Δημοσιεύτηκε

  φωτο διαδίκτυο

-Πόσο έχει αυτή η κιθάρα;

-1.100 δρχ…

Πολλά λεφτά για την εποχή εκείνη. Που να τα βρω; Η μάνα μου, αν τυχόν της το έλεγα, στη καλύτερη περίπτωση θα κοιτούσε να μου «αλλάξει μυαλά». Στη χειρότερη, ίσως να ούρλιαζε νομίζοντας ότι έχω μπλέξει σίγουρα με κακές παρέες. Βλέπεις, ήταν τέτοια και η εποχή, που κάποια πράγματα ήταν απλώς πολυτέλεια για τους πολλούς. Εποχές, χρόνια δύσκολα..

Εμένα όμως με έτρωγε το σαράκι! Ήθελα αυτή τη κιθάρα που ο κόσμος να χάλαγε! Πέρασαν κάποια μερόνυχτα μα η ιδέα δεν έφευγε. Εκεί, καρφωμένη στο μυαλό να με «τρώει». Η μάνα βράχος, βήμα πίσω δεν έκανε με τόσα που της έλεγα!

Βρε, θα γίνω ο καλύτερος μαθητής..

θα «μαζεύομαι» νωρίς σπίτι..

Δεν θα ξεμακραίνω από τη γειτονιά..

Τίποτα! Απτόητη!

-Πες το του πατέρα σου και παράτα με πια!

Αυτό θα κάνω! Σκέφτηκα, ότι ο πατέρας μου πάντα άκουγε, και ποτέ σχεδόν δεν μου χαλούσε και χατήρι. Αρκεί αυτό που θα του έλεγα να ήξερα να το υποστηρίξω με λογικά επιχειρήματα, τα οποία φυσικά θα έβρισκε κι αυτός λογικά. Ήταν απ΄τους ανθρώπους που πολλά λόγια δεν είχε, αλλά ούτε και ήθελε πολλά, και σίγουρα άνθρωπος «προχωρημένος» για την εποχή του.

Το μεσημέρι μιας Κυριακής που τρώγαμε όλοι μαζί, αποφάσισα να ξεστομίσω αυτό που ήθελα.

-Θέλω να αγοράσω μια κιθάρα!

-Τι να την κάνεις; με ρωτάει..

-Δεν μ΄αρέσει να παίζω μπάλα, του απαντώ ορθά κοφτά..

Σιγή! Πέρασε κάμποση ώρα, τελειώσαμε το φαγητό, αυτός δεν είχε βγάλει λέξη. Απελπίστηκα! Σκέφτηκα, ότι θα του είχε μιλήσει η μάνα πιο μπροστά, και η ελπίδα.. άπιαστο πουλί..

Μόλις σηκώθηκα από το τραπέζι, και κάπως να φαίνομαι στεναχωρημένος ήρθε η απάντηση!

-Να τη πάρουμε!

-Θα τη πάρουμε αλλά με όρους, απάντησε..

Aφουγκράζομαι τους σφυγμούς μου.. δεν βγάζω λέξη, περιμένω να ακούσω..

-Το σχολείο τελειώνει σε λίγες μέρες, μου λέει.

-Στις διακοπές θα δουλέψεις θα μαζεύεις τα λεφτά, και ότι λεφτά θα χρειαστούν παραπάνω θα στα δώσω εγώ.

Και πότε θα μάθω εγώ να παίζω, σκέφτηκα.. στις διακοπές θα είχα χρόνο να καταπιαστώ με τη κιθάρα..

Για να έρθει η συνέχεια της κουβέντας πριν ολοκληρώσω τη σκέψη μου.

-Και το χειμώνα θα γραφτείς σε ωδείο, να ξεκινήσεις σωστά τουλάχιστον..

Έκλεισαν τα σχολεία, εγώ από την επομένη στη δουλειά, μιας και είχε φροντίσει ήδη ο πατέρας να μου βρει τον κυρ-Λάμπρο εργοδότη!! Ήταν ένα από τα πρώτα σουβλατζίδικα της πόλης μου. Γκαρσονάκι όλο το καλοκαίρι εγώ!! Και κάποιες φορές να πετάγομαι στο σπίτι του κυρ- Λάμπρου που ήταν κοντά να φέρνω καθαρισμένες πατάτες, που γι αυτό φρόντιζε η γυναίκα του με περισσή μαεστρία! Άλλες εποχές τότε…

Κάθε μεσημέρι όταν σχολούσα να περνάω από το μαγαζί που είχε τη κιθάρα να δω αν είναι ακόμα στη βιτρίνα..

-Ουφ! Ευτυχώς δεν πουλήθηκε ακόμα..

Το καλοκαίρι τέλειωνε. Τα χρήματα δεν θα τα μάζευα όλα, μα τα περισσότερα θα τα είχα δουλέψει, είχα και μια καλή συμφωνία με τον πατέρα, οπότε, όλα εντάξει..

Θυμάμαι τη στιγμή που την έπιασα στα χέρια μου. Ήταν δική μου!! Και ας την είχε πληρώσει ο πατέρας μου. Τα χρήματα που δούλεψα τα κράτησε η μάνα, ήξερε άλλωστε αυτή...

Με μια κουτσή κιθάρα ήταν ο κόσμος μαγικός παράδεισος η πλάση

στου φεγγαριού το τάσι καφές βαρύ γλυκός.

 

Μόνο έτσι απαλαίνει η πληγή της απώλειας. Με νότες και μνήμες.

Με νότες και μνήμες που σήμερα πάλι ξυπνησαν για να θυμίσουν το φευγιό του..

Στη μνήμη του πατέρα..

Τσαγκατάκης Χαράλαμπος






Αναρτήθηκε από:

Χαράλαμπος Τσαγκατάκης

«Όποιος ελέγχει τα Μέσα Ενημέρωσης και την εικόνα, ελέγχει τον πολιτισμό»
 Allen Ginsberg