Δημοσιεύτηκε

Οι Μπαλάντες της οδού Αθηνάς, του Μάνου Χατζιδάκι, ο δίσκος με το υψηλής αισθητικής εξώφυλλο που φιλοτέχνησε ο Γιάννης Μόραλης, μίλησαν μέσα από τους  στίχους τους, άλλοτε ευθέως και άλλοτε υπαινικτικά, γι αυτά που συνέβαιναν στον πολύ κεντρικό αυτό δρόμο της Αθήνας.

«Η οδός Αθηνάς είναι η καρδιά της Αθήνας. Και η Αθήνα είναι η καρδιά του έθνους. Γι’ αυτό και ό,τι υμνεί την Αθηνάς είναι εθνικό κι ελληνικό μαζί. Κι έτσι όπως έχει τ’ όνομα Θεάς η οδός αυτή και στην κορυφή της την βλογάει ο Παρθενώνας, κανείς δεν της αμφισβητεί την εθνική αξία σ’ ολόκληρη τη χώρα.   Ο δρόμος, η Αθηνάς, έχει πολλά οινομαγειρεία και πιο πολλά πορνεία, κινηματογράφους για κατ’ ιδίαν ερωτικήν απόλαυση, ξενοδοχεία σκοτεινά για άμεση ερωτική περίθαλψη – κάτι σαν Πρώτων Βοηθειών, να πούμε, ερωτικών – χιλιάδες καφενεία για ημερήσια χαύνωση, το Δημαρχείο κι ένα γραφείο κηδειών αλλοτινών καιρών. Στον δρόμο αυτόν κυκλοφορούν εργατικοί, μικροέμποροι, αλήτες, πόρνες, τραβεστί, δημοσιογράφοι, επαρχιώτες μαστρωποί και χίλιοι δολοφόνοι. Αυτό περίπου είναι το σκηνικό. ( γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις το 1983, στο εξώφυλλο του δίσκου)

Αυτός ήταν από τους πρώτους δρόμους που χάραξαν οι αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Σάουμπερτ όταν έφτιαχναν το πρώτο σχέδιο της πόλης και ο πρώτος δρόμος της Αθήνας που ηλεκτροφωτίστηκε, το 1904. Αμέσως μετά ασφαλτοστρώθηκε, πράγμα που δείχνει και την σπουδαιότητά του για την κοινωνική και εμπορική ζωή της πρωτεύουσας. Η φωτογραφία του 1905, με  τις “Βικτώριες”, τις κλειστές άμαξες, το όλο ζωντάνια πλήθος καλοντυμένων Αθηναίων με τα ευρωπαϊκά τους ρούχα, εύγλωττα δείχνει την ευμάρεια.

Κτήρια νεοκλασικά, των πρώτων χρόνων του ελληνικού βασιλείου, σχεδιασμένα από τους Βαυαρούς αρχιτέκτονες που κλήθηκαν να δώσουν ευρωπαϊκό αέρα στην “επαρχιακή” πρωτεύουσα του Όθωνα, που τα ακολούθησαν άλλα, κτισμένα σύμφωνα με τα νέα ρεύματα της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, αρτ νουβό, εκλεκτικισμό, μοντερνισμό, συχνά σημαδεμένα από στοιχεία ελληνικότητας. Εμπορικά καταστήματα και δημόσιες υπηρεσίες, σαν το Δημαρχείο στον αριθμό 61-63, έργο του 1874, τη Βαρβάκειο Αγορά, στον αριθμό 42, που ολοκληρώθηκε το 1886 και λειτουργεί ακόμη, το κτήριο του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων, του 1920, ξενοδοχεία και ιδιωτικές κατοικίες του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.

Η παρακμή του δρόμου και της ευρύτερης περιοχής άρχισε μετά τον πόλεμο, τη δεκαετία του ‘50, όταν η Αθηνάς και οι γύρω δρόμοι έγιναν σημείο συνάντησης ενός άλλου κόσμου. Τα αρχοντικά σπίτια που στέγαζαν τις οικογένειες και τα εμπορικά, εγκαταλελειμμένα πλέον από τους αρχικούς τους ενοίκους, μετατράπηκαν σε σπίτια πληρωμένου έρωτα, με ό,τι αυτό σήμαινε για την εξέλιξη της περιοχής.

Καθιστός ο βίος των αγίων

σε δωμάτια λαϊκών πορνείων

μες τις μυρωδιές των μαγειρίων

συντελείται ο νόμος των οργίων.

(στίχοι Μάνος Χατζιδάκις, “Η μεταμόρφωση”)

Μα εμείς δεν είμαστε άγγελοι, δεν είμαστε από σόι,

ούτε φονιάδες ή ληστές, ούτε πολύ αθώοι.

(στίχοι Αγαθή Δημητρούκα, “Η πόρτα του Παράδεισου”)

Oύτε φονιάδες ή ληστές αλλά προαγωγοί, χασικλήδες, παπατζήδες, μικροαπατεώνες, το περιθώριο της κοινωνίας που έψαχνε στα πάθη των άλλων να βρει θύματα.

Τις νύχτες που κοιμάμαι τ’ αγάλματα ξυπνούν

τα πάθη μου φοβάμαι, τα κρύβω μην τα δουν.

(στίχοι: Άρης Δαβαράκης, “Νυχτερινά αγάλματα” )

Όταν πρωτοείδα την οδό Αθηνάς, κάποιες δεκαετίες πριν, δεν απείχε καθόλου από την κακόφημη περιοχή που είχα κατά νου, όπου δεν ήταν και πολύ ασφαλές να κυκλοφορήσει μια μικρή κοπέλα. Τα πάντα φαίνονταν ύποπτα και βρώμικα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Θυμάμαι ότι αρνήθηκα να καθίσω να φάω σε ένα εστιατόριο, γεμάτο από κόσμο, όμως, παρά την αίσθηση που μου έδινε εμένα.

Την οδό Αθηνάς την περπάτησα κάποιες φορές πάλι πρόσφατα. Δεν έχει καμία σχέση με αυτή την εικόνα που είχα σχηματίσει στο μυαλό μου, βασισμένη στην ιστορία του δρόμου και στην ανάμνηση από το παρελθόν. Kυριαρχεί το χρώμα σε ανθρώπους και αντικείμενα που ενισχύουν και τα έντονα γκράφιτυ. Τα κομψά κτήρια ανακαινίζονται το ένα μετά το άλλο και κάποια έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα. Η Βαρβάκειος εξακολουθεί να συγκεντρώνει χιλιάδες κόσμου, πλάι σε υπαίθριους πάγκους με μικροαντικείμενα υπάρχουν μαγαζιά αγροτικών εργαλείων, τα παλαιοπωλεία εκθέτουν ένα πλήθος από ετερόκλητα αντικείμενα. Τα σακιά με τα όσπρια συνυπάρχουν με τα καλύτερα μακαρόν της πόλης και οι μετανάστες με τους τουρίστες πίνουν μαζί καφέ εσπρέσο. Οι εκκλησίες γειτνιάζουν με τα εναπομείναντα σπίτια των κακομακιγιαρισμένων, ώριμων κυρίως, “κοριτσιών”, που κυκλοφορούν στους δρόμους το πρωί δίπλα στους πιστούς που σταυροκοπιούνται.

Το σημαντικό είναι ότι όχι μόνο δεν σου εμπνέει ανασφάλεια αλλά, αντίθετα, σε κερδίζει με τη γοητεία και την ποικιλία σε εικόνες και αρώματα. Μια όμορφη γωνιά της μεγάλης πόλης, όλο ζωή, που δεν έχει σχέση με την κουλτούρα της “αποστειρωμένης” μεγαλούπολης, που στην προσπάθεια να εκσυγχρονιστεί και να γίνει ασφαλής ξεριζώνει ό,τι ενοχλεί το μάτι και τα “χρηστά” ήθη. Η οδός Αθηνάς θα είναι πάντα μια από τις αγαπημένες μου “βόλτες”.

Πηγές

Φωτογραφίες Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη