Δημοσιεύτηκε

Με αφορμή το άρθρο αυτό, θυμήθηκα ότι έγραψα κι εγώ κάποτε ένα γράμμα στον Άη Βασίλη, ως γνήσια Ελληνίδα, χριστιανικής μορφώσεως και παραδοσιακής κουλτούρας.

Δεν ξέρω αν το διάβασε ποτέ, αλλά δεν επένδυσα πάνω του, ευτυχώς.
Ας ξεκινήσουμε στερεότυπα όπως στα παραμύθια που δε μπορείς παρά να πεις “μια φορά κι έναν καιρό”:

Αγαπημένε μου Άη Βασίλη,

ποτέ δεν πίστεψα στον μύθο σου, δηλαδή σ’ εσένα, για πολλούς και διάφορους λόγους. Ο πρώτος και κυριότερος είναι ότι ποτέ δεν μου έφερες τίποτα, για να επιβεβαιώσεις την ύπαρξή σου. Στους Άη Βασίληδες πιστεύουν όσοι παίρνουν από αυτούς ό,τι ζητήσουν ή ό,τι ονειρεύτηκαν. Για τους υπόλοιπους δεν απομένει παρά μόνον η αμφισβήτηση της αγιότητάς σου.

Να πεις ότι δεν είχαμε τζάκι στο σπίτι μας; Το θυμάμαι πολύ καλά ότι είχαμε, αλλά, μάλλον, το πρόβλημά σου ήταν ότι δεν είχε μαρμάρινο πλαίσιο με σκαλιστή γιρλάντα ούτε καν μιαν απλή κεραμική. Είχε σαν μετώπη μια χοντρή λινάτσα που, περασμένη με άπειρα στρώματα ασβέστη για να “σβήνεται” η μουτζούρα από τον καπνό, είχε γίνει συμπαγής σαν τσιμέντο. Δεν ήταν, λοιπόν, αντάξιο της αίγλης σου και του κατακόκκινου χλιδάτου κοστουμιού σου. Άλλωστε, τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς το λένε κι αυτό, το έχουν προβλέψει: ναι μεν Άγιος Βασίλης έρχεται μα δε μας καταδέχεται.

Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που οι γονείς μου το κατάργησαν το τζάκι χωρίς ενοχές όταν είχαν την δυνατότητα να ενδώσουν στην πολυτέλεια μιας ξυλόσομπας. Η οποία ξυλόσομπα ντουμάνιαζε την κουζίνα κι έκανε την ώχρα στους τοίχους να παίρνει την απόχρωση της πολυκαιρισμένης καπνιάς, πράγμα που ανάγκαζε τη μητέρα μου να “ασπρίζει” εκεί κάπου κοντά στη Μεγάλη Εβδομάδα.

Βέβαια, κάποιες φορές στα παιδικά μου χρόνια, βρήκα στο χαμηλό κατώφλι του τζακιού μια καραμούζα πλαστική, 2-3 μπαλόνια και μια χούφτα καραμέλες, αλλά ήξερα -και μη ρωτήσεις πώς- ότι τα είχε αγοράσει ο πατέρας μου από το μπακαλικάκι της γειτονιάς μας για να συντηρήσει τον μύθο σου για καλό και για κακό, γιατί ποτέ δεν ξέρεις.

Ως παιδάκι κανένας δεν μου είπε ότι δέχεσαι αλληλογραφία σε συγκεκριμένη διεύθυνση. Διαφορετικά μην αμφιβάλλεις ότι θα σου έγραφα. Ίσως έτσι να το είχα λύσει το μυστήριο από νωρίς, με τη συνδρομή σου. Αν μου απαντούσες με κάποιον τρόπο θα πίστευα ότι υπάρχεις, αν όχι θα ακύρωνα μια και καλή όσα μου έλεγαν για σένα. Αν είχα σκεφτεί από μόνη μου να σου γράψω, βέβαια, θα έστελνα την επιστολή στην Καισαρεία οπότε θα χανόταν αφού περί Λαπωνίας και συγκεκριμένα Ροβανιέμι κανένας δεν είχε ακουστά.

Το καλό μ’ αυτή την ιστορία, Άγιε Βασίλη, είναι ότι έμαθα από πολύ μικρή να μη ζητάω τίποτα από κανέναν. Μα το παραμικρό. Αυτό καταγράφεται ως κέρδος στο ισοζύγιο της ζωής μου γιατί μ’ έκανε να μην είμαι οπαδός της ήσσονος προσπαθείας. Δηλαδή, να μη στηρίζομαι στην πιθανότητα βοήθειας αλλά να αντλώ από τα δικά μου αποθέματα δυνάμεων, που ανακάλυψα σχετικά νωρίς, αν και με τραγικό τρόπο, ότι διαθέτω, πράγμα που πολλοί άνθρωποι αγνοούν για τον εαυτό τους. Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι τίποτα δεν σου χαρίζεται άκοπα σ’ αυτή τη ζωή, άρα δεν υπάρχουν θνητοί αλλά ούτε και άγιοι που μόνον εκφράζοντας μια επιθυμία η απαίτησή σου θα σου την πραγματοποιήσουν μια συγκεκριμένη μέρα της χρονιάς. Ο,τιδήποτε θελήσεις πρέπει να παλέψεις σκληρά γι αυτό και πάλι δεν είναι σίγουρο ότι θα το αποκτήσεις, αφού η ζωή μοιάζει πάρα πολύ με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά παιχνίδια, που ο καλός βρίσκει χιλιάδες εμπόδια στον δρόμο του μέχρι να τερματίσει την πίστα και να περάσει στην επόμενη. Εκεί που θα τον περιμένουν ακόμη πιο εξελιγμένης φαντασίας εμπόδια, βόμβες, κακοί η απλά τοίχοι που κλείνουν δρόμους. Αυτούς τους δρόμους ακριβώς που χρειάζεσαι ανοιχτούς για να προχωρήσεις και στην αληθινή ζωή. Πρέπει να έχεις κι εσύ τα δικά σου όπλα, τις δικές σου βόμβες για να ανατινάξεις τον τοίχο-εμπόδιο ή να διαθέτεις τη φυσική δυνατότητα για ένα τεράστιο άλμα για να τον υπερπηδήσεις. Δεν τα έχουν όλοι, όμως, αυτά, εγώ σίγουρα όχι. Γιατί κάποιες δυνατότητες πρέπει να σου τις δώσει ένας Άη Βασίλης στη ζωή σου κι εγώ, είπαμε, δεν τον είδα ποτέ κι ούτε πίστεψα σ’ αυτόν.

Έρχομαι, λοιπόν, τώρα, Άγιε μου και σου γράφω το πρώτο μου γράμμα, σ’ αυτή την προκεχωρημένη για παιδάκι ηλικία , για να σου δηλώσω... τι, νομίζεις; Ότι θέλω πια να πιστέψω σε σένα. Βέβαια, αν μπορώ να το διαπραγματευτώ αυτό, μόνο σ’ εσένα θέλω να πιστέψω, όχι σε όλα όσα εκπροσωπείς ως πρωτοκλασάτος άγιος της χριστιανοσύνης. Δε μπορώ να τα “χωνέψω” όλα. Για παράδειγμα το “αγαπάτε αλλήλους” το τίμησα ανέκαθεν, το “πίστευε και μη ερεύνα”, όμως, όχι.

Το μόνο που ζητάω είναι να με κάνεις να πιστέψω στην ιδέα σου κι αυτό μόνο για να ξαναβρώ την πίστη και την ελπίδα ότι έχω ακόμα κάποιες πιθανότητες υπέρ μου. Αν θέλεις, μάλιστα να ξέρεις, το λέω αυτό εξ ονόματος πολλών άλλων συνανθρώπων γιατί η πλειοψηφία έχει χάσει τα δυο αυτά πολύτιμα αγαθά, τα βασικά συστατικά στη συνταγή της ζωής. Κάποιος πρέπει να μας τα ξαναφέρει πίσω κι αυτές τις μέρες μόνον εσένα σκέφτηκα. Θ’ αφήσω το τζάκι σβηστό απόψε για να σε διευκολύνω, το πιατάκι με τον κουραμπιέ και το μελομακάρονο κι ένα ποτηράκι τσικουδιά για να σε ζεστάνει.

Κι αν πρέπει να θυσιάσω κάτι απόψε ας είναι η πεποίθησή μου ότι δεν υπάρχεις... αυτό ανταλλάσσω με μια μερίδα πίστης και μια δόση ελπίδας.

Αν αρνηθείς, όμως, να ξέρεις ότι θα διαδώσω σε όλους ότι είσαι ακόμα μια από τις πολλές μας ουτοπίες.

Καλή χρονιά σε όλο τον κόσμο

Δημοσιεύτηκε στις 31-12-2011 εδώ

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη