Τι άλλη ευχή να θες; Καλή στρατιά κι εβίβα σε κάθε ρακή. Μια για κάθε μοναχικό χιλιόμετρο στο Πάνω Μεραμπέλο. Μια για κάθε εικόνα της γόνιμης Σκάφης. Μια για κάθε Μεραμπελιώτη που θα γνωρίσεις. Με τέτοιες ευχές και τέτοιους ανθρώπους πορεύεσαι εδώ. Μακριά από τα κοσμικά παράλια, να νιώθεις στην άκρη του Θεού. Μα να ’σαι... στη μέση του Αγιου!

Τυχαία, ξετυχαία, δεν ξέρω τι γίνεται εδώ πέρα κι όλο «μπλεγμένοι» βρισκόμαστε. Μα καλοκαίρι, μα χειμώνα γύρω από τραπέζια, λύρες και λαούτα καταλήγουμε. Και δώσ’ του οι ρακές, και πάρε οι μεραμπελιώτικοι σκοποί, και να τα απρόσμενα σμιξίματα - ο φίλος του φίλου, ο παλιός γνώριμος, ο σύντεκνος του σύντεκνου, κάθε φορά να λέω «σημαδιακό είναι» και φτου κι απ’ την αρχή να σκαλίζω τις ρίζες μου.

Στο Μεραμπέλο τελικά και να λες δεν θα μπλέξω, μπλέκεις. Και να λες δεν θα πιω, μετράς τη ρακή σε κιλά στο τέλος. Και να πεις πως είναι πιο γλεντζέδες κι όλο στήνουν παρέες; Κλασικοί Κρητικοί. Κλασικοί Λασιθιώτες για την ακρίβεια, με τη γλύκα και την καλογνωμάδα τους. Γλέντια θα θυμάμαι πάντα από δω, πάει και τελείωσε. Ούτε τον Αγιο, ούτε την Ελούντα, ούτε τίποτα τουριστικό.

Σαν εκείνη την άνοιξη που βρεθήκαμε στις ερημιές του πάνω Μεραμπέλου, του Ξερικού, αυτού που κανένα τουριστικό πλάνο δεν περιλαμβάνει, να ακολουθούμε ένα αυτοκίνητο κάποιου Δημήτρη Μαστοράκη μες στα απόλυτα σκοτάδια, προς τον Πέτρο.

Να αναρωτιόμαστε ποιος είναι αυτός ο Πέτρος (επίθετο δεν έχει;), ποιος είναι αυτός ο Μαστοράκης και πού μας πάει, να λέμε «πάει, θα μας σφάξει κι ούτε που θα μας βρουν εδώ πέρα»...

Το άντρο του απαγωγέα ήταν τελικά ένα μετοχάκι, ο Πέτρος η τοποθεσία, ο Μαστοράκης ένας ωραίος άνθρωπος, δάσκαλος από το Καστέλι, που έγινε φίλος, και το... μαρτύριο περιελάμβανε μπόλικη ρακή, χορούς και εγκάρδιους εναγκαλισμούς που δεν λησμονιούνται. Ελεγα να μην τα πω γιατί ποιος νοιάζεται τώρα για τα γλέντια μας, μα αυτά μου ’ρχονται στον νου κάθε που ακούω Μεραμπέλο.

Μετά θυμάμαι τα άλλα. Τη στέρφα γη στα βόρεια πάνω από τον κάβο του Αφορεσμένου και το αιολικό πάρκο, μια αγριάδα ποτισμένη αλμύρα κι ελευθερία, να χάνεις τα λογικά σου. Την ημεράδα της Σκάφης, μια αγκαλιά ελιές και χωριά που όλους τους καλούς χωρά. Το δάκρυ του Γιάννη του Βάρδα στον Κρούστα να παίζει τη λύρα του, να λέει τις πιο απλοϊκές και την ίδια στιγμή πιο σοφές μαντινιάδες (γιατί έτσι τις λένε εδώ στο Λασίθι, με γιώτα). Και τον αέρα.

Μόνιμος και μοναδικός σύντροφος στο Πάνω Μεραμπέλο. Γι’ αυτό εδώ πάνω όλο παλιούς ανεμόμυλους μετράς. Πέτρινους, ξεδοντιασμένους, ολόκληρες σειρές. Παρέες αλλιώτικες, σιωπηλές, που στήνουν καρτέρι στους αυχένες και κάθε πλαγιά που κοιτά τον βορρά.

Σαν κάστρα ενάντια στην επέλασή του, με ξεχαρβαλωμένες φτερωτές οι κυκλικοί, με τους άξονες στραμμένους στο μάτι του οι πεταλόσχημοι, σαν όπλα έτοιμα να ριχτούν στη μάχη. Πολλά λέω και πάλι δεν φτάνουν να περιγράψουν το θέαμα. Σχεδόν συγκινητικό.

Πρωτεύουσα της περιοχής είναι πλέον ο Αγιος Νικόλαος, μα άτυπη πρωτεύουσα του Μεραμπέλου θα ’ναι πάντα η Νεάπολη, ό,τι κι αν λένε οι Καλλικράτηδες. Αυτή η γλυκιά, η λίγο γραφική, λίγο σύγχρονη, λίγο «χαλασμένη» μα πάντα ζωντανή κωμόπολη που ’χει να περηφανεύεται πως χάρισε στον κόσμο έναν πάπα της Ρώμης, τον Αλέξανδρο. Τα ερείπια της μονής των Φραγκισκανών (Φραρώ) όπου έζησε το αποδεικνύουν άλλωστε.

Παλιά αρχοντικά κι εργαστήρια σωρό κλείνουν το μάτι στα στενά της, μα αν είναι κάπου να σταθείς παραπάνω θα ’ναι στο χαλκουργείο του Δημήτρη του Σαρρή που εκσυγχρονίζει την αρχαία τέχνη φτιάχνοντας κομψοτεχνήματα, και στο εργαστήρι μουσικών οργάνων του Γιώργη του Παπαχατζάκη. Μετά θα πιεις μια σουμάδα στη «Δρήρο» και θα πας στην ευχή του... Αγίου.

Ξέρεις τι άλλο σου μένει απ’ την περιοχή του Αγίου Νικολάου; Τα μοναστήρια. Αμέτρητα είναι, απίθανα είναι και διαφορετικά μεταξύ τους. Μα είτε στου Αγίου Ανδρέα στον Φινοκαλιά πας κι ακούσεις τον παπά Απόστολο να ψέλνει στις ερημιές, είτε στις αναστηλωμένες Αρετίου και Καρδαμούτσας στο Καρύδι που ’χουν κι από έναν μοναχό και μοσχοβολούν φροντίδα, είτε στις ερειπωμένες μονές Κεράμου και Ξερά Ξύλα, το ίδιο νιώθεις. Κατάνυξη.

Και στην Κρεμαστών με τη γυναικεία αδελφότητα και την ηγουμένη Χρυσοστομία, τα ίδια. Μόνο στον Αϊ-Γιώργη στο Σεληνάρι φτάνουν τα πούλμαν. Και στο Πάνω Μεραμπέλο και στη Σκάφη πάντως μάτσο τα χωριά. Η.Π.ΝΕ. τα λένε χαριτολογώντας οι Λασιθιώτες, Ηνωμένες Πολιτείες Νεαπόλεως δηλαδή.

Αλλα παλιά, άλλα «πειραγμένα», όλα έτοιμα να σε καλοδεχτούν όπως και να ’χει. Στη Λατσίδα για παράδειγμα πας για τα παϊδάκια και τα χαμόγελα του Νίκου στου «Μηλιαρά», στις Λίμνες για την απίθανη ατμόσφαιρα, στο Καστέλι για τις παλιές θαυμαστές στέρνες (άλλη σοφή κατασκευή και διαχείριση και τούτες), στα Εξω Λακώνια για το Μουσείο Οχημάτων Εποχής.

Κι εκεί, αν το θέλει η τύχη ή η επιμονή σου, πέφτεις πάνω στον Μανόλη τον Χαρούλη. Αυτόν κι αν δεν το ξεχνάς ποτέ. Κι όχι μόνο επειδή είναι ο πατέρας του Γιάννη. Επειδή είναι άξιος άνθρωπος, άξιος μουσικός, άξιος μάστορας που είτε καταπιαστεί με όργανα, είτε με κοσμήματα, είτε με καΐκια, είτε με αγιογραφίες, έργο τέχνης θα κάνει. Γιατί ό,τι κι αν βάλει στον νου του θα το πετύχει  Και βάζει πολλά!

«Εβίβα παρέα!»
Αρχαία Δρήρος, αρχαία Λατώ. Δεν είναι δύο απλοί αρχαιολογικοί χώροι, αλλά δύο από τις σπουδαιότερες αρχαίες πόλεις της Κρήτης που συνεχίζουν να γράφουν ιστορία μέσα απ’τα χαλάσματά τους. Η πρώτη καθώς προσέφερε τρία σφυρήλατα χάλκινα αγαλματίδια που θεωρούνται τα πρώτα του είδους, η δεύτερη γιατί είναι ένας πανέμορφος αρχαιολογικός χώρος που σώζεται σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Η πρώτη είναι έξω από τη Νεάπολη, η δεύτερη έξω από την Κριτσά.

Τώρα που είπα Κριτσά σκέφτομαι ότι αυτή πρέπει να είναι το μοναδικό χωριό του Μεραμπέλου που έχει αγγίξει ο τουρισμός. Λογικό, αν σκεφτείς ότι υπήρξε το κέντρο της περιοχής, επίνειο της οποίας μάλιστα ήταν ο Αγιος!

Αραδιασμένα τα μαγαζάκια στο κεντρικό πλακόστρωτο με υφαντά, σανδάλια και μαγνητάκια, ταβέρνες, καφέ κι όλα τα συμπαρομαρτούντα, μα έλα που καταφέρνει να διατηρεί και ατμόσφαιρα, και ωραία σπίτια, και παραδόσεις.

Εδώ γύρισε μάλιστα ο Ντασσέν το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Κι αν τη δεις από ψηλά, έχει σχήμα σκορπιού! Αυτό βέβαια που δεν θα ξεχάσω ούτε κι εγώ ούτε κι εσύ όμως από την Κριτσά  είναι η μονή της Παναγιάς Κεράς και κυρίως οι τοιχογραφίες της: εντόπισε τις απεικονίσεις από τα απόκρυφα ευαγγέλια με την παρθενία της Παναγίας, παρατήρησε και τον Χριστό σε προχωρημένη ηλικία, όχι απλά να σε κοιτά όπου πας αλλά να... περιστρέφει μαζί και το κεφάλι κι έλα πες μου μετά.

Φτάσε και στο Οροπέδιο Καθαρού να δεις πως αλλάζουν οι εικόνες μέσα σε λίγα χιλιόμετρα, να δεις και που βρέθηκαν τα απολιθωμένα οστά νάνων ιπποποτάμων εκατοντάδων χιλιάδων χρόνων. Πήγαινε και στον Κρούστα να ακούσεις ιστορίες για τον μεγάλο λυράρη, μαντιναδολόγο βοσκό Γιάννη Βάρδα που άθελά του έσωσε τους λασιθιώτικους σκοπούς, να τα πεις με τις γιαγιάδες που πλέκουν στα κεφαλόσκαλα, φτιάχνουν σκιουφιχτά, εφτάζυμα και θρυλικά παξιμάδια.

Nα δεις νέους και γέρους σαν γροθιά να διαφυλάττουν τα ιερά και τα όσιά τους -μουσικές, ντοπιολαλιές, κι έναν τρόπο στον χορό που δεν συναντάς πουθενά αλλού-, να δούμε ποιος είναι ο υπερβολικός μετά. 

Οταν δεν θα σ’ αφήνουν οι Μεραμπελιώτες να πας πουθενά, όταν θα αρχίσουν να σου εύχονται «καλοστραθιά», όταν θα βγάζουν τις ρακές και τις γραβιέρες πριν προλάβεις να συστηθείς, να μου πεις μετά μπλέκεις ή δεν μπλέκεις;

Ετσι ξαναμπλέξαμε κι εμείς προσφάτως. Στο Καρύδι πήγαμε, ήσυχα ήσυχα, να δούμε το σπίτι-λαογραφικό μουσείο του Γιάννη του Παρασκάκη, να οι ρακές και τα τυριά. Να κι ο Βαγγέλης ο Γρηγοράκης, πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου του χωριού, να γεμίζει τα ποτήρια στο παραδιπλανό σπίτι, να κι ο απίθανος μουσικός ο Χάρης Παρασκάκης με τα λαούτα, τις λύρες και τις ασκομαντούρες του, σε καζάνι στη Φουρνή καταλήξαμε.

 
 

Ολοι μαζί. Στην ταβέρνα «Στο καζάνι» που ’βγαζε εκείνη τη βραδιά τη ρακή του ο παλιός «απαγωγέας» Δημήτρης Μαστοράκης. Γαμπρός του σύντεκνου από τη Γεράπετρο ο ένας, ξάδερφος του φίλου από τη Σητεία ο άλλος, μακρινός συγγενής απ’ τη Νεάπολη ο τρίτος ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, να νιώθεις πως είσαι με δικούς σου μέσα σε λίγα λεπτά. Δευτερόλεπτα μη σου πω.

Καζάνευε η οικοδέσποινα Αννα, έπαιζε ο Χάρης σε εναλλαγή τα όργανα πάντα με την ίδια μαστοριά, βγάζανε όλοι επιτόπου μαντινάδες στη σειρά, «εβίβα παρέα» φώναζε ο άλλος ο Γιάννης με το νταούλι, πίναμε όλοι, θέλαμε δε θέλαμε (λέμε τώρα...), στην υγειά του Χοχλιού, του Μάριου Γενειατάκη από την Ιεράπετρα. Τιμής ένεκεν στο καζάνι του, ένα από τα πιο ονομαστά της ανατολικής Κρήτης που φέτος έμεινε κλειστό λόγω... κλοπής.

Κι όταν έπιασαν όλοι μαζί να τραγουδούν τον «χορό της Λευτεριάς», είμαι σίγουρη πως σείστηκε όλο το Μεραμπέλο. «Ελα μια κι άλλη μια οι άντρες οι φανήσιμοι κι οι καστροπολεμάρχοι/ Ελα μια κι άλλη μια πως είναι οι μπάλες δανεικές κατέχουν το στη μάχη/ Ελα μια κι άλλη μια κι αν πληγωθούν ή σκοτωθούν δεν θέλουν μοιρολόγια/ Ελα μια κι άλλη μια θέλουν στεφάνια δάφνινα, τραγούδια για τα ξόδια»... Με λίγα λόγια, βάλε μια, κι άλλη μια και... καλά ξημερώματα. Κι άντε μετά ολομέθυστος να ’χεις καλοστρατιά!

πηγή