Παρουσιάστηκαν τα συγκεντρωτικά στοιχεία τα οποία διαθέτουν τα Παρατηρητήρια Περιβαλλοντικού Δικαίου, που λειτουργούν στην Κρήτη στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος «LIFE Natura Themis», από το 2016.

Σύμφωνα με τα στοιχεία των Παρατηρητηρίων, τα περιβαλλοντικά εγκλήματα στην Κρήτη που διώκονται πιο συχνά, μετά από την αυθαίρετη δόμηση, είναι η μεταβολή αιγιαλού, η εκχέρσωση δασικής έκτασης, ο εμπρησμός, η απόρριψη αποβλήτων-λυμάτων και τέλος η παράνομη θήρα.

Κυριότεροι ρυπαντές εμφανίζονται τα ξενοδοχεία, τα ελαιοτριβεία, τα τυροκομεία, οι ιδιώτες αλλά και σ’ ένα μεγάλο ποσοστό το Δημόσιο, οι Δήμοι κ.ά. Σε ό,τι αφορά τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται για περιβαλλοντικά εγκλήματα στην Κρήτη η συντριπτική πλειονότητά τους (περίπου το 90%) κυμαίνεται μέχρι 5.000 ευρώ.

Ωστόσο, στην έρευνα αναφέρεται ακόμα ότι σε επίπεδο Κρήτης στο 61,08% των υποθέσεων που φτάνουν στα Δικαστήρια οι κατηγορούμενοι κρίνονται αθώοι, σε ένα ποσοστό 10,45% τα αδικήματα παραγράφονται, σε ένα ποσοστό 7,85% παρατηρείται παύση της δίωξης για άλλους λόγους (λόγω εξάλειψης αξιοποίνου κλπ). Μόνο στο 20,62% εκδίδεται καταδικαστική απόφαση.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία της έρευνας με ερωτηματολόγια που έχει διεξάγει το Πρόγραμμα LIFE Natura Themis στην Κρήτη για την γνώση της σχετικής νομοθεσίας από τους εμπλεκόμενους φορείς.

Ειδικότερα, στην ερώτηση αν γνωρίζουν την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία που διέπει την προστασία της βιοποικιλότητας και το Δίκτυο NATURA 2000, το 59% των δικαστών, το 90% των δικηγόρων, το 88% των υπαλλήλων στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης, στην Περιφέρεια Κρήτης και στους ΟΤΑ, και το 94% των υπαλλήλων με προανακριτικά καθήκοντα, απάντησαν ότι δεν τη γνωρίζουν καθόλου ή τη γνωρίζουν λίγο.

Αντίθετα, μόλις το 6% των δικαστών, το 2% των δικηγόρων, το 1% των υπαλλήλων στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης, στην Περιφέρεια Κρήτης και στους ΟΤΑ και το 1% των υπαλλήλων με προανακριτικά καθήκοντα δήλωσαν ότι γνωρίζουν τη σχετική νομοθεσία πολύ καλά.

Συντονιστής του προγράμματος είναι το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και εταίροι του οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Χανίων και Ηρακλείου, η Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης και το Συντονιστικό Γραφείο Αντιμετώπισης Περιβαλλοντικών Ζημιών του ΥΠΕΝ.

Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η έλλειψη γνώσης και να ευαισθητοποιηθούν οι πολίτες αλλά και οι εμπλεκόμενοι φορείς η Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης σε συνεργασία με τα Παρατηρητήρια Περιβαλλοντικού Δικαίου εξέδωσε πρόσφατα 3 οδηγούς: έναν για πολίτες για το Δίκαιο του Περιβάλλοντος και το Δίκτυο Natura 2000, έναν για δικαστές, εισαγγελείς και υπαλλήλους δικαστηρίων και εισαγγελιών που αφορά την οδηγία για την περιβαλλοντική ευθύνη και την άγρια ζωή κι έναν για δικηγόρους και υπαλλήλους της διοίκησης με τις σχετικές οδηγίες για τα άγρια πτηνά και τους οικοτόπους.

Παράλληλα, θέλοντας να ενισχυθεί η συμμετοχή των πολιτών «τρέχει» μια εφαρμογή για κινητά του «LIFE Natura Themis» όπου πολίτες μπορούν να καταγγέλλουν ανώνυμα περιβαλλοντικές παραβάσεις στις Αρχές.

«Αυτή τη στιγμή έχουμε 25 καταγγελίες μέσω της εφαρμογής, που ήδη έχουν προωθηθεί στις Αρχές, και μία επιβολή προστίμου, ενώ υπάρχουν ακόμα πολλές καταγγελίες σε επεξεργασία, οι οποίες θα σταλούν άμεσα», εξήγησαν η δικηγόρος και συντονίστρια του Παρατηρητηρίου Περιβαλλοντικού Δικαίου Δυτικής Κρήτης Μαρία Μανιαδάκη και ο δικηγόρος – μέλος του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων και επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος “LIFE Natura Themis” Νίκος Χαζιράκης.

Όπως ανέφεραν, το πρόβλημα με την έλλειψη ενημέρωσης των εμπλεκόμενων φορέων δεν αποτελεί ελληνικό μόνο φαινόμενο, αφού και στο εξωτερικό υπάρχει σοβαρό ζήτημα με την εφαρμογή της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας καθώς τόσο στη Διοίκηση όσο και στη Δικαιοσύνη παρατηρείται άγνοια των ειδικών διατάξεων που αφορούν την προστασία της βιοποικιλότητας.

Σε ότι αφορά το υψηλό αθώωσης των κατηγορουμένων, εξήγησαν ότι αυτό ερμηνεύεται αφενός από το γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των αθωωτικών αποφάσεων σχετίζεται με την αυθαίρετη δόμηση και την τακτοποίηση των αυθαιρέτων μέσω ευνοϊκών νομοθετημάτων και αφετέρου από τη δυσκολία απόδειξης της πρόθεσης των κατηγορουμένων για την τέλεση των περιβαλλοντικών εγκλημάτων.

Σύμφωνα με τα όσα επισημάνθηκαν κατά την παρουσίαση των στοιχείων, για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικότερα το περιβαλλοντικό έγκλημα θα βοηθούσε σε δικαστικό επίπεδο η επέκταση του θεσμού του Περιβαλλοντικού Εισαγγελέα, η εξειδίκευση των δικαστών και προανακριτικών υπαλλήλων και η συμμετοχή όλων των απαραίτητων επιστημόνων για τη στοιχειοθέτηση των δικογραφιών του περιβαλλοντικού εγκλήματος.

Παράλληλα, σε διοικητικό και νομοθετικό επίπεδο απαιτείται, μεταξύ άλλων, η κωδικοποίηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, η ολοκλήρωση του Δασολογίου, η χάραξη εθνικής στρατηγικής όσον αφορά την αυθαίρετη δόμηση και η στελέχωση των υπηρεσιών με εξειδικευμένους επιστήμονες με παράλληλη παροχή κινήτρων για την ορθή διεκπεραίωση των υποθέσεων.

Με πληροφορίες από τα «Χανιώτικα Νέα»

Πηγή


Πηγή: pancreta.gr