«Αν όμως ο κ.Χατζηδάκης προσπαθεί να μας πείσει ότι πρόκειται για μια ορθολογική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, η αλήθεια είναι ότι έχουμε μπροστά στα μάτια μας μια ακόμα ιστορία μνημονιακής τρέλας» σχολιάζει το ΜέΡΑ25 σε ένα εκτενές κείμενο σχετικά με τη ΛΑΡΚΟ και την κυβερνητική τροπολογία «διάσωσής» της από την κυβέρνηση, την οποία η ίδια χαρακτηρίζει ως «τελευταία ευκαιρία».

Ολόκληρο το κείμενο του ΜέΡΑ25:

Η κυβέρνηση, με το γνωστό πλέον περιφρονητικό στο κοινοβούλιο τρόπο, φέρνει άρον άρον μια τροπολογία για το ξεπούλημα της ΛΑΡΚΟ. Το προηγούμενο διάστημα ο Υπουργός κύριος Χατζηδάκης έκανε μια ολόκληρη επικοινωνιακή εκστρατεία για να πείσει το κοινό για το πόσο ζημιογόνα και χωρίς μέλλον είναι η ΛΑΡΚΟ, λέγοντας ότι επί της ουσίας θα μας κάνει χάρη όποιος ιδιώτης την αναλάβει. Η κύρια επιχειρηματολογία ήταν το οικονομικό χάος των χρεών της εταιρείας, και το μεγάλο ενεργειακό κόστος που την κάνει να δουλεύει με αρνητικό οικονομικό ισοζύγιο. Αν όμως ο κ.Χατζηδάκης προσπαθεί να μας πείσει ότι πρόκειται για μια ορθολογική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, η αλήθεια είναι ότι έχουμε μπροστά στα μάτια μας μια ακόμα ιστορία μνημονιακής τρέλας.

Το πρώτο και προφανές που παρατηρεί κανείς, είναι ότι το κοινωνικό κόστος της απόλυσης και αβεβαιότητας που επιφυλάσσεται για χιλιάδες εργαζόμενους ούτε καν μπαίνει στη ζυγαριά των αποφάσεων του Υπουργού. Αντιθέτως ξεπερνιέται με μια αοριστολογία του τύπου ο επενδυτής θα αξιοποιήσει μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού. Ο κύριος Χατζηδάκης φαίνεται να ξεχνά ότι δεν είναι πωλητής αλλά Υπουργός με ευθύνες έναντι του κοινωνικού συνόλου και ιδιαίτερα έναντι του πληθυσμού της Στερεάς Ελλάδας.

Το δεύτερο και ακόμα πιο προφανές, είναι ότι, ακόμα και ως πωλητής, ο κύριος Χατζηδάκης δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του οργανισμού που εκπροσωπεί, όταν τον δυσφημεί έναντι του όποιου αγοραστή. Και ένας απλός πωλητής λαϊκών αγορών τονίζει τα δυνατά σημεία του προϊόντος του γιατί αν το δυσφημήσει τελικά θα αναγκαστεί να το χαρίσει. Αν η ΛΑΡΚΟ ήταν ιδιωτική ο κύριος Χατζηδάκης θα είχε απομακρυνθεί από τη θέση του διαπραγματευτή από τους μετόχους που θα έβλεπαν ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα του αγοραστή αντί της εταιρείας που θέλει να πουλήσει.

Αν πάμε και στην ουσία της επιχειρηματολογίας του Υπουργού τότε είναι που εκτίθεται ακόμα περισσότερο. Το οικονομικό χάος που επικαλείται το προκάλεσαν οι διοικήσεις που διορίζονταν με κομματικά κριτήρια από ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία όλα αυτά τα χρόνια. Οι κρατικές ενισχύσεις που βάρυναν με πρόστιμο από την ΕΕ την εταιρεία, είναι επί της ουσίας η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου από το ΤΑΙΠΕΔ, του κατεξοχήν οργανισμού που δημιουργήθηκε με τη μνημονιακή συμφωνία ηγεσίας ΕΕ και ελληνικών κυβερνήσεων. Αυτοί δηλαδή που προκάλεσαν τις ζημιές ισχυρίζονται ότι έχουν και τη λύση στο πρόβλημα που οι ίδιοι δημιούργησαν.

Ακόμα και αν ξεπεράσει κανείς τα παραπάνω, ένα προϊόν με χρηματιστηριακή αξία όπως το νικέλιο έχει μεγάλες διακυμάνσεις στην τιμή και για να βγάλει κανείς συμπέρασμα για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης οφείλει να λάβει υπόψιν του στατιστικά δεδομένα περισσότερων ετών και όχι επιλεκτικά τις τελευταίες χρήσεις, όπως κάνει ο Υπουργός. Τα στοιχεία μας δείχνουν ότι το νικέλιο είναι στρατηγικής σημασίας για την ΕΕ και η τιμή του, παρά την κατά καιρούς χειραγώγηση από τα funds, θα είναι τέτοια που μακροπρόθεσμα θα συμφέρει όποιον το εκμεταλλεύεται.

Αυτό που αποτελεί μία αντικειμενική δυσκολία είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος. Η κυβέρνηση μέχρι στιγμής, αντί να αναλύσει αντικειμενικά όλους τους παράγοντες βιωσιμότητας της επιχείρησης και να προσπαθήσει να βρει λύση και σε αυτό, το χρησιμοποιεί ως ένα ακόμα επιχείρημα για ξεπούλημα. Θέλει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι είναι μοιραίο μια τέτοια βιομηχανία να κλείσει γιατί μπορεί να ζει μόνο σε βάρος της ΔΕΗ, προωθώντας τον κοινωνικό αυτοματισμό. Το ερώτημα γιατί να αναλάβει ένας ιδιώτης μια τέτοια επιχείρηση αν δεν πρόκειται αντικειμενικά να του αποφέρει κέρδη, αν και δεν το θέτει η κυβέρνηση, εμείς οφείλουμε να το θέσουμε. Η απάντηση παρακάτω μας δείχνει τη μεθόδευση που συντελείται.

Το μοντέλο της τριχοτόμησης που προτείνεται κατ’ αρχάς θα δώσει στον όποιο ‘’επενδυτή’’ μια επιχείρηση με μεγάλη περιουσία, μεταλλεία, λιμάνι, εργοστάσιο και θα φορτώσει στο κράτος, δηλαδή στον ελληνικό λαό, μόνο τα χρέη. Από εκεί και πέρα ο ιδιώτης μπορεί, κατά πάσα πιθανότητα, να χρησιμοποιήσει αυτή την καθαρή περιουσία για άμεσα χρηματιστηριακά κέρδη χωρίς καμία διάθεση παραγωγικής επένδυσης. Έπειτα θα την αφήσει σε χειρότερη κατάσταση από ό,τι την βρήκε. Αυτό το μοντέλο έχει δοκιμαστεί ήδη πολλές φορές από το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και είναι μια μεγάλη ευκαιρία για τους κερδοσκόπους σε βάρος των παραγωγικών επιχειρήσεων. Στην καλύτερη και πιο απίθανη περίπτωση, αν βασιστεί στην παραγωγική δραστηριότητα ο ιδιώτης, εκσυγχρονίζοντας τη ΛΑΡΚΟ, αυτό δε θα το κάνει με ίδια κεφάλαια, αλλά αξιοποιώντας ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και εξάγοντας τα κέρδη από τη χώρα. Το θέμα είναι γιατί
το κράτος αρνείται να το κάνει το ίδιο προς όφελος όλης της κοινωνίας.

Αν η κυβέρνηση αρνείται να σκεφτεί και να δράσει ως κυβέρνηση αλλά προτιμά να δρά ως ντίλερ ιδιωτικών συμφερόντων, εμείς οφείλουμε να αναδείξουμε την αλήθεια. Οφείλουμε να αναδείξουμε τις λύσεις και τις προοπτικές που υπάρχουν για την ελληνική βιομηχανία, οι οποίες μπορούν να είναι οικονομικά βιώσιμες, περιβαλλοντικά και κοινωνικά υπεύθυνες και να σταθούμε στο πλευρό της τοπικής κοινωνίας και των εργαζομένων που θέλουν να ζουν από την παραγωγική δουλειά τους.

Η ΛΑΡΚΟ είναι η εταιρεία που από το 1989 αξιοποιεί ένα σημαντικό κομμάτι του ορυκτού πλούτου της χώρας μας. Συγκεκριμένα τα κοιτάσματα λατερίτη από τα οποία εξάγεται νικέλιο αλλά και δυνητικά κοβάλτιο. Η κύρια χρήση του νικελίου είναι στη χαλυβουργία, αλλά μια ακόμα σημαντική δυνατότητα που κερδίζει έδαφος και θα εκτοξευτεί τα αμέσως επόμενα χρόνια είναι η χρήση σε μπαταρίες που υποστηρίζουν την ηλεκτροκίνηση. Σε αυτό τον κλάδο χρησιμοποιείται και το κοβάλτιο, που επίσης υπάρχει στα κοιτάσματα της χώρας μας που εκμεταλλεύεται η ΛΑΡΚΟ. Λόγω της παγκόσμιας πίεσης των κινημάτων για μια πράσινη μετάβαση, η ηγεσία της ΕΕ αναγκάζεται να προωθήσει μεταξύ άλλων την ηλεκτροκίνηση, αλλά και τον εκσυγχρονισμό των ενεργοβόρων βιομηχανιών με το πράσινο ταμείο που ανακοίνωσε από το Μάρτιο του 2020. Οι αντικειμενικές συνθήκες λοιπόν μας δείχνουν ότι το νικέλιο και το κοβάλτιο που διαθέτει η χώρα μας μπορούν να αποτελέσουν σημαντικές πηγές εσόδων για το κράτος, και να βοηθήσουν στην πράσινη μετάβαση. Ακόμα, η ΛΑΡΚΟ μπορεί από μια ενεργοβόρος βιομηχανία να εκσυγχρονιστεί προς μια κατεύθυνση που θα μειώσει και τις εκπομπές διοξειδίου και το ενεργειακό κόστος, αξιοποιώντας μια χρηματοδότηση που δικαιούται από τα ευρωπαϊκά ταμεία.

Η τεχνογνωσία για ένα μετασχηματισμό της ΛΑΡΚΟ προς μια οικονομικά αποδοτική, ασφαλέστερη για τους εργαζόμενους και πιο πράσινη ενεργειακά κατεύθυνση υπάρχει. Το 2006 το ΙΓΜΕ και η Σχολή Μεταλλειολόγων του ΕΜΠ παρουσίασαν στις εγκαταστάσεις της ΛΑΡΚΟ μεγάλη πιλοτική εγκατάσταση που αποδείκνυε ότι αυτή η τεχνογνωσία είναι άμεσα εφαρμόσιμη και μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη, κάνοντας τη ΛΑΡΚΟ βιώσιμη για πολλά χρόνια ακόμη. Οι διορισμένες  διοικήσεις αγνόησαν αυτές τις δυνατότητες, αφήνοντας τη ΛΑΡΚΟ να οδηγείται στη σημερινή κατάσταση. Ιδιωτικές εταιρείες σε όλο τον κόσμο έχουν χρησιμοποιήσει παρόμοια τεχνολογία αλλά το ελληνικό κράτος αρνήθηκε να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Φαίνεται ότι η απαξίωση των ελληνικών κρατικών βιομηχανιών προς όφελος της ιδιωτικοποίησης -ξεπουλήματος ήταν ο μοναδικός στόχος.

Εμείς καλούμε έστω και την ύστατη ώρα το Υπουργείο να αξιοποιήσει τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας αντί να τις χαρίζει σε ιδιωτικά συμφέροντα. Το επιστημονικό και εργατικό δυναμικό της χώρας μπορεί να στηρίξει μια διαδικασία πράσινης ανασυγκρότησης προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και της ελληνικής οικονομίας. Αρκεί η κατεύθυνση να είναι αυτή και όχι το ξεπούλημα.


Πηγή: thepressproject.gr