοτέχνες ο Καζαντζάκης ήταν άθεος και κομμουνιστής, ενώ για τους αριστερούς ήταν κάλπης και μυστικιστής. Κατηγορήθηκε ότι με τα γραπτά του διέφθειρε τους νέους –κατηγορία που είχε αποδοθεί και στον Σωκράτη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Καζαντζάκης ήταν ο Σωκράτης της εποχής του, καθώς εισήγαγε τα δαιμόνια της πολυχρωμίας σε μια άχρωμη εποχή. Ο Καζαντζάκης ήταν και είναι αγαπητός στους νέους, γιατί στα μάτια τους είναι ο μεγάλος αμφισβητίας. Αυτός που ήρθε σε ρήξη με το κατεστημένο και καταδιώχτηκε για τις ιδέες του. Οι προϋποθέσεις που έθεσε στη ζωή του (η διαρκής κίνηση, η θέληση για δημιουργικότητα, η προσπάθεια του ανθρώπου για αυτογνωσία και η ελευθερία) βρίσκουν ανταπόκριση μέχρι σήμερα. Και οι δυο μεγάλοι άνδρες καταδικάστηκαν. Η μοίρα τους, ελάχιστα διαφορετική. Ο Σωκράτης προτίμησε να πιει το κώνειο και να πεθάνει, παρότι η πόρτα του κελιού του ήταν ανοιχτή, ο φύλακας έλειπε και θα μπορούσε να διαφύγει στην εξορία. Ο Καζαντζάκης ήπιε το πνευματικό κώνειο που του πρόσφεραν οι συμπολίτες του και έμεινε περιθωριακός στον τόπο του, για να πεθάνει τελικά στην εξορία της Αντίπολης, στη Γαλλία.  

Η Εκκλησία επηρέασε τις διαδικασίες; Ήταν κομμάτι του «επίσημου κράτους» που καταδίκασε τον Καζαντζάκη στο να στερηθεί την τιμή του Νόμπελ;

Από την πρώτη στιγμή μέχρι το τέλος της ζωής του, η Εκκλησία στάθηκε απέναντι στον Καζαντζάκη και τον πολέμησε με κάθε μέσο. Ήταν κόκκινο πανί για φανατικούς ιερείς, όπως ο Αυγουστίνος Καντιώτης, που έβλεπαν στο πρόσωπό του τον Αντίχριστο. Η Ιερά Σύνοδος πρότεινε τον αφορισμό του, τον οποίο απέφυγε με μια διπλωματική κίνηση ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας παραπέμποντας το όλο ζήτημα στην ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης. Το Βατικανό, ωστόσο, ενέγραψε τον «Τελευταίο Πειρασμό» στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων για τα έτη 1954 και 1955, τον γνωστό Index, που προέτρεπε να ρίχνονται στην πυρά όλα τα βλάσφημα βιβλία. Και ο Καζαντζάκης έδωσε την εξής απάντηση: «Στο δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση».  Ήταν μια απαγόρευση που  βοήθησε τελικά στον Καζαντζάκη, τα βιβλία του οποίου άρχισαν να κάνουν απίστευτες πωλήσεις. Όπως μαρτυρά η Έλλη Αλεξίου, για μια εποχή στην Ελλάδα πωλούνταν μονάχα βιβλία του Καζαντζάκη.

Εκτός από τον Καζαντζάκη, ποιος άλλος Έλληνας -πλην του Σικελιανού, που προτάθηκε επανειλημμένως- άξιζε τη διάκριση αλλά δεν την έλαβε; Ο Βάρναλης θα μπορούσε ή θα έπρεπε, ας πούμε; Ο Καβάφης;

Ο Παλαμάς προτάθηκε αρκετές φορές και μάλιστα από διεθνείς παράγοντες, αλλά δεν κέρδισε το βραβείο Νόμπελ. Σωστά, κατά τη γνώμη μου. Το έργο του είχε αξία για την εποχή του, αλλά δεν είχε διάρκεια, δεν είχε διαχρονικότητα. Ο Καβάφης θα μπορούσε να προταθεί, φυσικά, αλλά κανείς δεν τον πρότεινε. Ήταν για τους Έλληνες της εποχής του κάτι σαν εξωτικό φρούτο και πολλοί τον διακωμωδούσαν. Όλοι αυτοί, φυσικά, κατάπιαν στη συνέχεια τη γλώσσα τους βλέποντας το έργο του να διαδίδεται παγκοσμίως. Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τον Καζαντζάκη. Το έργο του εξακολουθεί να ανθίζει σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ όσοι υπήρξαν εμπαθείς μαζί του έχουν ξεχαστεί.   

Πόσο αδιάβλητη είναι η διαδικασία; Είναι γενικώς το Νόμπελ βραβείο των παρασκηνιακών επιλογών, μιας και δεν είναι σαφείς οι διαδικασίες;

Οπουδήποτε εμπλέκεται ο ανθρώπινος παράγοντας εμπλέκεται και το υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι σαφές. Ωστόσο, θα περίμενε κανείς να μην απομακρυνθούν τόσο σύντομα τα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας από το πνεύμα του ιδρυτή τους. Τρανό παράδειγμα το 1956, όταν το βραβείο κατέληξε στον λυρικό ποιητή Χουάν Ραμόν Χιμένεθ και όχι στον Καζαντζάκη, που με τη ζωή και το έργο του υπήρξε η ενσάρκωση των ιδανικών του Άλφρεντ Νόμπελ. 

Αν το Νόμπελ είναι ένας θεσμός διαβλητός γιατί ο Ν.Κ. το επεδίωξε και γιατί θεωρείται τόσο μεγάλη τιμητική διάκριση για τη χώρα του λογοτέχνη που το λαμβάνει;

Ο Καζαντζάκης πίστευε ότι η βράβευσή του με Νόμπελ θα τιμούσε τη χώρα του και ιδίως τη γενέτειρά του, την Κρήτη. Εκτός αυτού, θα απέβαλε άπαξ δια παντός το οικονομικό άγχος όχι τόσο από τον ίδιο όσο από τη σύντροφό του, την Ελένη. Οι δυο τους, την περίοδο της Κατοχής στην Αίγινα, ζούσαν με ελάχιστα – για εβδομάδες ή και μήνες ακόμα έπιναν μόνο τσάι. Για τον εαυτό του κρατούσε το δικαίωμα της πραγμάτωσης των ταξιδιών που ονειρευόταν, κυρίως στην Ινδία και στη Λατινική Αμερική, καθώς τα ταξίδια αποτελούσαν για εκείνον πηγή έμπνευσης. Ωστόσο, το επίσημο ελληνικό κράτος όρθωσε τεράστια εμπόδια στην επιδίωξή του. Το 1951, ο Σπύρος Μελάς, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ταξίδεψε στη Στοκχόλμη και συνεργάστηκε με τον Έλληνα πρέσβη προκειμένου να αποτρέψουν τη βράβευση του Καζαντζάκη. Στο δεύτερο ερώτημα τώρα. Μπορεί τα λάθη που έγιναν κατά τη διάρκεια του θεσμού να ήταν κραυγαλέα και να αφαίρεσαν κάμποση από τη αίγλη του, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα βραβεία Νόμπελ έπαψαν ποτέ να είναι σημαντικά. Οι προβολείς ολόκληρου του πλανήτη πέφτουν πάνω στον βραβευμένο και στο έργο του, ενώ παράλληλα η χώρα του έχει μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να επανατοποθετηθεί στον λογοτεχνικό χάρτη.

● Η σουηδική Ακαδημία κατηγορείται για συντηρητισμό ή για έλλειψη λογοτεχνικού αισθητηρίου. Τι έχεις να πεις γι αυτό; Έχεις διαβάσει έργο Νομπελίστα την αξία του οποίου να αμφισβητήσεις κατόπιν;

Μην πηγαίνεις μακριά. Τα δυο τελευταία βραβεία Νόμπελ δεν ικανοποίησαν διόλου το λογοτεχνικό μου αισθητήριο. Τα εσωτερικά μουρμουρίσματα του Πατρίκ Μοντιανό, ο οποίος τιμήθηκε πέρυσι με Νόμπελ, μπορεί να έχουν κάποιο ενδιαφέρον αλλά δεν συγκρίνονται επ’ ουδενί με το έργο του Φίλιπ Ροθ, μιας από τις συγκλονιστικότερες φωνές των καιρών μας. Και οι μαρτυρίες της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς (Νόμπελ Λογοτεχνίας 2015) σχετικά με το Τσέρνομπιλ ή με τους Ρώσους στρατιώτες στο Αφγανιστάν μπορεί να έχουν έντονο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, αλλά δε θεωρούνται λογοτεχνία. Μερικές φορές, έχει κανείς την εντύπωση ότι οι εντολές για τη βράβευση ενός λογοτέχνη δίδονται από κάπου αλλού.

● Το γεγονός ότι πολλά «ιερά τέρατα», που πραγματικά έδωσαν πολλά στην εξέλιξη της παγκόσμιας λογοτεχνίας, δεν τιμήθηκαν με Νόμπελ μήπως είναι, τελικά, προς τιμήν τους; Παράδειγμα ο Τολστόι, ο Τσέχωφ, ο Ίψεν, ο Μπόρχες, ο Τζόις, ο Κάφκα, ο Πεσσόα…ο Καζαντζάκης.

Το βέβαιο είναι ότι οι λογοτέχνες που ανέφερες έχουν τιμηθεί με μια θέση στο πάνθεο του αναγνωστικού κοινού. Ξέρεις, ελάχιστοι συνέχισαν το ίδιο δημιουργικά μετά από τη βράβευσή τους. Το επεσήμανε ο Τ. Σ. Έλιοτ, το 1948, όταν παρέλαβε το βραβείο. «Το βραβείο Νόμπελ είναι για κάποιον το εισιτήριο για την κηδεία του», είπε. «Επειδή κανένας δεν έκανε τίποτα μετά από αυτό».  

● Ήρθες σε επαφή με μέλη της ευρύτερης οικογένειας Καζαντζάκη κατά τη διάρκεια της συγγραφής ή μετά την κυκλοφορία του βιβλίου;

Όσο έγραφα, δεν είχα καμία επαφή. Προτίμησα να παραμείνω ως το τέλος ανεξάρτητος λογοτέχνης-μελετητής. Ο μόνος που γνώριζε τις κινήσεις μου ήταν ο εκδότης μου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε πλήρη εικόνα. Λίγο μετά την κυκλοφορία του «Χαμένου Νόμπελ», μου τηλεφώνησε η κόρη της αδελφής της Ελένης Καζαντζάκη και μου είπε συγκινημένη ότι αποδόθηκε επιτέλους δικαιοσύνη. Το ίδιο περίπου μου είπε και ένας ιστορικός από τη Φλώρινα: «Τραβήξατε το πέπλο και αποκαλύψατε το παρασκήνιο μιας ιστορικής αδικίας». Ήταν λόγια που δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα άκουγα όταν το έγραφα. Όπου πηγαίνω, σε όλες τις παρουσιάσεις που κάνω, ακούω πολύ συγκινητικά λόγια. Όλοι έχουν λίγο Καζαντζάκη μέσα τους.

● Υπήρξαν αντιδράσεις και αμφισβητήσεις σχετικά με όσα αναφέρεις στο βιβλίο σου;

Υπήρξαν κάποιες, αλλά ήταν σχετικά ήπιες. Άλλωστε, τα στοιχεία που χρησιμοποιώ στο βιβλίο είναι επαρκώς τεκμηριωμένα και δύσκολα αμφισβητούνται.  Φαίνεται πως είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Ο κόσμος διψούσε να μάθει την αλήθεια γύρω από αυτήν τη σκοτεινή υπόθεση.

● Ποια η θέση της Ακαδημίας Αθηνών; Αν ήταν «κατεστημένο» γιατί ο Ν.Κ. επεδίωξε να γίνει μέλος; Ήταν μόνον οικονομικοί οι λόγοι;

Το 1945, όταν οι Καζαντζάκης, Σικελιανός και Βάρναλης έκαναν αίτηση για να γίνουν μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ήξεραν ότι έβαζαν το κεφάλι τους στο στόμα του λύκου. Το έκαναν πιστεύοντας ότι ήταν καιρός να αλλάξει κάτι. Φυσικά και δεν άλλαξε. Η χώρα οδηγείτο με νομοτελειακή ακρίβεια στον Εμφύλιο. Ωστόσο, έγιναν και οι τρεις τους μέλη της Αόρατης Ακαδημίας, μαζί με τους Καβάφη, Καρυωτάκη, Σεφέρη, Ελύτη…   

Σίγουρα θα έχεις εντρυφήσει στη ζωή και στο έργο του Ν.Κ. Ποια λεπτομέρεια, ποιο γεγονός ή στοιχείο, σχετικά άγνωστο στον πολύ κόσμο, σε εντυπωσίασε;

Η ζωή του Καζαντζάκη ήταν ένα κράμα αντιθέσεων. Από αυτές ξεχώρισα μία. Ως γνωστόν, ο Καζαντζάκης είχε τελέσει τον γάμο του με τη Γαλάτεια στην εκκλησία ενός κοιμητηρίου στο Ηράκλειο. Όταν πέθανε, η Εκκλησία αρνήθηκε να ταφεί σε νεκροταφείο της Κρήτης, με αποτέλεσμα να ταφεί σε προμαχώνα στο Ενετικό Κάστρο, κατόπιν απόφασης του δημοτικού συμβουλίου Ηρακλείου. Έτσι, μπορεί ο Καζαντζάκης να μην τάφηκε σε νεκροταφείο, αλλά παντρεύτηκε σε ένα τέτοιο.

Η σχέση του με τις γυναίκες πόσο ρόλο έπαιξε στο έργο του και πόσο ο χαρακτήρας του στις σχέσεις του;

Οι γυναίκες στο έργο του Καζαντζάκη έχουν δευτερεύοντες ρόλους και πάντα μοιραίους, αφού θανατώνονται στο τέλος από άνδρες. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Καζαντζάκης κατηγορήθηκε για μισογυνισμό. Ωστόσο, η περίπτωσή του ήταν ιδιαίτερη, καθώς στο τέλος της ζωής του αποθέωνε τις γυναίκες με κάθε ευκαιρία, ιδίως τη σύντροφό του Ελένη. Μέχρι να γλυκάνει η στάση του μέσα από την αφοσίωση που του έδειξε η Ελένη, ο Καζαντζάκης πίστευε ότι οι γυναίκες εκπροσωπούσαν τον γήινο πειρασμό που έθετε σε δοκιμασία όσους άνδρες προσπαθούσαν να ολοκληρωθούν πνευματικά.  

● Υπήρξε δίκαιη η Γαλάτεια απέναντί του; Κρίνεις ότι τον δυσφήμισε τόσο ώστε να έχει αυτό αντίκτυπο στις δημόσιες σχέσεις του και κατ’ επέκταση στην πορεία του προς τη βράβευση;

Η Γαλάτεια ήταν μια πληγωμένη γυναίκα, καθώς είχε απορριφθεί ερωτικά από τον άνδρα της ζωής της, που ήταν αδιαμφισβήτητα ο Καζαντζάκης. Η σχέση τους είχε όλα τα χαρακτηριστικά του δράματος. Εκείνη εγκατέλειψε την Κρήτη και πήγε στην Αθήνα με σκοπό να συμβιώσουν, σε μια εποχή που η συμβίωση ήταν άγνωστη λέξη. Εκείνος αδιαφόρησε καθώς ερωμένη του ήταν η συγγραφή. Σταδιακά, η αγάπη της Γαλάτειας μετατράπηκε σε μίσος, το οποίο κορυφώθηκε λίγο προτού ο Καζαντζάκης πεθάνει, όταν η Γαλάτεια παρέδωσε στα χέρια του το μυθιστόρημά της «Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι», έναν αληθινό λίβελλο σε μορφή συγκαλυμμένης αυτοβιογραφίας. Όπως αντιλαμβάνεσαι, μια πληγωμένη γυναίκα μόνο δίκαιη δεν μπορεί να είναι.   

● Τι είναι πια για σένα ο Ν.Κ., όπως τον γνώρισες μέσα από την έρευνά σου; Παραμυθάς ή φιλόσοφος;

Είναι για μένα κάτι πολύ περισσότερο. Ένας άνθρωπος που ενδιαφέρθηκε για τον συνάνθρωπό του και προσπάθησε να τον «ανυψώσει» συνειδησιακά. Μελετώντας το έργο αλλά και τη ζωή του Καζαντζάκη, μου έκανε μεγάλη εντύπωση η έμφυτη ευγένειά του, ακόμα και σε εκείνους που του είχαν φερθεί σκληρά ή που τον είχαν αδικήσει. Ακόμα, μου έκανε εντύπωση η εντιμότητά του, η ακεραιότητα του χαρακτήρα του. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να μείνει στην Ουνέσκο και να καλοπληρώνεται χωρίς να κάνει τίποτα. Του το ζητούσε άλλωστε και η σύντροφός του Ελένη, που είχε δεινοπαθήσει από την πείνα και τις στερήσεις πλάι του. «Μη φύγεις, Νίκο», τον προέτρεπε. «Με τα χρήματα αυτά θα μπορέσουμε σε λίγο καιρό να αγοράσουμε δυο διαμερίσματα στο Παρίσι, ένα για να μένουμε κι ένα για να το νοικιάζουμε. Θα λύσουμε έτσι το οικονομικό μας πρόβλημα». Εκείνος όμως σιχαινόταν την αργομισθία, γι’ αυτό και έσπευσε να παραιτηθεί. 

● Αν ήταν να τιμηθεί με Νόμπελ για ένα και μόνον έργο του ποιο θα ήταν αυτό, κατά τη γνώμη σου;

Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζω την πνευματική του αυτοβιογραφία «Αναφορά στον Γκρέκο», το πολυπρόσωπο μυθιστόρημά του «Καπετάν Μιχάλης» και από τα ταξιδιωτικά του το «Ιαπωνία-Κίνα». Οποιοδήποτε από τα έργα αυτά θα μπορούσε να τιμηθεί με το βραβείο. 

● Αν ζούσε ακόμη ο Καζαντζάκης θα αντάλλασσε τη δημοτικότητά του και την παγκοσμιότητά του με ένα Νόμπελ ή, μήπως, θα το κέρδιζε εξαιτίας ακριβώς αυτών;

Δε θα χρειαζόταν να ανταλλάξει τίποτα από όσα τον χαρακτήριζαν ως συγγραφέα, γιατί απλούστατα θα του έφταναν και θα του περίσσευαν προκειμένου να το κατακτήσει. Και δε θα χρειαζόταν να περιμένει μέχρι σήμερα. Λίγα χρόνια παραπάνω αν ζούσε, θα είχε σίγουρα το Νόμπελ στο τσεπάκι του.

● Υπάρχουν εκκολαπτόμενοι Νομπελίστες στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία;

 Για Νομπελίστες δεν ξέρω. Για να κατακτήσει σήμερα κάποιος το Νόμπελ Λογοτεχνίας, δεν αρκεί να είναι μάστορας της γραφής· πρέπει να έχει και ένα καθολικό όραμα για τον κόσμο. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι κάθε χρόνο γράφονται πολλά καλά βιβλία από νέα παιδιά, ενώ παράλληλα η μόδα των ροζ μυθιστορημάτων της παραλογοτεχνίας παρέρχεται. Ζούμε μια ελπιδοφόρα εποχή, παρά την ανέχεια που τη χαρακτηρίζει. Οι αναγνώστες ωριμάζουν μαζί με τους αγαπημένους τους συγγραφείς.

Κώστας Αρκουδέας – Βιογραφικό - Εργογραφία

* Ο Κώστας Αρκουδέας γεννήθηκε στην Αθήνα την Καθαρά Δευτέρα του 1958. Μετά από πολλές περιπλανήσεις, επέστρεψε στην πρωτεύουσα και εργάστηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού, στο οποίο παραμένει μέχρι σήμερα. Δημοσίευσε για πρώτη φορά το 1986 τη συλλογή ιστοριών Άσ’ τον Μπομπ Μάρλεϋ να περιμένει. Στη συνέχεια εξέδωσε την τριλογία Η πόλη με τα χίλια πρόσωπα  (1987) και το μυθιστόρημα με εγκιβωτισμένα διηγήματα Το τραγούδι των τροπικών  (1988). Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Τα κατά Αιγαίον πάθη  (1994), Ποτέ τον ίδιο δρόμο  (1999), Ο πειρατής  (2003), Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του  (2004), Ο αριθμός του Θεού  (2008) και Παράφορο πάθος (2013). Εξέδωσε ακόμα τις νουβέλες Και πρόσεχε να μην πετρώσεις (1996), Και τώρα δεν είναι αργά (2014), τη συλλογή διηγημάτων Όλες οι μέρες Κυριακή (2000), το απάνθισμα μικρών κειμένων Τα σιγκλάκια  (2010) και το παραμύθι  Η πολύχρωμη σβούρα (2013). Το χαμένο Νόμπελ – Μια αληθινή ιστορία (2015) είναι η τελευταία του δουλειά. 

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη