Δημοσιεύτηκε

Ήταν στις 2 Ιανουαρίου του 2005 όταν η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε να ανακηρύξει την 27η Ιανουαρίου ως Διεθνή Ημέρα Μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος.

Έναν χρόνο πριν, με ομόφωνη απόφασή της η Βουλή των Ελλήνων είχε καθιερώσει την 27η Ιανουαρίου ως ημέρας μνήμης και τιμής για τους Έλληνες Εβραίους που έχασαν την ζωή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί, αλλά και για όσους με αυταπάρνηση και με θάρρος κινδύνευσαν για να σώσουν τους συμπολίτες τους από βέβαιο θάνατο.

Αν και σε σχέση με τις χώρες της Κεντρική Ευρώπης, ο αντισημιτισμός στα Βαλκάνια ήταν ηπιότερος, ο αριθμός των Εβραίων θυμάτων των ναζιστών ήταν και σε αυτή την περίπτωση μεγάλος.

Πιο συγκεκριμένα και όσον αφορά στην Ελλάδα, οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. 46.091 ήταν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, δηλαδή το 96% της τότε κοινότητας, που εστάλησαν στα στρατόπεδα του Άουσβιτς τον Μάρτιο του 1943. Μερικούς μήνες πριν, το μόνο που είχαν καταφέρει να κάνουν όταν τους περικύκλωσαν οι Γερμανοί, ήταν να εξαγοράσουν με 2,5 εκατομμύρια δραχμές την ελευθερία τους.

Συγκέντρωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στην πλατεία Ελευθερίας βάσει γερμανικής διαταγής με σκοπό την καταγραφή τους

Ο απολογισμός ήταν τραγικός. Το 1950 κατάφεραν να επιστρέψουν από τα στρατόπεδα μόλις 1.950 άτομα. Αν και βρισκόταν πλέον στην πατρίδα τους, τα πράγματα ήταν και εδώ διαφορετικά καθώς το γερμανικό πέρασμα φρόντισε να ισοπεδώσει τα πάντα στο πέρασμά του. Περιουσίες καταστράφηκαν, ή λεηλατήθηκαν, σπίτια και καταστήματα είχαν αλλάξει χέρια, η πληθυσμιακή σύνθεση της Θεσσαλονίκης είχε αλλάξει δραματικά, ακόμη κι ένα σημαντικό μέρος των αναπτυξιακών και παραγωγικών δυνατοτήτων της πόλης είχε υπονομευτεί για πολλά επόμενα χρόνια. Σχεδόν στο σύνολό τους, οι επιβιώσαντες εβραίοι είχαν χάσει από τη ναζιστική λαίλαπα, οικογένειες, συγγενείς και φίλους και παρότι είχαν καταφέρει να γλιτώσουν τον θάνατο, η επανένταξή τους στον κοινωνικό ιστό της πόλης ήταν, τουλάχιστον κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ένα ακόμη σοβαρό εμπόδιο που θα έπρεπε να υπερβούν.

Το ελληνικό κράτος της εποχής -μάλιστα σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για τα ελληνικά πράγματα, μετά τον πόλεμο και πριν τον εμφύλιο- ήταν από τα πρώτα στην Ευρώπη, που θέσπισε νόμους για την επιστροφή των περιουσιών που είχαν απομείνει, αλλά και αυτό στην πράξη αποδείχθηκε «Γολγοθάς», με πολλούς εβραίους δικαιούχους, νόμιμους ιδιοκτήτες, να πασχίζουν για χρόνια στα δικαστήρια για να αποδείξουν ότι τους ανήκει η περιουσία τους, καθώς είχαν χαθεί ή καταστραφεί οι τίτλοι ιδιοκτησίας, ή ακόμη είχαν πεθάνει συγγενείς, γνωστοί, γείτονες, φίλοι, μάρτυρες για να επιβεβαιώσουν την κυριότητα της περιουσίας.

Κατά την καταγραφή τους οι Γερμανοί και Έλληνες συνεργάτες τους προέβησαν σε βασανιστήρια και εξευτελισμό των Εβραίων

«Η πρώτη νομοθεσία για τη διαχείριση και επιστροφή των εβραϊκών περιουσιών στους νόμιμους κατόχους τους, είναι ο νόμος 2 της 26ης Οκτωβρίου 1944, της πρώτης μεταπολεμικής κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου. Σκεφτείτε, είναι πριν τα Δεκεμβριανά στην Αθήνα και πριν ακόμη την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, στις 30 Οκτωβρίου 1944 με την αποχώρηση των ναζιστικών στρατευμάτων και την είσοδο των δυνάμεων ΕΛΑΣ» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η διδάκτωρ Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, Μαρία Καβάλα, και συνεχίζει: «Επίσης, είναι η πρώτη κυβέρνηση Σοφούλη που εισάγει μια πολύ σημαντική ρύθμιση, τον αναγκαστικό νόμο 846/22.1.1946 με τον οποίο καταργείται αποκλειστικά για τις περιουσίες των Ελλήνων εβραίων η πρόβλεψη, ότι ελλείψει κληρονόμων η περιουσία περνά στο ελληνικό Δημόσιο. Είναι πολύ σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία γιατί έτσι αρχίζει η διεκδίκηση από τους δικαιούχους. Η διαδικασία ουσιαστικά άρχισε τρία χρόνια μετά. Όταν δημοσιεύτηκε στις 29 Μαρτίου 1949 το βασιλικό διάταγμα, με το οποίο συγκροτούνταν ο ΟΠΑΙΕ για την απόδοση των περιουσιών».

Οι Έλληνες εβραίοι της Θεσσαλονίκης δεν το έβαλαν κάτω, παρά τις δυσκολίες. Θρήνησαν για τους νεκρούς τους, τους τίμησαν, στάθηκαν και πάλι στα πόδια τους και κατάφεραν στις επόμενες δεκαετίες να αναστήσουν μέσα από τις ...στάχτες» τους, τους τόπους λατρείας τους, την κοινότητα τους, την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης και τα ιδρύματά της, το Εβραϊκό Μουσείο και το Γηροκομείο «Σαούλ Μοδιάνο» και σήμερα να γιορτάζουν μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες, την «Ημέρα Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος», που θέσπισε, παμψηφεί, με το νόμο 3218/2004 (ΦΕΚ Α' 12), η ελληνική Βουλή.

Εκείνοι που προσπάθησαν να βοηθήσουν

Όπως και σε άλλες χώρες όμως, έτσι και στην Ελλάδα βρέθηκαν εκείνοι που προσπάθησαν να βοηθήσουν με κάθε τρόπο την εβραϊκή κοινότητα, όπως ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος που λάμβανε μέτρα για να παρεμποδίσει την μεταφορά τους στα στρατόπεδα. Ο Γεννάδιος κατέβαλε προσπάθειες να διασωθούν οι εκχριστιανισθέντες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης και όσοι διέθεταν πλαστές βεβαιώσεις βάπτισης.

Από την πλευρά του ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός με μία αιχμηρή επιστολή διαμαρτυρίας την οποία υπέγραφαν 27 ηγετικά μέλη πολιτιστικών, ακαδημαϊκών και επαγγελματικών οργανώσεων, τόνιζε τους αδιάρρηκτους δεσμούς μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων, αποκαλώντας τους από κοινού «Έλληνες» χωρίς διάκριση. Το εν λόγω κείμενο είναι μοναδικό στο είδος του σε ολόκληρη την υπό κατοχή Ευρώπη ως προς τον χαρακτήρα, το περιεχόμενο και τον σκοπό.

Σημαντική, επίσης, ήταν η συνεισφορά του Γενικού Προξένου της Ιταλίας Γκουέλφο Ζαμπόνι (Guelfo Zamboni), ο οποίος εφοδίασε με πλαστά πιστοποιητικά ιθαγένειας περίπου 300 Εβραίους της Θεσσαλονίκης, επιτρέποντάς τους έτσι να καταφύγουν στην ιταλική ζώνη κατοχής στην Αθήνα.

Δυστυχώς, όμως όσες προσπάθειες και αν καταβλήθηκαν η παραπληροφόρηση, αλλά και ο εφησυχασμός έδρασαν έτσι ώστε να οδηγηθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης οι περισσότεροι Έλληνες Εβραίοι και να βρουν τραγικό θάνατο.

Οι Εβραίοι της Κέρκυρας και της Ζακύνθου

Μετά την κατάρρευση του φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία το 1943, η Κέρκυρα πέρασε στον έλεγχο της ναζιστικής Γερμανίας και ο τότε δήμαρχος συνεργάστηκε με τις αρχές κατοχής και συνέβαλε στην υιοθέτηση και εφαρμογή διαφόρων αντισημιτικών νόμων υπό την κατεύθυνση της ναζιστικής διακυβέρνησης.

Στις αρχές τού Ιουνίου 1944, ενώ οι Σύμμαχοι βομβάρδιζαν την Κέρκυρα με σκοπό τον αντιπερισπασμό για την απόβαση στη Νορμανδία, η Γκεστάπο περικύκλωσε τους Εβραίους τής πόλεως, τους έθεσε υπό προσωρινή κράτηση στο Παλαιό Φρούριο και στις 10 Ιουνίου τους εκτόπισε στο Άουσβιτς, από όπου ελάχιστοι επιβίωσαν.

Εντούτοις, περίπου διακόσιοι από τους 2.000 Εβραίους τού νησιού, οι οποίοι διέφυγαν την περικύκλωση, βρήκαν καταφύγιο στους χριστιανούς γείτονές τους και κρύφτηκαν εκεί. Είναι αξιοσημείωτο ότι μέχρι σήμερα μία από τις κύριες συνοικίες τής παλαιάς πόλης ονομάζεται Εβραϊκή σε αναγνώριση της συμμετοχής και συνεχούς παρουσίας των Εβραίων στην πόλη τής Κέρκυρας. Η Συναγωγή τής συνοικίας αυτής παραμένει ενεργός και λειτουργεί με περίπου 65 μέλη.

Σκηνή από τον εκτοπισμό των Εβραίων των Ιωαννίνων στις 25 Μαρτίου 1944. Σχεδόν όλοι θα εξοντωθούν μόλις οδηγηθούν στο στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπιρκενάου

Οι 275 Εβραίοι τής Ζακύνθου, ωστόσο, επέζησαν από το Ολοκαύτωμα. Όταν οι γερμανικές αρχές κατοχής διέταξαν γραπτώς τον δήμαρχο να τους παραδώσει κατάλογο με τα ονόματα των Εβραίων του νησιού, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος επέστρεψε τη διαταγή στους Γερμανούς με δύο ονόματα: το δικό του και του δημάρχου. Ο πληθυσμός τού νησιού προσέφερε καταφύγιο σε κάθε μέλος τής εβραϊκής κοινότητας.
Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1953, όταν το νησί υπέστη καταστροφές από σεισμό, η πρώτη χορηγία βοήθειας ήλθε από το κράτος τού Ισραήλ συνοδευόμενη από το εξής μήνυμα: «Οι Εβραίοι τής Ζακύνθου δεν λησμόνησαν ποτέ τον Δήμαρχο και τον αγαπητό τους Επίσκοπο, καθώς και όσα έκαναν για εμάς».

Ελάχιστοι, ωστόσο, είναι οι επιζήσαντες των κρεματορίων που βρίσκονται πλέον στη ζωή. Οι μνήμες, όμως, είναι ακόμη ζωντανές μέσα από τις διηγήσεις όσων επέζησαν στους δικούς τους, αλλά και στα μέσα ενημέρωσης και σε ειδικούς επιστήμονες που μελετούν εκείνη την περίοδο. Εκτός από εκείνους που επιβίωσαν από τη ναζιστική θηριωδία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, υπήρξαν και πολλές περιπτώσεις εβραίων που κατάφεραν να αποφύγουν τον σχεδόν βέβαιο θάνατο, εξαιτίας πράξεων, δράσεων αλληλεγγύης, σε βαθμό αυτοθυσίας, πολλών χριστιανών ομοεθνών συμπολιτών τους που στάθηκαν στο πλευρό τους, τους έκρυψαν, τους φιλοξένησαν με κίνδυνο της ζωής τους και που έγιναν «δεύτερα» αδέλφια, γονείς και συγγενείς, στη θέση όσων είχαν χαθεί οριστικά στο ολοκαύτωμα. Μια τέτοια ιστορία, μιας διασωθείσας εβραιοπούλας, που είχε βρει τη σωτηρία στην αγκαλιά μιας οικογένειας ποντιακής καταγωγής στην Ημαθία, είχε δημοσιεύσει, στις 21.10.2015, το ΑΠΕ-ΜΠΕ και με αφορμή τη σημερινή ημέρα μνήμης την αναδημοσιεύουμε.

Μια διασωθείσα εβραιοπούλα της κατοχής θυμάται…

«Ντο να φτάω; Αρέσει κι αρέσει αβούτο είμαι» (Τι να κάνω; Αρέσει δεν αρέσει αυτό είμαι) μας χαιρετά με χαμόγελο η Στερίνα Ταμπώχ, απαντώντας στο αστείο μας, ότι μετά από όσα έζησε στην κατοχή, κοντά στην ποντιακή οικογένεια που την έσωσε και την περιέθαλψε, είναι πλέον μια «εβραία… ποντία»...

'Αλλωστε, αν και αυτό ήταν το πραγματικό της όνομα που της έδωσαν η Εστρέα και ο Ζαχαρίας Πίντο, εκείνη στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής ήταν γνωστή ως «Μαρίκα Γρηγοριάδου», το όνομα που της έδωσαν οι «δεύτεροι γονείς» της, η Σοφία και ο Γιάννης Γρηγοριαδης, οι οποίοι την πήραν κοντά τους για να τη σώσουν από το ολοκαύτωμα, από σχεδόν βέβαιο θάνατο, τον οποίο δυστυχώς δεν απέφυγαν και τα επτά της αδέλφια, ούτε και οι φυσικοί γονείς της, που ελάχιστα γνώρισε…

Η 83χρονη σήμερα Στερίνα (Εσθήρ) Ταμπώχ έχει μόνο τα καλύτερα λόγια για το ζευγάρι που την πήρε κοντά της στην κατοχή και της έδωσε άσυλο και θαλπωρή. Ήταν μόλις δέκα χρονών, όταν μια οικογενειακή φίλη των Πίντο, μια εβραία από τη Βέροια, την πήρε μαζί της για βόλτα στην πόλη της, την εποχή που άρχιζαν ήδη οι διώξεις και οι περιορισμοί των εβραίων.

«Πήγα στη Βέροια για λίγο, αλλά την επόμενη μέρα έγινε η απαγόρευση της κυκλοφορίας των εβραίων και δεν μπορούσα να ξαναγυρίσω στη Θεσσαλονίκη…» θυμάται η Στερίνα και συνεχίζει:

«Με αυτόν τον τρόπο και επειδή και τη φίλη μας στη Βέροια και την οικογένειά της την κυνηγούσαν και έπρεπε όλοι να φύγουν για το βουνό, εμένα έτσι όπως ήμουν αδύνατη, ήμουν δέκα χρονών και έμοιαζα για έξι, με είδαν και με συμπόνεσαν ο Γιάννης και η Σοφία Γρηγοριάδου… Πού θα πάει αυτό το παιδί; Δεν θα αντέξει είπαν στη φίλη μας και με κράτησαν μαζί τους… Με αγαπούσαν παθολογικά, ήμουν για αυτούς μια κανονική κόρη. Όταν εγώ ήμουν στεναχωρημένη έκλαιγα και η μαμά μου, η Σοφία, δίπλα μου μοιρολογούσε… Στην απελευθέρωση όταν επέστρεψε η φίλη μας από το βουνό και με ζήτησε γιατί κανένας από τους δικούς μου δεν είχε γυρίσει, εγώ δεν ήθελα να φύγω ήθελα να μείνω με την ποντιακή μου οικογένεια…».

Μέσα στο δράμα της η μικρή τότε Στερίνα στάθηκε «τυχερή», όσο μπορεί αυτός ο όρος να αποδώσει την κατάσταση. Οι νέοι γονείς της δεν δείλιασαν από τον κίνδυνο που διέτρεχαν εάν αποκαλύπτονταν ότι ήταν εβραία και την κράτησαν κοντά τους σαν να ήταν δική τους κόρη. Απέναντι, από το σπίτι στρατωνίζονταν γερμανικές δυνάμεις, οι Γερμανοί ερχόταν στο σπίτι της προσφυγικής οικογένειας να πάρουν γάλα, ψωμί και ότι άλλο υπήρχε και έβλεπαν το μικρό κοριτσάκι να παίζει πολλές φορές στην αυλή. Η ποντιακή οικογένεια έλεγε ότι ήταν το ανεψάκι μιας ξαδέλφης τους από τη Θεσσαλονίκη, που ήταν πολύ φτωχή και δεν μπορούσε να το κρατήσει και τους το έδωσε να το μεγαλώσουν. Με αυτόν τον τρόπο η Στερίνα γλύτωσε τα χειρότερα, τις αποστολές θανάτου στο Άουσβιτς - Μπιρκενάου.

«Όλα μου τα αδέλφια χάθηκαν. Δεν γύρισε ούτε ένα. Μόνο εγώ έζησα χάρη σε αυτούς τους ανθρώπους με τους οποίους έμεινα μέχρι που παντρεύτηκα τον Ισαάκ (Ταμπώχ). Ο πατέρας μου, ο Γιάννης, με παρέδωσε στον μέλλοντα σύζυγό μου, στο γάμο μου. Μέχρι να παντρευτώ, η μαμά Σοφία όταν πήγαινε στην αγορά, επέστρεφε πάντοτε με πακέτα και όταν τη ρωτούσα τι είναι, μου απαντούσε ότι είναι για την προίκα μου. Ήταν το 1954 που παντρεύτηκα. Γλέντια, τραπέζια, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι χαρές έκαναν οι θετοί μου γονείς που ήταν σαν πραγματικοί γονείς μου, ήμασταν μια οικογένεια. Και χορούς ποντιακούς έμαθα κοντά τους, ήμουν κανονική κόρη τους. Έμαθα να είμαι πόντια, να μιλάω την ποντιακή γλώσσα, να μαγειρεύω ποντιακά φαγητά, και να είμαι περήφανη για την ποντιακή οικογένειά μου. Εγώ εξ αρχής μόλις άκουσα το όνομα του Ισαάκ, που ήταν και το όνομα του αγαπημένου μου μεγάλου αδελφού, είπα ότι αυτό είναι το τυχερό μου. Παντρευτήκαμε και δεν μαλώσαμε ποτέ σαν ζευγάρι, ήμασταν πάντα αγαπημένοι, μεγαλώσαμε τρία παιδιά και τώρα έχω και εγγόνια…».

Πηγή






Αναρτήθηκε από: