Δημοσιεύτηκε

"Δεν πιστεύω ότι χάνουμε το φως μας. Πιστεύω πως ανέκαθεν ήμασταν τυφλοί. Τυφλοί, μα που βλέπουν. Άνθρωποι που έχουν όραση, μα δεν βλέπουν πραγματικά" 
Ζοζέ Σαραμάγκου
 
Βιογραφικό
Στις 18 Ιουνίου 2010 έφυγε από τη ζωή ο Ζοζέ Σαραμάγκου, ένας άθεος και κομμουνιστής  Πορτογάλος συγγραφέας, που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1998.
Γιος κι εγγονός ακτημόνων αγροτών,  ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε στο χωριό Αζινιάγκα, στις 16 Νοεμβρίου του 1922. Ο πατέρας του λεγόταν Ζοζέ ντε Σόζα και η μητέρα του Μαρία ντε Πιεδάδε. Το «σαραμάγκου», ένα άγριο ποώδες φυτό, το γνωστό άγριο ραδίκι, ήταν ψευδώνυμο της οικογένειας του πατέρα του και κατά λάθος καταγράφηκε σαν επώνυμό του στα μητρώα γέννησης. Το 1924, η οικογένεια Σαραμάγκου μετακόμισε στη Λισσαβώνα, όπου ο πατέρας του εργάστηκε ως αστυνομικός. Μερικούς μήνες μετά τη μετακόμιση της οικογένειας στη Λισσαβώνα, ο μεγαλύτερος κατά δύο χρόνια αδελφός του συγγραφέα, Φρανσίσκο, πεθαίνει.
Παρόλο που ο Σαραμάγκου ήταν καλός μαθητής, δεν μπόρεσε να συνεχίσει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, για οικονομικούς λόγους οπότε, τελειώνοντας το δημοτικό, γράφτηκε σε ηλικία 12 ετών σε τεχνικό γυμνάσιο. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε για δύο χρόνια ως μηχανικός αυτοκινήτων ενώ στη διάρκεια της ζωής του άλλαξε πολλά επαγγέλματα, σιδηρουργός, σχεδιαστής, υπάλληλος υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, μεταφραστής, εκδότης, δημοσιογράφος.
Περνούσε τις διακοπές μαζί με τους παππούδες του. Όταν ο αγαπημένος του παππούς υπέστη σοβαρό πρόβλημα στην καρδιά του και έπρεπε να πάει στη Λισαβόνα για θεραπεία, ο Σαραμάγκου θυμάται: «Πήγε στην αυλή του σπιτιού, όπου υπήρχαν λίγα δέντρα, μερικές ελιές και συκιές. Και πέρασε από όλα αγκαλιάζοντάς τα με τη σειρά, κλαίγοντας, λέγοντάς τους αντίο μιας και ήξερε πως δε θα επέστρεφε». Το να βλέπεις και να ζεις κάτι τέτοιο, λέει ο Σαραμάγκου, αν αυτό δεν σε σημαδεύει για την υπόλοιπη ζωή σου, τότε δεν έχεις αισθήματα.
Άθεος, επικριτής της καθολικής εκκλησίας, μαρξιστής, εμφανίζεται στα γράμματα το 1947 με το πρώτο του βιβλίο, το μυθιστόρημα Γη της αμαρτίας και ύστερα από αυτό έκανε μια μακροχρόνια παύση. Στη συγγραφή αφιερώθηκε οριστικά στα 50 του.
Υπήρξε κοινωνικά προβληματισμένο άτομο και η σχέση του με την πολιτική ξεκίνησε το 1969, όταν εντάχθηκε στο Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Εργάστηκε για δώδεκα χρόνια σε εκδοτικό οίκο, στη λογοτεχνική διεύθυνση και τη διεύθυνση παραγωγής. Το 1972-1973 υπήρξε πολιτικός σχολιαστής της εφημερίδας Diário de Lisboa και συντόνιζε και το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας.
Ήταν μέλος της πρώτης διεύθυνσης της Πορτογαλικής Ένωσης Συγγραφέων και υπήρξε πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης της Πορτογαλικής Κοινωνίας Συγγραφέων την περίοδο 1987-1994. Από τον Φεβρουάριο του 1993 εγκατέλειψε την πατρίδα του και αποφάσισε να ζει στο νησί Λανθαρότε, του αρχιπελάγους των Καναρίων, στην Ισπανία, λόγω ρήξης με την Εκκλησία της Πορτογαλίας.
Πρώτη του σύζυγος, το 1944, υπήρξε η Ίλντα Ρέις, με την οποία απέκτησε το 1947 ένα κορίτσι, τη Βιολάντε. Το 1988, ο συγγραφέας παντρεύτηκε την αρκετά νεότερή του Ισπανίδα δημοσιογράφο Πιλάρ δελ Ρίο, επίσημη μεταφράστρια των βιβλίων του στα ισπανικά.
Ο Σαραμάγκου έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή, τουλάχιστον τα χρόνια που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά του, σε ένα καθεστώς δικτατορίας, με έντονα στοιχεία φασισμού, που εγκαταστάθηκε στη χώρα από το 1926. Μέσα από αυτό αναδείχθηκε και η προσωπικότητα του καθηγητή οικονομικών Αντόνιο ντε Ολιβέιρα Σαλαζάρ, ο οποίος κυβέρνησε ως δικτάτορας από το 1932 έως το 1968, καθεστώς που έλαβε τέλος με την Επανάσταση των Γαρυφάλλων, το 1974, στην οποία έλαβε μέρος και ο Σαραμάγκου. Αυτά τα πολιτικά γεγονότα του 1974 του στοίχισαν τη θέση του διευθυντή σύνταξης στην εφημερίδα, καθώς η εύθραυστη νεαρή δημοκρατία ελεγχόταν από τη συντηρητική παράταξη ενώ εκείνος ήταν μαρξιστής.
Αυτή η ταραγμένη πολιτική ταυτότητα της Πορτογαλίας υπήρξε πηγή έμπνευσης για τον Σαραμάγκου για μια σειρά μυθιστορημάτων του ενώ, ως μέλος του Κομουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας, την κατήγγελε σε πολλά διεθνή fora, με ομιλίες την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ.
«Πού είναι όλα αυτά τα χρήματα που ρίχνονται στις αγορές; Πολύ καλά και αυστηρά φυλαγμένα. Μετά, ξαφνικά, τι μένει να σώσουμε; Ζωές; Όχι, Τράπεζες».
Οι αναγωγές στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα ανατριχιαστικά εμφανείς.
Συνεπής στις πεποιθήσεις του, αμφισβήτησε την κατάσταση της μεταδικτατορικής ζωής στην Πορτογαλία με έργα όπως Το Χρονικό του Μοναστηριού, Η Χρονιά Που Πέθανε Ο Ρικάρντο Ρέις, Όλα Τα Ονόματα. Έγινε ευρύτερα γνωστός με το μυθιστόρημά του Περί Τυφλότητος (1995). Η πορτογαλική κυβέρνηση απέσυρε την υποψηφιότητα του έργου του Το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον, που θεωρείται ως το πιο ανατρεπτικό έργο του, για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1992 και το κατήγγειλε ως μια προσπάθεια επίθεσης εναντίον της θρησκευτικής κληρονομιάς της χώρας. Αυτό προκάλεσε και την αυτοεξορία του Σαραμάγκου στο Λανθαρότε.
Όταν το 1988 μεταφράστηκε στα αγγλικά το Baltasar & Blimunda (Το Χρονικό του Μοναστηριού - Memorial do Convento) (1982) έγινε διεθνώς γνωστός. Περισσότερο, όμως, όταν στις δεκαετίες του ΄80 και του ’90 εξέδωσε μια σειρά φανταστικών μυθιστορημάτων, γραμμένων με μια φυσική ροή που ακολουθούσε τον ρυθμό του προφορικού λόγου.
Στο μυθιστόρημα Η Χρονιά Που Πέθανε Ο Ρικάρντο Ρέις (1984) μιλάει για την επιστροφή στη Λισαβόνα ενός φανταστικού χαρακτήρα που εφευρέθηκε από τον Φερνάντο Πεσσόα μετά τον θάνατο του δημιουργού του, στην Πέτρινη Σχεδία (1986) η Ιβηρική Χερσόνησος αποκόπτεται από την Ευρώπη και πλέει στον Ατλαντικό ενώ στο Όλα Τα Ονόματα (1997) ένας υπάλληλος γραφείου μετατρέπεται σε ήρωα με το «κυνήγι» μιας άγνωστης γυναίκας.
Το πειραματικό στυλ του Σαραμάγκου συχνά χαρακτηρίζεται από μακριές προτάσεις, κατά περιπτώσεις περισσότερο από μια σελίδα σε μάκρος. Πολλές από τις παραγράφους του εκτείνονται για σελίδες χωρίς παύση για διάλογο, τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να μην οροθετεί με εισαγωγικά. Όταν ο ομιλητής αλλάζει, ο Σαραμάγκου σηματοδοτεί αυτή την αλλαγή αρχίζοντας με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα της πρώτης λέξης που αναφέρει ο νέος ομιλητής.
Στο μυθιστόρημά του "Περί Τυφλότητος", ο συγγραφέας εγκαταλείπει ολοκληρωτικά τη χρήση κύριων ονομάτων χρησιμοποιώντας εναλλακτικώς, μοναδικά χαρακτηριστικά για να αναφερθεί και να προσδιορίσει τους χαρακτήρες.
Τα βιβλία του που κυκλοφορούν στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη είναι:
Η σπηλιά, Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον, Η ιστορία της άγνωστης νήσου,Περί θανάτου, Ο άνθρωπος αντίγραφο, Περί τυφλότητος, Περί φωτίσεως, Ο φωταγωγός, Η σιωπή του νερού, Χρονικό του μοναστηριού, Το τελευταίο τετράδιο, Κάιν, Το τετράδιο, Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον, Το ταξίδι του ελέφαντα, Η πέτρινη σχεδία, Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας, Μικρές αναμνήσεις, Το μεγαλύτερο λουλούδι του κόσμου, Λέγοντας ιστορίες, Όλα τα ονόματα (1999) Σημειωτέον ότι φαίνεται η Ελλάδα να τον ανακάλυψε μετά το Νόμπελ, αφού το πρώτο βιβλίο του χρονολογικά που εκδόθηκε είναι το 1999.
Οι κεραίες της εποχής μας - Ζοζέ Σαραμάγκου το ντοκυμανταίρ του Ανταίου Χρυσοστομίδη
Περί τυφλότητος
Το μυθιστόρημά του που θεωρείται σταθμός στη συγγραφική του δραστηριότητα, είναι το Περί Τυφλότητος, που χαρακτηρίζεται ως μια “αντιολοκληρωτική αλληγορία” και είναι γραμμένο στην ώριμη φάση του Σαραμάγκου, το 1995. Πρόκειται για την ιστορία μιας ανεξήγητης μαζικής επιδημίας τύφλωσης που μολύνει σχεδόν όλους τους κατοίκους μιας πόλης που δεν κατονομάζεται καθώς και της κοινωνικής κατάρρευσης που ακολουθεί.
Όλα ξεκινούν από τον πρώτο τυφλό που, περιμένοντας μέσα στο αυτοκίνητό του το φανάρι να ανάψει πράσινο, χάνει ξαφνικά την όρασή του. Επισκέφθηκε έναν οφθαλμίατρο που όχι μόνον δεν του έλυσε το πρόβλημα αλλά σύντομα αποδείχτηκε ότι η τύφλωση ήταν μεταδοτική και ο γιατρός, η σύζυγός του, και όσοι βρέθηκαν εκείνη την ώρα στην αίθουσα αναμονής τυφλώνονται κι εκείνοι. Αυτοί αποτελούν και τον μικρό ανθρώπινο πυρήνα των ηρώων του βιβλίου. Κεντρικός χαρακτήρας η σύζυγος του γιατρού, που για λόγους ανεξήγητους δεν τυφλώθηκε.
Η ξαφνική εμφάνιση της επιδημίας τύφλωσης, που γρήγορα εξελίσσεται σε πανδημία, προκαλεί τον πανικό, κάθε τάξη στην κοινωνία ανατρέπεται. Η κυβέρνηση, θέλοντας να περιορίσει την εξάπλωση της τυφλότητας,  διατάσσει τον εγκλεισμό των πρώτων εξακριβωμένων περιστατικών σε ένα εγκαταλελειμμένο φρενοκομείο. Στρατιώτες οπλισμένοι αναλαμβάνουν τη φύλαξή τους και την τροφοδοσία τους σε τρόφιμα. Οι κανονισμοί του εγκλεισμού είναι σκληροί αλλά οι άνθρωποι αυτοί, με τη βοήθεια του μοναδικού ατόμου που βλέπει αλλά δεν το ομολογεί, οργανώνονται για να διευκολύνουν τη ζωή τους. Το αληθινό δράμα ξεκινά από τη στιγμή που καταφθάνουν ολοένα και περισσότεροι τυφλοί, με αποτέλεσμα όχι μόνον να γεμίζουν όλοι οι θάλαμοι αλλά και να τεθούν ζητήματα ασφαλούς συμβίωσης. Ως μικρογραφία της αληθινής κοινωνίας, στον ίδιο χώρο είναι αναγκασμένοι να συμβιώσουν άνθρωποι διαφορετικοί, με ένστικτα που μέρα με τη μέρα, κάτω από τις συνθήκες αυτές, γίνονται όλο και πιο άγρια. Δεν αργούν να πέσουν όλοι  θύματα εκμετάλλευσης από μια ομάδα τυφλών, που παίρνει τα χαρακτηριστικά οργανωμένης σπείρας εγκληματιών, με αρχηγό και μέλη με ξεχωριστές αρμοδιότητες, οι οποίοι λειτουργούν αδίστακτα, στερώντας το φαγητό από την πλειοψηφία, το οποίο παραχωρούν μόνο με ανταλλάγματα, που κάποια από αυτά είναι απάνθρωπα. Ο βιασμός των γυναικών αλλά και η άσκηση διαφόρων μορφών βίας καταλύουν κάθε αίσθημα ασφάλειας αλλά και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ύστερα από δραματικές εξελίξεις, με θανάτους και δολοφονικές επιθέσεις ανακαλύπτουν ότι πλέον δεν υπάρχουν φύλακες και μπορούν να βγουν έξω από το κτήριο, που το εγκαταλείπουν ενώ φλέγεται και καταρρέει και γίνεται ομαδικός τάφος για τους υπολοίπους. Αυτό που έχουν να αντιμετωπίσουν στην πόλη, όμως, είναι εξίσου ή και περισσότερο τραγικό. Άνθρωποι αδέσποτοι σαν τα ζώα, περιφερόμενοι για αναζήτηση τροφής και στέγης, υποκινούμενοι από τα ταπεινότερα των ενστίκτων τους, λειτουργούν μόνο για τη βιολογική τους επιβίωση και δεν γνωρίζουν ηθικό φραγμό. Εξαίρεση αποτελεί η ομάδα των έξι ατόμων και ενός μικρού παιδιού που έχουν πάρει υπό την προστασία τους, χωρίς όνομα όλοι αλλά με ένα μοναδικό χαρακτηριστικό τους να προσδιορίζει την ταυτότητά τους. Ως μέλος της ομάδα προστίθεται και ένας αδέσποτος σκύλος, ο σκύλος με τα δάκρυα, που λειτουργεί πολύ πιο εξευγενισμένα από το σύνολο των ανθρώπων που βρίσκονται τυφλοί αλλά ελεύθεροι στην πόλη. Ο νόμος της ζούγκλας στον υπερθετικό βαθμό κυριαρχεί και υποβιβάζει το τελειότερο των δημιουργημάτων της φύσης, τον άνθρωπο, σε κτήνος. Ο θάνατος του ενός είναι η ζωή του άλλου κι αυτός ο νόμος διέπει τη νέα κοινωνία.
Η καθημερινότητά τους συγκλονίζει στις λεπτομέρειές της. Ο αγώνας για την επιβίωση του σώματος και του μυαλού για τη μικρή αυτή ομάδα που αντιστέκεται στη γενική σήψη, είναι κοπιώδης. Παλεύουν για να μη χάσουν ό,τι απόμεινε μέσα τους σε ανθρωπιά. Τραγικές φιγούρες όλοι τους αλλά περισσότερο η γυναίκα του γιατρού, που βλέπει και αποτελεί το στήριγμά τους, αλλά αυτό ακριβώς είναι το δράμα της: το ότι βλέπει. Έφτασε στο σημείο να εύχεται να μην έβλεπε για να προφυλάξει τον εαυτό της από τις εικόνες που έφταναν στα μάτια της.
Το μυθιστόρημα Περί τυφλότητος, ήπιο ως προς τον τρόπο γραφής του αλλά μεστό και έντονο σε νόημα, είναι μια αλληγορία, δοσμένη με ισχυρή δόση ρεαλισμού, τόση ώστε, παρά το ότι πρόκειται για μια ιστορία που ξεφεύγει από τα όρια της πραγματικότητας, δίνει την αίσθηση ότι είναι πιθανόν να έχει συμβεί στ’ αλήθεια. Συνυπάρχουν η ειρωνεία, η τραγικότητα, οι έντονες εικόνες. Γραμμένο με το μοναδικό ύφος του Σαραμάγκου, λιτό αλλά πολύ δυνατό, με την ξεχωριστή τεχνική του με μακρές περιόδους, χωρίς σημεία στίξης, με διαλόγους ενσωματωμένους στη ροή της αφήγησης αλλά με τρόπο απόλυτα διακριτό, που δεν δυσκολεύει την κατανόηση του κειμένου. Αποφεύγει την αναφορά σε ονόματα τόπων και χαρακτήρων, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι αυτό θα μπορούσε να αφορά σε οποιαδήποτε δυτική κοινωνία, σε οποιονδήποτε από εμάς. Είναι η σύγχρονη κοινωνία που νοσεί, γενικά.
Ξεδιπλώνοντας τις πτυχές του έργου βλέπουμε να θίγονται διάφορα ζητήματα που αφορούν στη θρησκεία, την κοινωνία, το κράτος στην όποια μορφή του, πολιτική και στρατιωτική, όπως καλά την ξέρει ο συγγραφέας.
Η απαραίτητη αναφορά του στη θρησκεία γίνεται με τρόπο συμβολικά καταγγελτικό. Ο Θεός και οι άγιοι, τυφλοί,τυφλοί όσο και οι άνθρωποι, αφού τυφλώθηκαν με τρόπο ανεξήγητο όπως κι εκείνοι, κατεβαίνουν, χάνουν τη θεϊκή τους υπόσταση και αφενός θεωρούνται υπαίτιοι, αφού δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την τραγωδία, αφετέρου γίνονται υποψήφιοι δράστες των ίδιων πράξεων βίας και αποτροπιασμού. Αιρετική αντιμετώπιση για ακόμη μια φορά, όπως στο Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο, όπου ο Θεός καταγγέλλεται ως υπαίτιος της Σφαγής των Νηπίων και ο Σαραμάγκου θέλει τον Ιησού στον σταυρό να ζητά από την ανθρωπότητα να συγχωρήσει τον Θεό για τα σφάλματά του.
Ο Στρατός, που το 1974 είχε γαρύφαλλα στις κάννες των όπλων, σκορπίζει θάνατο αλύπητα, χωρίς ίχνος οίκτου για τους άτυχους τυφλούς, ανίκανος να διασφαλίσει την ασφάλειά τους και μια στοιχειώδη τάξη.
Η πολιτεία καταγγέλλεται για τις σπασμωδικές κινήσεις της, μια δράση χωρίς σχέδιο, χωρίς λύσεις για την έκτακτη αυτή ανάγκη.
Η κοινωνία δρα με γνώμονα το προσωπικό συμφέρον του καθενός και καταντά να γίνεται κοπάδι, χωρίς προσωπική σκέψη αφήνεται να άγεται και να φέρεται στα χέρια όποιου εκδηλώσει ηγετικές τάσεις, γι αυτό και η πλειοψηφία αναφέρεται με τον γενικό όρο “τυφλοί”, χωρίς αξιομνημόνευτο χαρακτηριστικό που να τους κάνει να ξεχωρίζουν σαν άτομα. Φέρονται πρόθυμοι να επωφεληθούν από τη θυσία του άλλου χωρίς οι ίδιοι να είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για οποιονδήποτε. Οι λίγοι που ξεχώρισαν από το κοπάδι αυτό ήταν εκείνοι που με τον τρόπο τους αντέδρασαν, καλά ή άσχημα, δεν έμειναν απαθείς και άβουλοι.
Κανένας δεν φάνηκε να δίνει σημασία στις ενδείξεις ότι η σύζυγος του γιατρού έβλεπε, εφόσον εκείνη εξακολουθούσε να λειτουργεί υποστηρικτικά προς όφελος της ομάδας.
Η ηθική των ανθρωπίνων πράξεων κρίνεται στη στάση ανδρών και γυναικών, όταν τέθηκε το θέμα της προμήθειας τροφίμων με αντάλλαγμα τις σεξουαλικές υπηρεσίες των γυναικών.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου έγινε από τον Βραζιλιάνο σκηνοθέτη Φερνάντο Μεϊρέλες ("Ο Επίμονος Κηπουρός") με τον τίτλο  "BLINDNESS" (Tο τρέιλερ της ταινίας) και άνοιξε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Κανών το 2008. Πρωταγωνίστρια η Τζούλιαν Μουρ που την πλαισίωσαν ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, ο Μαρκ Ράφαλο,  ο Ντάνι Γκλόβερ κ. ά. Για δεύτερη μόλις φορά στην 61χρονη ιστορία του Φεστιβάλ των Καννών, μία ταινία από τον Καναδά, επελέγη ως η ταινία έναρξης, μετά το 1980, δηλαδή μετά το "FANTASTICA" του Καναδού Gilles Carle (από το Κεμπέκ). Η ταινία επίσης συμμετείχε και στο διαγωνιστικό τομέα, το 2008, διεκδικώντας το μεγάλο βραβείο, κάτι που δεν συνηθίζεται για ταινία που ανοίγει το φεστιβάλ (συνήθως οι ταινίες της πρεμιέρας είναι πάντα εκτός συναγωνισμού).
 


Πηγή: logoteckyklos.blogspot.gr






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη