Το βασικό κτίριο του νέου μουσείου έχει «ντυθεί» με ειδικό υλικό και εντυπωσιάζει με το μεταλλικό μπαλκόνι του
 
Λίγες ώρες πριν από την εκπνοή του 2019, ας κάνουμε –όπως άλλωστε το συνηθίζουμε– μια μικρή στάση σε ένα δημόσιο κτίριο που εγκαινιάστηκε μέσα σε αυτό τον χρόνο. Το νέο κτιριακό συγκρότημα, που βρίσκεται στη Χαλέπα, το αποκαλούμενο «μπαλκόνι» των Χανίων, καταφέρνει να παίζει κρυφτούλι με το ανάγλυφο του εδάφους, χάρη στη χρήση φυσικών υλικών. Οι σχεδιασμοί ξεκίνησαν το 2000 και δεν ξέφυγαν από τις συνήθεις περιπέτειες που συνοδεύουν την κατασκευή δημόσιων κτιρίων, αλλά φέτος το νέο μουσείο κατάφερε να ανοίξει τις πύλες του για το κοινό.

Το νέο Αρχαιολογικό μουσείο Χανίων είχε από την αρχή να λύσει πολλές και κυρίως δύσκολες «ασκήσεις».

Είχε να αναμετρηθεί με μια από τις πιο ιστορικές περιοχές της πόλης και να κοντραριστεί με το ήδη υπάρχον μουσείο, που λειτουργεί στους ανεπαρκείς αλλά εντυπωσιακούς χώρους του καθολικού της ενετικής μονής του αγίου Φραγκίσκου.

Οφειλε, επίσης, να αναπτυχθεί σε ένα οικόπεδο με προνομιακή θέα αλλά μικρό και με δύσκολα γεωμετρικά χαρακτηριστικά.

Τα Χανιά απέκτησαν αρχαιολογικό μουσείο το 1899, το οποίο στην αρχή στεγάστηκε σε μικρούς χώρους που είχαν εξασφαλιστεί μέσα στο δικαστικό μέγαρο.

Σε δύο δωμάτια είχαν στοιβαχτεί πολύτιμα αρχαιολογικά ευρήματα, από τα οποία ένα σημαντικό μέρος τους καταστράφηκε στην πυρκαγιά του 1934, γεγονός που επέβαλε τη μεταφορά του μουσείου, αυτή τη φορά στα... υπόγεια του 1ου Γυμνασίου.

Σε αυτόν τον ακατάλληλο χώρο παρέμειναν ως το 1941, οπότε λόγω επίταξης του σχολικού κτιρίου από τους Γερμανούς, οι αρχαιότητες μετακόμισαν στο τέμενος του Κιουτσούκ Χασάν, στο ενετικό λιμάνι. Ηταν άλλη μια... προσωρινή λύση, που κράτησε περισσότερα από είκοσι χρόνια.

Το 1963 το μουσείο, που είχε ήδη εμπλουτίσει τις συλλογές του, άνοιξε τις πύλες του στους χώρους του ενετικού μοναστηριού, που βρίσκεται στη Ruga Magistra, τη σημερινή οδό Χάληδων, στην καρδιά της πανέμορφης παλιάς πόλης.

Η μονή του Αγίου Φραγκίσκου –του «Φτωχούλη του Θεού», όπως τον αποκαλούσε ο Νίκος Καζαντζάκης– χτίστηκε στις αρχές του 14ου αιώνα και συγκαταλέγεται στα κορυφαία ιστορικά μνημεία της πόλης.

Από γραπτές μαρτυρίες του 1596 προκύπτει ότι ήταν ο μεγαλύτερος καθολικός ναός των Χανίων, ενώ απέναντι βρισκόταν η μικρότερη και κατεστραμμένη από τους βομβαρδισμούς των Γερμανών, εκκλησία της αγίας Κλάρας, η οποία ήταν η πιο πιστή μαθήτρια του αγίου και αυτή που ίδρυσε το τάγμα Φραγκισκανισσών καλογραιών. Το καθολικό της μονής λειτουργούσε ώς το 1645, οπότε ο Γιουσούφ πασάς το μετέτρεψε σε τζαμί.

Τότε προστέθηκε στη νοτιοδυτική πλευρά ο μιναρές, που κατεδαφίστηκε μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από την οθωμανική κατοχή. Το 1930, το κομψό θρησκευτικό κτίριο μετατράπηκε σε «καφέ σαντάν», που γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση κατά τον Μεσοπόλεμο.

Αργότερα, στους χώρους του λειτούργησε ο κινηματογράφος «Ιδαίον Αντρον» και κατέληξε ώς το 1960 να γίνει αποθήκη στρατιωτικού υλικού!

 

Η διάταξη των χώρων δημιουργεί ένα τρίγωνο, στο εσωτερικό του οποίου δημιουργείται αίθριο

Από την εγκατάσταση του μουσείου στο ενετικό μοναστήρι ήταν φανερό ότι οι πανέμορφοι χώροι του ήταν ανεπαρκείς για να στεγάσουν τα πολυάριθμα «σημάδια» της πορείας των Χανίων στους αιώνες, που συνεχώς εμπλουτίζονται από νέα αρχαιολογικά ευρήματα.

Η στενότητα δεν δυνατόν να αντιμετωπιστεί με τις παρεμβάσεις και τις μικρές προσθήκες που έγιναν την περίοδο 1977-1981.

Η αναζήτηση νέου χώρου ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και κατέληξε στην επιλογή του παλιού στρατοπέδου Χατζηδάκη, που έχει το πλεονέκτημα να βρίσκεται κοντά στο παλιό μουσείο και το ενετικό λιμάνι.

Πρόκειται για ακίνητο περίπου 8 στρεμμάτων στη Χαλέπα, το ιστορικό προάστιο με την πανοραμική θέα προς τη θάλασσα το οποίο αναπτύσσεται στη χερσόνησο που ενώνει το Ακρωτήρι με την πεδιάδα των Χανίων.

Η μελέτη, έπειτα από αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, ανατέθηκε το 2005 στο γραφείο Θεοφάνη Μπομπότη, που έχει στο ενεργητικό του τη σχεδίαση και άλλων σύγχρονων μουσείων, όπως το Αρχαιολογικό της Πάτρας.

Αξιοποίησε το φυσικό ανάγλυφο και ανάπτυξε το νέο κτιριακό συγκρότημα με τρόπο που δημιουργεί την εντύπωση ότι αναδύεται από το έδαφος. Είναι μια συμβολική επιλογή που αποτελεί αναφορά και στα σημάδια των παλιότερων πολιτισμών που βρίσκονται θαμμένα κάτω από την επιφάνεια της γης.

Το ίδιο το κτιριακό συγκρότημα είναι ευδιάκριτο αλλά και διακριτικό, χάρη στη διάταξη των όγκων του που ακολουθούν ως ένα βαθμό την περίμετρο του παλιού στρατοπέδου και δημιουργούν ένα νοητό τρίγωνο.

Η μία πλευρά του, που είναι η μεγαλύτερη και φιλοξενεί τις μόνιμες εκθέσεις, είναι «ντυμένη» εξωτερικά από κεραμικό υλικό που φέρει γραμμώσεις και δίνει την αίσθηση ότι αποτελεί αναδίπλωση του φυσικού εδάφους.

Δεν λείπουν οι αρχιτεκτονικές πινελιές, από μέταλλο και γυαλί, με σημείο αναφοράς το εντυπωσιακό μπαλκόνι. Είναι ημιανεξάρτητη από τα άλλα δύο σκέλη του τριγώνου, με τα οποία δημιουργεί ένα αίθριο που εξασφαλίζει φυσικό φωτισμό στο εσωτερικό του μουσείου. 

Η συνολική επιφάνεια του νέου μουσείου αναπτύσσεται σε 6.500 τετραγωνικά, από τα οποία τα 1.800 καταλαμβάνουν οι αίθουσες των μονίμων εκθέσεων, ενώ στο μεσοπάτωμα δημιουργήθηκε μια γωνία 140 τετραγωνικών για περιοδικές παρουσιάσεις έργων.

Οι υποδομές του συμπληρώνονται από αμφιθέατρο με 140 θέσεις και υποδομές για διάφορες εκδηλώσεις. Η κατασκευή του, που κόστισε περίπου 17,9 εκατ. ευρώ, ολοκληρώθηκε το 2015 και ακολούθησε η δύσκολη διαδικασία διαμόρφωσης των χώρων του νέου μουσείου που ολοκληρώθηκε στα τέλη του χρόνου.

1 Τα εγκαίνια

Το συμβολικό άνοιγμα του νέου μουσείου έγινε τον Δεκέμβριο του 2015. Λίγους μήνες μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής του, στους χώρους του φιλοξενήθηκε έκθεση με τον γενικό τίτλο «Το Αρχαιολογικό Μουσείο Χανίων από τον 19ο στον 21ο αιώνα», μέσα από την οποία αναδείχθηκε η περιπετειώδης πορεία του στον χρόνο και τον χώρο. Η ενθουσιώδης υποδοχή του κοινού το ενέταξε από τότε στον πλούσιο πολιτιστικό χάρτη της πόλης.

2 Η δωρεά

Το παλιό αρχαιολογικό μουσείο, που αποτελεί μοναδικό δείγμα της γοτθικής αρχιτεκτονικής, διαθέτει στη βόρεια πλευρά του τρία παρεκκλήσια που προστέθηκαν στις αρχές του 17ου αιώνα. Στους χώρους τους, που αναδιαμορφώθηκαν, φιλοξενείται ένα μικρό μέρος από τη δωρεά του Κωνσταντίνου και της Μαρίκας Μητσοτάκη, η οποία περιλαμβάνει σπάνια ευρήματα, κυρίως κρητικής τέχνης, που χρονολογούνται από το τέλος της τέταρτης προ Χριστού χιλιετίας.

3 Στη Χαλέπα

Το παλιό στρατόπεδο στη Χαλέπα, στο οποίο κατασκευάστηκε το νέο μουσείο,φέρει το όνομα αντιστράτηγου Εμμανουήλ Χατζηδάκη (1927-1974). Γεννήθηκε στο χωριό Καλάμι Χανίων και σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων. Το 1973 είχε μετατεθεί στην Κύπρο και με τη μονάδα του πήρε ενεργά μέρος στην αντίσταση κατά της τουρκικής εισβολής τον Ιούλιο του 1974. Η μονάδα που διοικούσε είχε εγκατασταθεί στην τοποθεσία Καραόλου, στην Αμμόχωστο, όπου άφησε την τελευταία του πνοή μετά από αεροπορική επίθεση των Τούρκων, που εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά στις 22 Ιουλίου, λίγες ώρες μετά τη συμφωνία για κατάπαυση πυρός.

Χαρά Τζαναβάρα


Πηγή: efsyn.gr