Δημοσιεύτηκε

Σαρώνει σε διακρίσεις και στο box office. Ο Γιώργος Λάνθιμος για την ηλικία των 45 χρόνων  έχει κερδίσει τα περισσότερα διεθνή βραβεία από κάθε Έλληνα  σκηνοθέτη. Η τελευταία του ταινία The favourite   συγκαταλέγεται στις  ελάχιστες που έχουν συγκεντρώσει 10 υποψηφιότητες Όσκαρ. Είναι προφανές ότι δεν είχε κανένα «δόντι» στα μέλη των κριτικών επιτροπών. Έχει όμως τον κυνόδοντα του ταλέντου,  πράγμα που του αναγνώρισαν στο εξωτερικό αλλά όχι εδώ. Με υποτονική χρηματοδότηση,  πέταξε από τις αποσκευές του τα πικρόχολα σχόλια και πήρε των ομματιών του. Οι συνήθεις  κακεντρεχείς είπαν «σιγά τον διαφημιστή», αποσιωπώντας  επιμελώς ότι κοτζάμ Μπέργκμαν και Φελίνι είχαν ασχοληθεί με τη διαφήμιση. Του προσάπτουν επίσης ότι το κλίμα στις ταινίες του είναι νοσηρό και δεν θυμίζει Ελλάδα με Ζορμπάδες και μουσακάδες, λες και η Ισπανία και η Γαλλία ήταν όπως τις έδειχναν η Βιριδιάνα και το Με κομμένη την ανάσα, αντίστοιχα.

Δεν είναι πρώτη φορά που κριτική και κράτος αδίκησαν διαπρεπείς δημιουργούς. Η Στέλλα του Κακογιάννη χαρακτηρίστηκε  «ξεδιάντροπο μελόδραμα όπου πρωταγωνιστεί «ένα ξετραχηλισμένο γύναιο». Ο Αγγελόπουλος γύρισε τον Θίασο με τους χαφιέδες της Χούντας να τον ακολουθούν αλλά και η μετέπειτα κυβέρνηση Καραμανλή απαγόρευσε τη συμμετοχή του στο Φεστιβάλ των Καννών το 1975,  γιατί  θεωρήθηκε μια αντεθνική  ταινία που «προσέβαλλε τον στρατάρχη Παπάγο».

Σε σχεδόν άδειες αίθουσες εκτυλίσσονταν η υπόθεση του Αστακού. Πού να καταλάβουν οι αδαείς την πολυπλοκότητα των σχέσεων, το δράμα της μοναξιάς ή τις κρυμμένες λογοτεχνικές αναφορές, στον Όργουελ για παράδειγμα. The favourite όμως, με τις βασίλισσες και τα παλάτια, προσφέρεται για μια ψευδαίσθηση μεγαλείου. Σπεύδουν  λοιπόν όλοι αυτοί που έχουν δει τα άπαντα της Βουγιουκλάκη και ενάμιση Αγγελόπουλο,  επειδή τους παρέσυρε ένα κουλτουριάρης φίλος, και φουσκώνουν όχι από την γκαζόζα που ήπιαν στο  διάλειμμα αλλά από περηφάνια για το εθνικό μας καμάρι. Η ταινία όμως είναι κάτι παραπάνω απ’ αυτό που φαίνεται. Ο Λάνθιμος την υπονομεύει  πανταχόθεν. Από τα ροκ κοστούμια μέχρι τον τρόπο που ανατρέπει τα στερεότυπα. Γυναίκες δυναμικές και άνδρες καρικατούρες σε μια εποχή που ο φεμινισμός δεν είχε συλληφθεί ούτε ως ιδέα. Η βασίλισσα Άννα σαν να αποποιείται τις εξουσίες- ξυράφια και αφήνεται πότε στην πιστή Σάρα και πότε  στην μηχανορράφα Αμπιγκέιλ για να ξεχάσει πως 17 φορές την πρόδωσε με αποβολές η γυναικεία της φύση.  Εύθραυστη και παγιδευμένη στο ρόλο της, συνειδητοποιεί στο τέλος  πως μόνον τα κουνέλια – παιδιά αξίζουν την αγάπη της.

Κανείς δεν ξέρει αν η «Ευνοούμενη»  τύχει της εύνοιας των μελών της Ακαδημίας Κινηματογράφου. Αν όμως βραβευθεί,  τότε είναι σίγουρο πως θα κυκλοφορήσουν κονκάρδες  με το  «Je suis Lanthimos». Όλοι θα ξεχάσουν τα Όσκαρ μικροψυχίας και φθόνου που βιάστηκαν να του απονείμουν Σταρλετίτσες και πολιτικοί θα  συνωστίζονται και θα παρακαλούν για μια φωτογράφιση μαζί του, ακόμα και οι διαφημιστικές του σοκολάτες θα αρχίσουν τα χειροκροτήματα. Η νίκη όμως θα ανήκει αποκλειστικά στον σκηνοθέτη και τους συνεργάτες του που τα κατάφεραν με προσωπικό μόχθο. Ένα γλυκόπικρο μερτικό χαράς, μια ενδοφλέβια ένεση αισιοδοξίας,  ωστόσο θα νιώσουν  οι καλοπροαίρετοι και ακομπλεξάριστοι  σινεφίλ για το γεγονός πως κάποιος πέτυχε, παρ’ ότι γεννήθηκε σε μια χώρα που όχι μόνο δεν σε ωθεί στην επιτυχία αλλά τις περισσότερες φορές δεν σου επιτρέπει καν να την προσεγγίσεις. 

Χρύσα Κακατσάκη






Αναρτήθηκε από:

Χρύσα Κακατσάκη

Τα όνειρα είναι πολύ σκληρά για να τ' αντέξεις!!!