Δημοσιεύτηκε

Όσοι παρακολουθούν στοιχειωδώς τα τεκταινόμενα στην τέχνη ξέρουν ότι τα γκράφιτι από τότε που εμφανίστηκαν δίχασαν και εξακολουθούν να διχάζουν την κοινή γνώμη. Βανδαλισμός ή απελευθέρωση της έκφρασης; Εκλεπτυσμένη μορφή παραβατικότητας ή κοινωνική διαμαρτυρία; Οι πρώτες μουτζούρες στο μετρό  και τις underground συνοικίες της Νέας Υόρκης ήταν χρωματιστοί ψίθυροι που διεκδικούσαν ακρόαση για το υποβαθμισμένο αστικό περιβάλλον και την γκετοποιημένη ζωή των έγχρωμων. Οι ψίθυροι  σταδιακά έγιναν κραυγές που ακούστηκαν σ’ όλες τις φτωχογειτονιές του κόσμου. Στο μεταξύ τα αρχικά άτεχνα γκράφιτι, ακολουθώντας  τη θεωρία της εξέλιξης, βελτίωσαν την τεχνική τους και αναβάθμισαν την αισθητική τους σε  βαθμό που να μετονομασθούν street art. Η μνημειώδης καταγραφή του απαγορευμένου και του εφήμερου, το αίτημα για μια εικαστική παρέμβαση εκτός των κατεστημένων θεσμών δυνάμωσαν την απήχησή της. Οι υποστηρικτές  της την παρομοίασαν μ’ ένα ζωηρό δελτίο ειδήσεων που ταξιδεύει από στόμα σε στόμα.

Σ’ ένα τέτοιο κλίμα ανδρώθηκε ο Banksy, o μυστηριώδης Βρετανός  που κανείς ποτέ δεν τον έχει δει και που πριν μερικές μέρες έγινε πρώτη είδηση παγκοσμίως, διαμελίζοντας το έργο του. Η κίνησή του επανέφερε το δίλημμα ανάμεσα στην αυτονομία της τέχνης και την αναγκαιότητα του χρήματος. Φυσικά και δεν είναι κάτι καινούριο αφού υπάρχει από τότε που ο Δίας χρειάστηκε να γίνει χρυσή βροχή για να φτάσει στη Δανάη. Εκείνο ωστόσο που ερέθισε τα ανακλαστικά των θεωρητικών και των φιλότεχνων ήταν η πράξη της καταστροφής, σοκαριστική ακόμη και γι’ αυτούς που  είναι εξοικειωμένοι με τις προκλήσεις. Και ο Μοντιλιάνι κατέστρεφε έργα του επειδή δεν του αρκούσε το φως του Παρισιού. Και ο Βαν Γκογκ έσκιζε τους πίνακες του, όταν νόμιζε ότι δεν είχε πετύχει την απόλυτη χρωματική αρμονία. Δεν το έκαναν όμως σε δημόσια θέα ή σε on line μετάδοση και αφού πρώτα είχαν εισπράξει ένα σωρό λεφτά. Ο εκκεντρικός φαντομάς κατάλαβε από νωρίς ότι ο νόμος της φθοράς παύει να υφίσταται, όταν κάτι νέο έρθει σε ρήξη με το παλιό, υπονομεύοντάς το εκ των ένδον. Αφού το βασιλικό παλάτι αντικατέστησε τον μεσαιωνικό καθεδρικό ναό και οι θησαυροί του παλατιού μεταφέρθηκαν στο μουσείο, επομένως ήταν καιρός και το μουσείο να μετακομίσει στις γκαλερί του δρόμου.

Οι ρομαντικοί ίσως να πιστεύουν ότι η street art  δεν είναι παρά το εγώ του ανθρώπου που συνθλίβεται στην αχανή μεγαλούπολη κι αποφασίζει να αφήσει το σημάδι του στο χώρο και το χρόνο. Ο Banksy όμως είχε πάντα την ικανότητα να προσδίδει στις δικές του ζωγραφιές ή επεμβάσεις ένα ακτιβιστικό προφίλ και να μετατρέπει τις δράσεις του σε «γεγονότα» τα οποία, μόνο αφού μεταδοθούν από τα ΜΜΕ, διεκδικούν τη θέση τους στην αιωνιότητα. Αλλά η αμφισβήτηση του συστήματος δεν γίνεται με την πλήρη ενσωμάτωση σ’ αυτό. Με 1, 5 εκ. ευρώ στην τσέπη ο καθένας τσακίζει τον καπιταλισμό…  

Η εμφάνισή του συνέπεσε με την αλλαγή φρουράς στους κατόχους έργων τέχνης. Οι παραδοσιακοί συλλέκτες άρχισαν να εκτοπίζονται όλο και περισσότερο από τους επενδυτές, από εκπροσώπους  χρηματιστηριακών κύκλων και  από επιχειρηματίες που βρήκαν στην τέχνη το καλύτερο έδαφος για το ξέπλυμα των δραστηριοτήτων τους. Ξέρουν ότι η οικονομία μεταμορφώνει τον κόσμο, αλλά τον μεταμορφώνει αποκλειστικά σε κόσμο της οικονομίας. Η χειρονομία του επομένως  αποκτά νόημα μόνο ως σχόλιο πάνω στην ήττα της τέχνης και αν τα κομματάκια του Κοριτσιού με το μπαλόνι θεωρηθούν ως συγχωροχάρτια της εμπορευματοποίησής της.

Όταν όλα υποκύπτουν στο θέαμα, τότε going.. going.. gone the art

Κακατσάκη Χρύσα






Αναρτήθηκε από:

Χρύσα Κακατσάκη

Τα όνειρα είναι πολύ σκληρά για να τ' αντέξεις!!!