Δημοσιεύτηκε

Μια πόλη δεν είναι το σκηνικό της, είναι οι άνθρωποί της
 

Το κείμενο που ακολουθεί παρουσιάστηκε κολοβωμένο στους «Δ’ Αρχαιολογικούς Διαλόγους: Πόλεις – Αστικό τοπίο. Αθήνα, Μάιος – Ιούνιος 2018», στην 9η συνεδρία με θέμα «Αστικές αναπλάσεις, εξευγενισμός (gendrification) και μνημεία. Σχέσεις και παράπλευρες απώλειες», στο κτίριο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, το Σάββατο, 2 Ιουνίου. Οι άστοχες, και σε ένα βαθμό προσβλητικές, παρεμβάσεις κατά την υποβολή του κειμένου, αλλά κυρίως ο ατυχής συντονισμός του χρονοδιαγράμματος των 15λεπτων ομιλιών, με απροκάλυπτη μεροληπτική συμπεριφορά έναντι ομιλιών που έφτασαν σχεδόν την μία ώρα, προκάλεσαν αφενός τον νοηματικό ακρωτηριασμό της εισήγησης και την εντελώς αποσπασματική παρουσίασή της. Τέλος, η απουσία ουσιαστικού διαλόγου επί του ακανθώδους προβλήματος της «εξευγενισμένης μνημειοποίησης του αστικού τοπίου», και πάλι λόγω έλλειψης συντονισμού του εναπομείναντος χρόνου αλλά ταυτόχρονα και της συνεχιζόμενης μεροληψίας προς ημετέρους και υψηλά ιστάμενους συναδέλφους, οδήγησε σε μια ουσιαστική προσβολή και υπονόμευση του βήματος που συνθέτουν οι «Αρχαιολογικοί Διάλογοι» – ένας θεσμός ο οποίος αποσκοπεί, βάσει των ρητών «καταστατικών» του διακηρύξεων, σε μια «δυναμική συλλογικότητα, σε ένα αντισυμβατικό συνέδριο, το οποίο προσβλέπει στην ενεργό συμμετοχή όλων των κοινωνικών φορέων, πέρα από παγιωμένες ιεραρχίες και στεγανά». Το αποτέλεσμα της 9ης συνεδρίας δείχνει αδρά ότι η απόσταση μεταξύ «αρχαιολογικού θεσμικού μονολόγου» και «αρχαιολογικού κοινωνικού διαλόγου» είναι ακόμη μακριά και αποτελεί, προς το παρόν, ένα στενό σοκάκι μιας παλιάς και αραχνιασμένης πόλης που καταλήγει σε αδιέξοδο. Ευχαριστώ τη συντακτική ομάδα του «Περιοδικού» για τη φιλοξενία και για τη δυνατότητα που μου έδωσε να παρουσιάσω, επιτέλους, ολοκληρωμένο… τον «μονόλογο» (έστω), δυστυχώς χωρίς τον προσδοκώμενο «διάλογο».

Γράφει ο Δημήτρης Σφακιανάκης*

Με σημαντική, αν όχι κομβική θέση στο χώρο της νεοελληνικής συνείδησης και ταυτότητας, το επίνειο της Κνωσού ως άλλου παραρτήματος της μινωικής Αμνισού, το Κάστρο της Τάφρου του Απόχαψη ως άλλου Κρητικού (al-Iqritishi), η πόλη του Ερωτόκριτου ως άλλου Κορνάρου, του Δομήνικου ως άλλου Γκρέκο, της Γαλάτειας ως άλλης ωραίας Ελένης και του Καζαντζάκη ως άλλου Οδυσσέα, συνθέτει ένα αστικό παλίμψηστο περιφερειακής πρωτεύουσας, όπου εκδηλώνονται οι γνωστές στη σύγχρονη Ελλάδα παθογένειες ως προς την εξοικείωση ή ακόμη και την οικειοποίηση του διαχρονικού και παράλληλα κατακερματισμένου πολεοδομικού σκηνικού από τους κατοίκους της.

Μια πόλη όμως δεν είναι το σκηνικό της, είναι ο κόσμος της, οι άνθρωποί της. Άνθρωποι που βιώνουν μια ιλιγγιώδη καθημερινότητα σε μία κοινωνία της αγοράς και της κατανάλωσης. Η υλική μορφή της πόλης, και μέσα σε αυτήν η σχέση που αναπτύσσει με το παρελθοντικό της είδωλο – μια σχέση που τεκμηριώνεται στον ένα ή στον άλλο βαθμό στα κατάλοιπα άλλων εποχών, δεν αποτελεί παρά τη γνήσια έκφραση της αναπαραγωγής της ζωής στην υλική της μορφή, αλλά και της συνειδησιακής ταυτότητας των κατοίκων της. Επομένως, το πρόβλημα ως προς στο βαθμό που η οποιαδήποτε μορφή «εξευγενισμού» (gendrification) των στοιχείων ενός αστικού τοπίου προκαλεί αντίστοιχη αποξένωση και αλλοτρίωση των χρηστών – κατοίκων της, επιβάλλει τη γενετική, ας πούμε, εξέταση της διαδικασίας του εξευγενισμού, ή έστω την ανίχνευση των απαρχών της και των αιτίων που την προκαλούν. Η ανίχνευση έχει αναπόφευκτα ενδοσκοπικό χαρακτήρα εφόσον περιλαμβάνει την εξέταση της ευθύνης που έχει ο αρχαιολόγος, ως φορέας συγκεκριμένων επιστημονικών και κοινωνικών αξιών, στη διαδικασία αυτή.

Η διαχείριση του παρελθόντος μέσα από τα υλικά του κατάλοιπα, μια όχι και τόσο προφανής έκφανση της νεωτερικότητας στο ευρύ κοινό, αποτελεί το βασικό πεδίο στο οποίο παράγονται τα δύο κατεξοχήν αρχαιολογικά προϊόντα κοινωνικής κατανάλωσης: το εύρημα και το έκθεμα. Τα προϊόντα αυτά της αρχαιολογίας, και στον Ελληνικό χώρο, ουδέποτε ήταν δεδομένα ως προς τις διαστάσεις των εννοιών τους. Όπως σε εμάς σήμερα φαντάζει παρωχημένη η αντίληψη του ευρήματος και του εκθέματος, όπως αυτή είχε παγιωθεί σε διάφορες φάσεις ενάμιση περίπου αιώνα αρχαιολογικής θεωρίας και πράξης, άλλο τόσο είναι βέβαιο ότι οι σημερινοί μας στοχασμοί θα δικαιολογούνται ενδεχομένως ως παρωχημένοι πρωτογονισμοί στο φάσμα της ιστορίας της αρχαιολογίας μετά από εκατό τόσα χρόνια.

Το δίπολο αρχαιολογικό εύρημα / μουσειολογικό έκθεμα συγκροτεί μέχρι σήμερα το πεδίο δράσης, ανάπτυξης και εφαρμογής της δουλειάς των αρχαιολόγων και εν Ελλάδι. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της διακύμανσης της έννοιας του αρχαιολογικού ευρήματος και της επιστημονικής του καταξίωσης (και όχι απαραίτητα της κοινωνικής), μπορεί κανείς να αντλήσει πλείστα από την ιστορία της Αρχαιολογίας. Τα ευρήματα τεκμηρίωσης της ενετικής Candia και της οθωμανικής Kandiye, πριν μάλιστα ξεκινήσουν οι προσπάθειες αναγωγής τους σε προβεβλημένα εκθέματα, δεν ήταν πάντα δεδομένα ως προς την ιστορική τους αξία. Το εύρος, το πλάτος και το βάθος των σημασιών τους καθορίζονταν κάθε φορά από τις ποικίλες παραδοχές, τους προσανατολισμούς και τις στάσεις ενός κυρίαρχου αφηγήματος για το παρελθόν της πόλης.

Το έκθεμα, από την άλλη μεριά, παρουσιάζει ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα στη διαχείρισή του. Οι διαδικασίες καταξίωσης του εκθέματος, και κυρίως στο επίπεδο της κοινωνικής εμπλοκής του σε ένα όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινωνικό φάσμα δεκτών, υπονομεύονται από μια μάλλον ωφελιμιστική, αλλά όχι ασφαλώς δικαιολογημένη, συμπεριφορά μεγάλου πλήθους της θεσμικής αρχαιολογικής κοινότητας να δεχτεί την επιστημονική αυτάρκεια της μουσειολογίας, ως μιας επιστημονικής ειδίκευσης που θέτει πολύ ευρύτερα προβλήματα σημειολογικής και κοινωνιολογικής υφής επί των αρχαιολογικών προϊόντων. Κι όμως, η απόσταση μεταξύ αρχαιολογικού ευρήματος και μουσειολογικού εκθέματος είναι πολύ μακριά, επίπονη και πολυδιάστατη. Ο μελετητής που έφαγε τη ζωή του πάνω από τις στρωματογραφίες και τις ανασκαφικές εκθέσεις δεν είναι βέβαιο ότι θα ανταπεξέλθει με ικανότητα, ενάργεια και έμπνευση μέσα από τους προβληματισμούς που του θέτει η προθήκη, καθώς και το ιστορικό αφήγημα που παράγεται προς κοινωνική κατανάλωση ή και διαβούλευση από ένα ευρύτερο κοινό.

Τόσο όμως στην έρευνα των εκφάνσεων του ευρήματος όσο και σε αυτήν του εκθέματος, κύρια φωτιστική πηγή παραμένει το θεωρητικό υπόβαθρο και ασφαλώς οι προσλαμβάνουσες αφηγηματικές παραστάσεις και συνθέσεις. Για παράδειγμα, η Παναγία η Αθηνιώτισσα (με όλα τα συμπαραμαρτούντα υλικά της τεκμήρια, τις μετασκευές με βάση τη χριστιανική ναοδομία, τον φράγκικο πύργο, το οθωμανικό τέμενος κτλ) συρρικνώθηκε ως εύρημα, αφού υπονομεύτηκε από το κυρίαρχο αφηγηματικό απείκασμα της δυτικότροπης νεοελληνικής ταυτότητας στους δύο περασμένους αιώνες. Τόσο το αρχαιολογικό εύρημα όσο και το ακόλουθο μουσειολογικό έκθεμα που φέρει το όνομα «Παρθενών» στένεψε δραματικά ικανοποιώντας ιστορικές συγκυρίες της αυτοσυνειδησίας του νεοελληνικού κρατιδίου, ενώ η αναπόφευκτη συμβολοποίησή του καθορίζει εν πολλοίς μέχρι σήμερα τις επεμβάσεις πάνω σε αυτό. Αντίστοιχο εθνοκεντρικό αφήγημα απαξίωσε συστηματικά τον βενετσιάνικο οχυρωματικό περίβολο του Χάνδακα στην καμπή των δύο περασμένων αιώνων. Η καταστροφή του, όπως είναι γνωστό, αποτράπηκε λόγω κόστους.

Στην περίπτωση των στοιχείων του αστικού τοπίου, οι αρχαιολόγοι ως πραγματογνώμονες, είτε αυτοί που διαχειρίζονται τις αξίες του αρχαιολογικού ευρήματος είτε εκείνοι που βασανίζονται με την εμβέλεια και την κοινωνική διάχυση του μουσειολογικού εκθέματος, συναντιόνται με τους αρχιτέκτονες. Η συνάντηση αυτή δεν είναι πάντοτε ευτυχής. Πολλοί εκπρόσωποι και των δύο κλάδων συμφωνούν ότι γνώμονας της επιτυχούς εμπλοκής αρχαιολόγων και αρχιτεκτόνων στην κοινή τους προσπάθεια θα μπορούσε να είναι η ανθεκτικότητα στην επαναλειτουργία μιας δομής του αστικού τοπίου και η απρόσκοπτη συνέχιση του βίου του μνημείου στη ζωή μιας πόλης, ακόμη και με κάποιες απώλειες ως προς την αρχαιολογική του φυσιογνωμία.

Δύο ελλείψεις, κατά τη γνώμη μου, προκαλούν τις δυσλειτουργίες στην εξεύρεση μιας βιώσιμης ισορροπίας στη διαχείριση στοιχείων του αστικού τοπίου: αφενός η έλλειψη εκ μέρους των αρχαιολόγων της τόλμης και της αποφασιστικότητας που επιδεικνύουν οι αρχιτέκτονες στην επανάχρηση δομών του αστικού τοπίου μέσα από τη λειτουργική τους ανανέωση, και αφετέρου η έλλειψη εκ μέρους των αρχιτεκτόνων της δέουσας αρχαιολογικής ευαισθησίας, ίσως και γνώσης, έναντι της φυσιογνωμίας του ιστορικού τεκμηρίου. Με άλλα λόγια, οι αρχαιολόγοι πρέπει να δράσουν με μεγαλύτερη τόλμη ως αρχιτέκτονες και οι αρχιτέκτονες να εκφράσουν εμπράκτως και με μεγαλύτερη ειλικρίνια την αγωνία τους ως αρχαιολόγοι.

Αλλά για να γίνει αυτό οι αρχαιολόγοι θα πρέπει να υπερβούν το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο που περιορίζει την ευθύνη τους σε μια παραληρηματική κατασταλτική προστασία (το γνωστό σύνδρομο του «μη» για το οποίο μας περιγελά η κοινωνία στην πλειονότητά της) και να κατοχυρωθεί ακόμη και νομικά το δικαίωμά τους να προτείνουν ευθέως σε ποια μορφή και εναλλακτική χρήση θα ήθελαν να αποδοθούν τα μνημεία. Παράλληλα, οι αρχιτέκτονες θα πρέπει να κατανοήσουν ότι φέρουν ιστορική ευθύνη για την αλόγιστη αλλοίωση της φυσιογνωμίας ενός μνημείου στο όνομα μιας δυναμικής επανένταξης του στη σύγχρονη ζωή της πόλης.

Το κυρίαρχο αφήγημα, που προκύπτει τόσο μέσα από τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις όσο και μέσα από εκούσιες ή ακούσιες προθέσεις εκείνων που συμβάλλουν στη σύνθεσή του, είναι αυτό που σημασιοδοτεί – που δίνει νόημα και αξία στο αρχαιολογικό εύρημα και στο μουσειολογικό έκθεμα. Για όλους εκείνους που ιδεολογικά ρέπουν προς την γνωστή αντίληψη ότι το κυρίαρχο αφήγημα συντίθεται κατά βάση από την κοινωνική εκείνη ομάδα που κατέχει τα μέτρα και τα σταθμά (και που τις περισσότερες φορές χρηματοδοτεί τη σύνθεσή του), είναι εύλογο γιατί το αφήγημα δε μπορεί παρά να εκφράζει μερικώς ένα κοινωνικό σύνολο. Αν πράγματι δεχτούμε ότι το κυρίαρχο αφήγημα επηρεάζει, αν δεν καθορίζει καταλυτικά, τη νοηματοδότηση του ευρήματος και του εκθέματος, τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι ο ουσιαστικός εξευγενισμός του αστικού περιβάλλοντος αλλά και μεμονωμένων μνημείων ξεκινάει και αρθρώνεται γενετικά από και με βάση το συγκεκριμένο αφήγημα. Ας στραφούμε προς τα εξευγενισμένα αστικά τοπία – ποιους στεγάζουν, και ποιες κοινωνικές ομάδες, τέλος πάντων, εκφράζουν και γιατί;

Είναι γνωστό ότι στο τρέχον νομικό πλαίσιο κήρυξης ενός μνημείου κυριαρχεί η αισθητική μορφολογία – και μάλιστα η μοναδικότητά του! – και όχι τόσο η ιστορική του χρήση και λειτουργία. Δεν είναι τυχαίο ότι βάσει του κυρίαρχου αφηγήματος τα αριστουργήματα του Δημητρίου Κυριακού στο Ηράκλειο, γνησίου τέκνου της αστικής τάξης, βρίσκουν λόγο διατηρήσεως στο νομικό πλαίσιο του κυρίαρχου ιδεολογήματος, κάτι ωστόσο που δεν λειτουργεί με τα χαρακτηριστικά δείγματα του ανυπόληπτου «Λάκκου» του Μεγάλου Κάστρου, που στέγασε για έναν σχεδόν αιώνα ίσως και περισσότερο, τις αξίες και τα οράματα της φτωχολογιάς και του υπόκοσμου. Σήμερα, με άλλα λόγια, ο επισκέπτης της πόλης μπορεί να αντικρίσει δείγματα σπιτιών από όπου ακούγονταν οι ήχοι του πιάνου της Ρένας Κυριακού, δε θα μπορέσει όμως να δει ούτε δείγμα των χαμαιτυπείων όπου ξημεροβραδιαζόταν ο περαστικός από το λιμάνι του Ηρακλείου, Νίκος Καββαδίας.

Ομοίως, τα Αναφιώτικα ταλαιπωρούνται ακόμη στη σκιά των μαρμάρων της αθηναϊκής Ακρόπολης γιατί αντιμετωπίζονται πρωτίστως μορφολογικά και όχι λειτουργικά ως ο οικισμός των Αναφιωτών κτιστών της οθωνικής πρωτεύουσας. Το βιομηχανικό συγκρότημα στο Γκάζι αποκαταστάθηκε πρωτίστως ως ιστορικό αρχιτεκτόνημα και όχι ως ο χώρος δράσης εργατών και εργοδοτών, με συγκεκριμένες τριβές στις σχέσεις μεταξύ τους, με άλλα λόγια, χωρίς να λαμβάνεται το μνημείο ως υλικό τεκμήριο έκφρασης εργασιακών ταυτοτήτων και σχέσεων εκμετάλλευσης, σε μια εποχή πρώιμης εκβιομηχάνισης της Αθήνας.
Αντίστοιχα, το πλήθος των βιομηχανικών κτιρίων του Ηρακλείου Κρήτης καταστράφηκε εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Τα μοντέρνα αυτά κτίρια αντιμετωπίστηκαν με όρους ιστορίας της αρχιτεκτονικής τέχνης και όχι ως τα κελύφη παραγωγικών διαδικασιών και σχέσεων σε ένα ακμαίο και δυναμικό μεταπρατικό λιμάνι της ελληνικής περιφέρειας. Το κριτήριο αυτό, καθοριστικό για την αξιολόγησή τους ως αρχαιολογικά ευρήματα (κηρύχθηκαν ελάχιστα), επηρεάζει δραματικά και την εκθεματοποίησή τους, εφόσον οποιαδήποτε επανάχρηση προσκρούει στη μονοδιάστατη αισθητική των κτιρίων και όχι στην παλίμψηστη λειτουργική τους δυναμική.

Ας σταθούμε επιλεκτικά σε δύο βασικά χαρακτηριστικά των μνημείων που τεκμηριώνονται διαχρονικά:

Α. Τα ίδια τα κτίρια, ακόμη και από αρχιτεκτονική άποψη, αποτελούν παλίμψηστα. Σπάνια ένα ιστορικό κτίριο δημόσιου χαρακτήρα είχε μονοδιάστατη λειτουργική χρήση στη μακρά του πορεία. Το διατηρητέο κτίριο του «Ευαγγελισμού» στο Ηράκλειο, σχεδιάστηκε το 1906 για να λειτουργήσει ως Γαλλική Σχολή Καλογραιών ως το 1940. Στη Γερμανική Κατοχή, επιτάχθηκε από τους Γερμανούς που το χρησιμοποιήσαν ως στρατιωτικό νοσοκομείο. Οι τροποποιήσεις που επέφεραν στο διώροφο κτίριο οι γιατροί Χατζάκης – Καρυώτης – Μαρκατάτος, όταν το αγόρασαν το 1953 για να το επαναχρησιμοποιήσουν ως κλινική, αλλοίωσαν σημαντικά το κτίριο με την προσθήκη και τρίτου ορόφου. Σήμερα το κτίριο, ιδιοκτησίας Πανεπιστημίου Κρήτης, τελεί υπό κατάληψη και έχει μετατραπεί σε ένα χώρο πλούσιων και εναλλακτικών πολιτιστικών εκδηλώσεων συγκεντρώνοντας το ενδιαφέρον ποικίλων κοινωνικών ομάδων της πόλης και όχι μόνο νέων.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: η μετατροπή κηρυγμένων μνημείων δικαιολογείται μόνον μέσα από τη θεσμική, δηλαδή την κρατική, κατοχύρωσή της, ή η υπεύθυνη αρχαιολογική υπηρεσία δύναται να συνδιαλλαγεί για τη διατήρηση της τρέχουσας λειτουργίας του κτιρίου, αφού πρωτίστως διασφαλιστεί η ακεραιότητα του εύθραυστου μνημείου; Μπορεί η όποια αρμόδια υπηρεσία να διασφαλίσει ότι μόνο με τις δικές της παρεμβάσεις θα διατηρηθεί, γιατί όχι και θα αυξηθεί, η κοινωνική ζωτικότητα και επισκεψιμότητα που παρουσιάζει σήμερα το υπό κατάληψη κτίριο με τη συγκεκριμένη του χρήση; Είναι χαρακτηριστικό ότι στο σχετικό κοινωνικό προβληματισμό που έχει προκαλέσει ο «Ευαγγελισμός» έχουν προκύψει και θέματα που άπτονται της έννοιας του «βρώμικου» και του «καθαρού»: ποιος αντιπροσωπεύει το «καθαρό» σε αυτήν την πόλη; Και εν πάση περιπτώσει, θέλουμε το κτίριο χωρίς τον κόσμο, ή τον κόσμο μαζί με το κτίριο ή μήπως το κτίριο με συγκεκριμένο κόσμο;!

Β. Σε αυτό ακριβώς το σημείο προκύπτει η δεύτερη αφέλεια για τα μνημεία: αν πράγματι θέλουμε να σώσουμε αυτά τα κτίρια, τότε αυτά θα πρέπει να συνεχίσουν το λειτουργικό τους «βίο» μέσα στην πόλη. Κατά συνέπεια, εφόσον τα μνημεία πρέπει να ζήσουν για να διατηρηθούν, για να ζήσουν πρέπει να λειτουργήσουν, δηλαδή να χρησιμοποιηθούν έστω και με απώλειες ως προς την ιστορική τους μορφή. Η επιβίωσή τους δεν διασφαλίζεται μέσα από την μουμιοποιημένη εκθεματοποίησή τους, αλλά από τη λειτουργική τους εκθεματοποίηση και την απόδοσή τους, στην καλύτερη περίπτωση, σε όσο γίνεται ευρύτερο κοινό. Ασφαλώς και εδώ η εμπορευματοποίηση είναι το μεγάλο αγκάθι, αλλά στο σημείο αυτό αναδύεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για τους διαχειριστές τόσο του ευρήματος όσο και του εκθέματος, εφόσον αυτά τα κτίρια στην ιστορική τους διαδρομή πάντα στέγασαν σχέσεις εκμετάλλευσης;

Η απόδοση αυτή γνωρίζουμε ότι αναπόφευκτα θα επιφέρει φθορές. Ποιο κτίριο που συνεχίζει τη ζωή του δεν φθείρεται; Απλά, το μέλημα των αρχαιολόγων στην προστατευτική τους τακτική θα πρέπει να εστιάσει στην ελαχιστοποίηση των φθορών της ιστορικής φυσιογνωμίας του εκθέματος και όχι στον λειτουργικό του αφοπλισμό ή και αποχαρακτηρισμό του από τη λειτουργική του σημασία, εντός μιας νοητής προθήκης, που αυτόματα επιφέρει την αποξένωση του μνημείου από το κοινό. Αυτό θα πρέπει να γίνει βίωμα και έξη στη διαδικασία παραγωγής των αρχαιολογικών προϊόντων του αστικού τοπίου (ευρημάτων και εκθεμάτων), προκειμένου η συγκεκριμένη πολιτική να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Η μουμιοποίησή των μνημείων, δηλαδή η λειτουργική τους απονέκρωση, και η μετατροπή τους σε αποξενωμένα «εκθέματα», με ελεγχόμενη ενσώματη εμπλοκή των «καταναλωτών» τους, των εν δυνάμει χρηστών αυτών των κτιρίων, προφανώς είναι καταστροφική σε βάθος χρόνου, από πολλές πλευρές.

Ο εξευγενισμός των μνημείων μέσα από τις κυριαρχούσες θεωρίες και κατά τόπους στρατηγικές συντήρησης – και πολύ μακριά από τους σύγχρονους προβληματισμούς που θέτουν διεθνείς συμβάσεις, τόσο στα θέματα διαφύλαξης, δηλ. διατήρησης, όσο και στα θέματα συντήρησης, δηλ. επέμβασης σε ένα παλίμψηστο ιστορικό μνημείο, τις περισσότερες φορές ακολουθεί πρότυπα του κυρίαρχου αφηγήματος,. Το αποτέλεσμα είναι τα κτίρια στις ανανεωμένες χρήσεις τους να αποδίδονται σε εκπροσώπους του κυρίαρχου ιδεολογήματος: αστικά περιβάλλοντα των πάλαι ποτέ εργατών και των εργοδοτών τους, αποδίδονται κατά κανόνα σε ελιτίστικες, ας μου επιτραπεί ο όρος, χρήσεις, καλλιτεχνικού κατά κανόνα περιεχομένου και οριοθετημένης αισθητικής, γεγονός που επιφέρει τον ραγδαίο εξευγενισμό του αστικού τοπίου και την έξωση, κατά κάποιο τρόπο, ευρύτερων κοινωνικών ομάδων από αυτό.

Η μετατροπή ιστορικών χώρων και μνημείων σε χώρους πολιτιστικών εκδηλώσεων είναι μάλλον μονοσήμαντη. Πρώτα πρώτα ο όρος «πολιτιστική εκδήλωση» αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά σε εκδηλώσεις καλλιτεχνικού περιεχομένου ως επί το πλείστον. Λες και πολιτισμική εκδήλωση δεν είναι μια «λαϊκή αγορά», δεν είναι το «καφενείο» ή το μπαρ, δεν είναι οι κάθε είδους κοινωνικές συναθροίσεις, δεν είναι ακόμη οι τρόποι και οι συνήθειες κοινωνικής έκφρασης από την εστίαση, την ερωτική έκφραση, ακόμα και την αφόδευση. «Ε! όχι να μετατρέψουμε ένα ιστορικό κτίριο σε δημόσια ουρητήρια! Έλεος!»…

Έτσι λοιπόν, αφού τα ιστορικά κτίρια ενός αστικού τοπίου μετατραπούν όλα σε μουσεία, στο όνομα μιας τεχνητής διασωλήνωσης του νεκρού μνημείου με το λειτουργικό του παρελθόν, ή μεταλλαχθούν σε χώρους καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, ή εν τέλει αποδοθούν σε ιδιοκτήτες που θα μπορούσαν να αντέξουν το κόστος της μουμιοποιημένης τους εικόνας και της ψευδεπίγραφης αναλλοίωτης μορφολογίας τους, η πλειονότητα του κοινωνικού συνόλου όλο και περισσότερο θα αποξενώνεται από το συγκεκριμένο αστικό τοπίο, αποτραβηγμένο στις παρυφές της πόλης, στο πραγματικό και νοητό περιθώριο, όπως άλλωστε γινόταν πάντα. Αλήθεια, έχουμε αναρωτηθεί πως τεκμηριώνεται κτιριολογικά το «περιθώριο» μιας άλλης εποχής; Έχουμε λάβει τα μέτρα μας για να διατηρήσουμε έστω ένα μικρό δείγμα αρχιτεκτονικής έκφρασης του περιθωρίου ή ακόμα και του «υπόκοσμου»; Δυστυχώς, το ιστορικό «περιθώριο» δεν έχει ακόμα ενταχθεί στα πλαίσια του αρχαιολογικού ευρήματος στο αστικό τοπίο, γιατί είναι μάλλον εξοβελιστέο και δεν καταξιώνεται από το κυρίαρχο αφήγημα αταξικής απόχρωσης για το παρελθόν.

Θα άξιζε, λοιπόν, πριν μελετήσουμε το εύρος της αλλοτρίωσης των μνημείων μέσω του εξευγενισμού τους να στοχαστούμε: α) πότε και πως η καταξίωση μιας υλικής μορφής του παρελθόντος σε ένα εν δυνάμει εύρημα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, από άχρηστο σκουπίδι, αποτελεί το πρώτο στάδιο του εξευγενισμού της, δεδομένου και του συνδρόμου του «εκθησαυρισμού» των αρχαιολογικών τεκμηρίων, που ταλαιπωρεί την αρχαιολογική ηθική και στην Ελλάδα (το σύνδρομο των «ανεκτίμητων θησαυρών!»), και β) πότε και πως η αναγωγή ενός εν ενεργεία αρχαιολογικού ευρήματος σε έκθεμα εμβαθύνει και παγιώνει τη διαδικασία του εξευγενισμού του, και γ) γιατί η μουσειοποίησή του, δηλαδή η μετατροπή του εκθέματος σε ένα ακόμη μουσείο ή σε χώρο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, και μάλιστα μιας ελίτ του χρήματος και της αισθητικής, επιφέρουν το καίριο πλήγμα στην αποδέσμευση ενός μνημείου από τη λειτουργική του δυναμική μέσα σε μία σύγχρονη πόλη.

Η αρνητική στάση της συντριπτικής πλειονότητας των κατοίκων της πόλης του Ηρακλείου απέναντι στα νεότερα μνημεία της ιστορίας της, στην περίοδο διαμόρφωσης και παγίωσης της αρχαιολογικής ταυτότητας και της αρχαιογνωστικής συνείδησης στην Κρήτη (χρυσές δεκαετίες της Μινωικής Αρχαιολογίας του Έβανς), οφείλεται πρωτίστως στο εθνοκεντρικό κυρίαρχο αφήγημα της ανερχόμενης ελληνικής αστικής τάξης της πόλης. Η επαναφορά του αρχαιοπρεπούς ονόματος «Ηράκλειον», ήδη από το α’ μισό του 19ου αιώνα, αποτελεί αποκαλυπτικό σύμπτωμα στην έκφραση του συγκεκριμένου αφηγήματος.

Όπως οι οθωμανικοί μιναρέδες κατεδαφίστηκαν, εφόσον δεν έπρεπε να «εκτίθενται» στη νέα πόλη, έτσι και το κατεξοχήν μνημείο της μακραίωνης βενετικής κυριαρχίας στο νησί εξέπεσε σε ένα «οικείο κακό», αν όχι άχρηστο, απομεινάρι ενός ακόμη κατακτητή στην ιστορία της πόλης. Οι αρχαιολογικές μελέτες του υπέρογκου κτίσματος διεύρυναν όλο και περισσότερο την αξία του ως ευρήματος. Δυστυχώς, η διάχυση της γνώσης αυτής για τη φυσιογνωμία του τείχους ως «αρχαιολογικού ευρήματος» δεν ήταν και δεν είναι επαρκής. Προφανώς, μεγάλη ευθύνη για αυτό φέρουν οι αρχαιολόγοι, οι οποίοι οφείλουν όχι μόνο να αποκαλύπτουν το εύρος των ευρημάτων αλλά παράλληλα να αγωνιούν για τους τρόπους διάχυσης αυτής της γνώσης, να αγωνιούν λοιπόν να τα εκθέσουν κιόλας, και μάλιστα με τον πιο ελκυστικό τρόπο.

Ακόμη και σήμερα οι περισσότεροι Ηρακλειώτες θεωρούν ως «τείχος» αποκλειστικά τη λίθινη επένδυση, την scarpa (με τους όρους του προμαχωνικού συστήματος) μαζί με τη στέψη της από το cordone και το parapetto, ως το πραγματικό τμήμα των τειχών. Η τάφρος, οι χωμάτινοι όγκοι περιμετρικά της, το αντερεισματικό τείχος, τα εξωτερικά οχυρωματικά έργα – αναπόσπαστα τμήματα της μορφής του κυρίως τείχους, οι εσωτερικές αυτόνομες πυριτιδαποθήκες, ακόμη και οι μίνες, οι υπόνομοι μέσα στους οποίους δόθηκε ο πραγματικός πόλεμος στην περιοχή του τείχους, και όλα τα άλλα παραπληρωματικά στοιχεία δεν γίνονται αντιληπτά ως τμήματα ενός ενιαίου συνόλου αρχαιολογικής αξίας. Η ολιγωρία αυτή επέφερε καίριο πλήγμα στην εκθεματοποίηση του ακρωτηριασμένου ευρήματος: εξαιρέσει της σκάρπας και δευτερευόντως και σε ορισμένα σημεία της τάφρου, όλα τα άλλα συγκείμενα του ευρήματος αγνοήθηκαν με αποτέλεσμα να καταπατηθούν και να καταστραφούν συστηματικά.

Η ακρωτηριασμένη αυτή αντίληψη του μνημείου μιας ολόκληρης ιστορικής εποχής – του κατεξοχήν υλικού τεκμηρίου του συγκλονιστικότερου πολέμου κατά τον 17ο αιώνα στον ελληνικό χώρο, επέφερε και τις ανάλογες παρεξηγήσεις και μάλλον απαξιωτικές για το μνημείο προτάσεις «αξιοποίησης» του, δηλαδή εκθεματοποίησής του, τόσο από αρχαιολόγους, όσο βέβαια και κυρίως από αρχιτέκτονες. Η αρχαιολογική προσέγγιση ακολουθώντας την πεπατημένη, περιορίστηκε στη κατασταλτική πρωτίστως παρεμβατικότητα ως προς τις αλλοιώσεις της σκάρπας και της τάφρου. Οι αρχιτέκτονες από τη μεριά τους αντιμετωπίζουν το μνημείο μάλλον ως ένα εμπόδιο/πρόκληση για την ανάπτυξη των πιο ευφάνταστων εμπνεύσεων στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, ίσως στο πλαίσιο μιας δυναμικής παρουσίας στο στίβο της επαγγελματικής τους καταξίωσης.

Όμως υπάρχουν και περιπτώσεις που ιστορικού ενδιαφέροντος στοιχεία του αστικού τοπίου αργούν να καταξιωθούν ως «ευρήματα αρχαιολογικής αξίας» με καταστροφικά αποτελέσματα. Το μεσαιωνικό ρυμοτομικό σχέδιο του βενετικού και οθωμανικού Χάνδακα, για παράδειγμα, που έως και τη μεταπολεμική περίοδο διατηρούσε την ιδιαίτερη ακτινωτή διάταξη σε μορφή «ιστού αράχνης». Οι όροι δόμησης της εντός των τειχών πόλης επέφεραν το καίριο πλήγμα στην αξία της άκτιστης αυτής δομής, με τραγελαφικά συμπτώματα τσιμεντένια μπαλκόνια να «στεγάζουν» πια τα στενά σοκάκια της μεσαιωνικής πόλης. Και βέβαια μέσα σε αυτό το χάος των όρων δόμησης πού σκέψη για την αναγνώριση του ευρήματος, δηλαδή της αρχαιολογικής του σημασίας; Πόσω δε μάλλον για την αναγωγή του σε έκθεμα, εφόσον έχει πλήρως και ανεπιστρεπτεί απαξιωθεί και υπονομευθεί. Τις τελευταίες δεκαετίες φιλόδοξοι δήμαρχοι χρησιμοποιούν ως μονότονη ψηφοθηρική εξαγγελία τις διανοίξεις δρόμων και ποικίλες παρεμβάσεις ολοκληρωτικής καταστροφής του απαρχαιωμένου και επικίνδυνου πια για την ασφάλεια των κατοίκων, ρυμοτομικού σχεδίου της παλαιάς πόλης.

Πρόσφατη διένεξη με αφορμή την επέμβαση σε ιστορικό μνημείο της πόλης επανάφερε αυτά τα θέματα στις συζητήσεις των Ηρακλειωτών. Την αφορμή έδωσε η αναστήλωση βενετικού και οθωμανικού συντάγματος κρηνών και η αποδέσμευση από το λειτουργικό του χαρακτήρα. Η οθωμανική κρήνη του Ιμπραήμ πασά, ένα sebil (φιλανθρωπική κρήνη στη μορφή περίπτερου όπου ειδικός υπάλληλος, ο σεμπιλτζής, πρόσφερε με το χέρι του νερό δωρεάν για την ψυχή του δωρητή), και με επιπλέον λειτουργία της κρήνης ως Şadırvan (πολύκρουνη κρήνη για το τελετουργικό ποδόλουτρο των εισερχομένων στο τέμενος της Βαλιδέ Σουλτάνας, δηλαδή του βενετικού ναού του Αγίου Σωτήρος – San Salvador, 13ος αι.), αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και πιο πρώιμα μνημεία της οθωμανικής Καντιγιέ, εφόσον χρονολογείται στα 1672, τρία χρόνια μετά την είσοδο των Οθωμανών στην πόλη.

Μαζί με την βενετική κρήνη του Μπέμπο (16ος αι.) συνθέτουν την μνημειακή παλίμψηστη τριλογία του Φαλτέ Τζαμί. Η τριλογία αυτή υπέστη τις χαρακτηριστικότερες επιθέσεις, και μάλιστα εντελώς απρόοπτες στο πλαίσιο του ισχύοντος αρχαιολογικού νόμου: ο πρώιμος βενετικός ναός του Σωτήρος, όρθιος μετά από τόσους καταστρεπτικούς σεισμούς που γνώρισε η πόλη, αφιερωμένος από τους οθωμανούς στην ουκρανή Βαλιντέ Σουλτάν Τουρχάν Χατιτζέ, κατεδαφίστηκε εν έτει 1969 μ.Χ. με διαταγή της Χούντας. Η υπονόμευση του μνημείου εξυφάνθηκε συστηματικά με προτροπή των περιοίκων που ασφυκτιούσαν, όπως έλεγαν, γύρω από το πανύψηλο μνημείο, και με πρόσχημα την επικινδυνότητα του ερειπίου, αφού πρώτα είχε συστηματικά απαξιωθεί μέσα από ατυχείς εναλλακτικές χρήσεις.

Μέχρι την έξωση του σύγχρονου σεμπιλτζή από την αρχαιολογική υπηρεσία, ο γνωστός κουμπές των Ηρακλειωτών στο Φαλτέ Τζαμί, λειτουργούσε ως καφενείο υπό τη διαχείριση του Δήμου. Λίγοι είναι οι Ηρακλειώτες, ακόμη και οι νεότεροι, που δεν έχουν βρεθεί με κάποιο τρόπο δίπλα στο μνημείο, είτε βρισκόμενοι στην αγορά του κέντρου είτε στις ρεμπετοβραδιές που διοργανώνονταν εκεί είτε απλά περιμένοντας ταξί ή λεωφορείο περιμετρικά του μνημείου. Το καφενείο ήταν στέκι ενός μεγάλου πλήθους κατοίκων, με την περίεργη και μάλλον ξεχασμένη ατμόσφαιρα που έδινε ο παραδοσιακός καφές στη σκιά πυκνόφυλλων δέντρων και με τη γειτνίαση περίεργων… μαρμάρων, δηλαδή της βενετικής κρήνης του Μπέμπο που κοσμείται με ρωμαϊκό άγαλμα από την Ιεράπετρα. Μπορώ να διαβεβαιώσω ως αυτόπτης μάρτυρας ότι πολλές φορές τα ίδια τα περιβάλλοντα μνημεία γίνονταν αντικείμενο συζήτησης στους θαμώνες του καφενείου…

Η αρχαιολογική υπηρεσία αποφάσισε την αποδέσμευση του μνημείου από τη σύγχρονη χρήση του, μετά από τις εξακριβωμένες καταστροφικές επεμβάσεις των εκάστοτε ενοικιαστών εντός και εκτός του μνημείου. Προς όφελος του μνημείου; Είναι ένα ερώτημα. Μετά την αποκατάσταση, την κοπή των δέντρων (επιλογής μιας εντελώς ατυχούς δενδροφύτευσης που ταλαιπωρεί πολλά ιστορικά μνημεία του Ηρακλείου), την πλακόστρωση όλου του περίγυρου με αμφίβολης αισθητικής αξίας πλάκες (με ευθύνη ασφαλώς του Δήμου για τους επιλεγμένους εργολάβους), … ο κόσμος αίφνης εξαφανίστηκε. Το μνημείο απογυμνώθηκε από τους καθημερινούς επισκέπτες του και μόνο κάτι παραστρατιμένοι τουρίστες, πιθανόν όσοι δεν πρόλαβαν να πάρουν το λεωφορείο για την Κνωσό, βρίσκουν μέσα στην ψυχρότητα της ερήμωσης του παλιού αυτού κτιρίου και του παρακείμενου βοτσαλωτού δαπέδου που αποκαλύφθηκε από τις ανασκαφές, το ενδιαφέρον να πλησιάσουν και να περιεργαστούν τα παλιά αυτά κτίσματα.

Στην περίπτωση της κρήνης του Ιμπραήμ Πασά της Καντιγιέ έχουμε μία χαρακτηριστική, και για πολλούς αποκρουστική, συνέπεια του εκθεματικού εξευγενισμού και της επακόλουθης εγκατάλειψης του μνημείου από τους κατοίκους, με ευθύνη και για τα δύο φαινόμενα αποκλειστικά της θεσμικής αρχαιολογίας. Η μουμιοποίηση του μνημείου στην προκειμένη περίπτωση προφανώς πάγωσε κατά κάποιο τρόπο τις κάθε είδους φθορές από τις οποίες ταλαιπωρούνταν το κτίριο κατά τη σύγχρονη χρήση του. Ποια, όμως, φθορά έχει μεγαλύτερο κόστος; Εκείνη που λαμβάνει χώρα με την παρουσία των θαμώνων του και τις επεμβάσεις του καφετζή ή με την πλήρη εγκατάλειψη του μνημείου υπό την εκκωφαντική σιωπή του πίσω από το νοητό τζάμι μιας εξίσου νοητής μουσειακής προθήκης;

*Ο Δημήτρης Σφακιανάκης είναι αρχαιολόγος

**Εικόνα εξωφύλλου: Ηράκλειο Κρήτης, οδός Μινωταύρου. Το είδωλο μιας κατακερματισμένης πόλης στο ρυθμό της σύγχρονης ζωής. © ΔΣ 2018.

Το διαβάσαμε εδώ

 






Αναρτήθηκε από: