Δημοσιεύτηκε

«Πάρ’ το αλλιώς»!, λέω στον εαυτό μου κάθε πρωί που βγαίνω από το σπίτι και μπαίνω στο αυτοκίνητο. Όχι, δεν εννοώ το τιμόνι, είμαι καλή οδηγός. Εκεί που δεν είμαι -πλέον- καλή είναι στη διαχείριση της καθημερινότητας. Ύπουλο πράγμα, η άτιμη! Διότι

α) δεν έχει σταθερή ποιότητα αλλά είναι ραγδαία και απρόβλεπτα επιδεινούμενη και

β) είναι επίμονη τόσο, ώστε αργά και σταθερά υποσκάπτει τα θεμέλια της ψυχολογίας σου και ολόκληρο το -πιθανόν σύνθετο και πολυόροφο- οικοδόμημα του εαυτού σου, καταρρέει και σωριάζεται με θόρυβο σε ερείπια μπροστά στην πόρτα κάποιου ειδικού, ο οποίος καλείται να το αναστηλώσει ώστε να γίνει ξανά λειτουργικό. Λες ότι με τα χρόνια, τη γνώση, την εμπειρία έχεις κατακτήσει τη συγκρότηση που χρειάζεσαι για το ευ ζην, όταν ανακαλύπτεις ξαφνικά ότι αρχίζεις να ραγίζεις κι ύστερα να σπας. Εκεί, πολύ ή έστω και λίγο πριν σπάσεις, πρέπει να το πεις το «πάρ’ το αλλιώς», διότι πρέπει να σωθείς πάση θυσία, δεύτερη ζωή δεν έχει! Πόσα, όμως, μπορείς ν’ αντέξεις μέσα σε μια μέρα; Αυτό είναι θέμα προσωπικών αντοχών.  

Σκηνή πρώτη: οδός Ευμαθίου, πρωί. Υπάρχει εκεί ένα σπίτι -αριθμό δε λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε αλλά φωτογραφία του έχουμε δημοσιεύσει στο παρελθόν- του οποίου η συμπεριφορά και η εν γένει στάση ζωής πολύ με εμπνέει. Μάλιστα, το 2015 του αφιέρωσα ένα κείμενο με τίτλο «Το αποχετευτικό σύστημα του Βυζαντίου», το οποίο έσπασε τα ταμεία της ελληνικής αρθρογραφίας (λέμε τώρα)! Στο μπαλκόνι ο ηλικιωμένος ένοικος δικαιώνει εκείνο το παλιό άρθρο: οπλισμένος με το λάστιχο ποτίσματος, τι άλλο κάνει παρά ποτίζει. Όχι τις γλάστρες αλλά τον δρόμο! Του κορνάρω και, χωρίς να του μιλήσω, με το δάχτυλο του δείχνω το ρυάκι που φαίνεται να φτάνει μέχρι την Παπαναστασίου, υπονοώντας τη σπατάλη του δυσεύρετου πλέον νερού. Όχι μόνον συνεχίζει απτόητος το πότισμα της οδού Ευμαθίου αλλά συγχρόνως «λούζει» κι εμένα, χωρίς καν σαμπουάν αλλά με σκέτη μαλακτική:

«άντε χέ.., μωρή»!

Σταμάτησα παρακάτω, έτοιμη να βάλω όπισθεν για να διευθετήσω λεκτικά την κατάσταση αλλά «το πήρα αλλιώς», με τη βοήθεια και του συνοδηγού μου και γλίτωσα έτσι το πρωινό εγκεφαλικό.

«Κανονικά, μαμά, θα έπρεπε να επιληφθεί κάποια υπηρεσία. Να πάρεις τηλέφωνο αυτούς καλύτερα και όχι να του μιλήσεις εσύ. Έτσι κάνουν στη Σουηδία, στη Σκωτία, παντού».

Εδώ γελάνε. Γίνονται τέτοια ΚΑΙ στα νότια Βαλκάνια; Έφυγα σαν παρολίγον βρεγμένη και καθόλου γάτα.

Σκηνή δεύτερη: στη γωνία της Πλαστήρα με την Άλμπερτ, σύνορο με το Πολιτιστικό Κέντρο, σε απόλυτη οπτική επαφή με τον τάφο του Καζαντζάκη, στο σημείο του πρώην παρκακίου και νυν κυκλικού κόμβου, άλλη έμπνευση του παρελθόντος αλλά και του παρόντος: το γωνιακό σπίτι της καλής νοικοκυράς, που καθημερινά ξεπλένει το πεζοδρόμιο με αγνή παρθένα σαπουνάδα, μέσα στην οποία έχουν εμβαπτισθεί τα σώβρακα του τίμιου βιοπαλαιστή με το τρίκυκλο -που είναι παρκαρισμένο νόμιμα στη γωνία ακριβώς, μαζί με μερικά άλλα- και τα οποία σώβρακα βλέπω απλωμένα με τάξη στην απλώστρα του πεζοδρομίου, για να φαίνεται από το Μαρτινέγκο η νοικοκυροσύνη της κυρίας.

Θα μου πεις «τι τον νοιάζει τώρα τον Καζαντζάκη, στη θέση που βρίσκεται, αν η κυρία απλώνει τα σώβρακα με τάξη»; Θα συμφωνήσω απόλυτα. Η κυρία, όμως, δεν το ξέρει κι εσείς, κύριοι των δημοτικών αρχών, είστε υπεύθυνοι να της το μάθετε. Τέλος παρενθέσεως.

Τίποτα δεν λείπει από την εικόνα και σήμερα συν κάτι ακόμα: το πεζοδρόμιο, ακριβώς στη γωνία και σε όλο του το πλάτος, έτσι ώστε ο πεζός να πρέπει να κατέβει στον δρόμο για να περάσει, είναι κατειλημμένο από δυο τραπεζάκια. Έξι ή επτά άνθρωποι, καθισμένοι γύρω τους, παίζουν με πάθος κάποιο παιχνίδι με τράπουλα, πίνοντας, καπνίζοντας και φωνασκώντας. Πάλι έχω βοήθεια στο να το «πάρω αλλιώς»: «δεν φταίνε αυτοί, μαμά. Ο μετανάστης στην καινούργια του πατρίδα εκπαιδεύεται από τους πολίτες της χώρας. Αυτοί είναι που του δείχνουν τι περιμένουν από αυτόν και πώς να συμπεριφερθεί σε κάθε περίπτωση. Αν οι μετανάστες αυτοί βρίσκονταν σε άλλη χώρα, θα λειτουργούσαν διαφορετικά».

Σκηνή τρίτη: λεωφόρος Κνωσού, με ακολουθεί αυτοκίνητο «οικογενειακό», ο μπαμπάς οδηγεί, η μαμά συνοδηγεί και πίσω «φορτωμένα» τρία παιδάκια. Από τους καθρέπτες μου βλέπω και παθαίνω πανικό: από το ανοικτό πίσω δεξί παράθυρο κρέμεται μισό παιδάκι, ηλικίας όχι πάνω από τεσσάρων χρονών. Το καταδιασκεδάζει, μάλιστα, όπως δείχνουν οι ζωηρές κινήσεις του, το ίδιο και οι γονείς. Καταπολέμησα την παρόρμησή μου να σταματήσω στη μέση του δρόμου, να κατέβω και να τους κάνω συστάσεις, με την ανάμνηση ανάλογου περιστατικού, στο οποίο η απάντηση των γονέων ήταν «άντε μωρή μαλάκω, δικό σου είναι (το παιδί)»;

Δεν ξέρω πού βρίσκονται, τελικά, τα όρια της κοινωνικής ευαισθησίας που πρέπει να επιδεικνύουμε στην καθημερινή μας ζωή. Μέχρι ποιο σημείο δικαιούμαστε να αντιδρούμε και από ποιο σημείο χαρακτηριζόμαστε κοινωνικά αναίσθητοι, «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα» που, κλεισμένοι στην υπόγεια ταβέρνα, πίνουμε και περιμένουμε μάταια το θαύμα που θα μας εμποδίσει να πέσουμε επίπεδο, να αλλάξουμε για άλλη μια φορά πίστα και να βρεθούμε στην προηγούμενη, μέχρι να βαρέσουν τα καμπανάκια του gameover, σημάδι ότι πιάσαμε πάτο ως άτομα και, τελικά, ως κοινωνία. Μια κοινωνία παρηκμασμένη, κουρδισμένη να επικαλείται αιωνίως τις αρχαίες δόξες κάποιων άλλων λόγω έλλειψης δικών της, για να ανεβάσει πλασματικά την αξία της έναντι εκείνων που επί αιώνες εργάζονται μεθοδικά και αποτελεσματικά και φταίνε, λέει, για τα χάλια μας!

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη