Δεν ήταν κανένας ήρωας. Ήταν ιδιοκτήτης ενός μίνι μάρκετ στο Βαμβακόπουλο Χανίων και θέλησε να ασχοληθεί και με τα κοινά στο χωριό του, το Ορθούνι. Παιδί που μεγάλωσε ορφανό, έκανε οικογένεια και στέριωσε στον τόπο του, με τη γυναίκα του και τη μικρή τους κόρη.
Τίποτα πιο σπουδαίο, τίποτα πιο μεγάλο για να τον γράψουν τα βιβλία της κρητικής ιστορίας. Του έφτανε που το όνομά του ήταν γραμμένο στην πρόσοψη του μαγαζιού που με κόπο έφτιαξε και κρατούσε. Βοηθούσε πάντα στο ΚΑΠΗ των Χανίων, που βρισκόταν ακριβώς απέναντι. Κερασμένες πορτοκαλάδες, καφέ, κουλουράκια για τους γέροντες. Και καμιά τσικουδιά, πάλι κέρασμα, όταν είχανε κάτι τις να γιορτάσουν. Ήτανε 43 χρονών.

Τα δάκρυα των ίδιων γερόντων και το χειροκρότημα όταν περνούσε για τελευταία φορά από το μαγαζί του, ήταν το μεγαλύτερο παράσημο που φόρεσε σήμερα.

Δεν είχε τίποτα άλλο πιο σπουδαίο να διεκδικήσει. Μα νοιαζότανε για το δίκιο και όπως λένε οι δικοί του, αλλά και ο Δήμος Πλατανιά, πάλευε για να φτιάξει τον δρόμο που οδηγούσε στο χωριό του, που είχε αποκλειστεί από τις πρόσφατες κακοκαιρίες. Πάλευε κόντρα στον «καπετάνιο» καταπατητή, κόντρα στον νταή που δεν καταλάβαινε από δίκια πέρα από το δικό του συρματόπλεγμα, που δεν καταλάβαινε από νόμους εξόν από τους δικούς του.

Και στον αγώνα των κατοίκων σε άλλες περιοχές βοήθησε ο Κώστας, δουλεύοντας μέρα νύχτα για να φτιάξουν τις ζημιές από τις πλημμύρες. Όχι μόνο στο δικό του το χωριό αλλά και στα δίπλα, που δεν τον εγνώριζαν πολύ, που δεν κατέβαινε για πρόεδρος για να τον ψηφίσουν.

Έλαχε στον δικό του τον δρόμο να πέσει ο «καπετάνιος» του χωριού. Ενας σαν αυτούς που έχουν σχεδόν όλα τα χωριά της Κρήτης. Κι αν λέω ψέματα, το κρίμα για τα λεγόμενά μου να πέσει σε μένα μόνο. Ένας σαν κι αυτούς που κάνουν κουμάντο, που δεν τους μιλεί κανείς, που «καλλιά να μην μπλέξεις», όπως σε συμβουλεύει ανοιχτά και η ίδια η αστυνομία.

Ένας σαν κι αυτούς που βασάνιζαν τον Γιακουμάκη, ένας σαν κι αυτούς που σκότωσαν για μια παρατήρηση στο Αντισκάρι, στον Προφήτη Ηλία και αλλού. Ένας σαν κι αυτούς που καταπατούν και καταστρέφουν περιουσίες επειδή ξέρουν ότι κανείς δεν μπορεί να τους αγγίξει γιατί πατάνε σε πλάτες γερές. Ενας σαν κι αυτούς από τους οποίους βγάνει και θρέφει ακόμα μπόλικους η Κρήτη.

Πολλές φορές κρατάνε από προγόνους ένδοξους. Από εκείνους που όντως τους γράψαν τα βιβλία της Κρήτης. Απόγονοι όμως που αφεντεύουν ακόμα στο όνομα εκείνης της παλιάς πρεπιάς της γενιάς τους και όχι με το βάρος της δικιάς τους σημερινής περπατησιάς.

Ο Κώστας Κατσουλάκης δεν ήταν κανείς «σπουδαίος» και δεν θα τον γράψουν τα βιβλία. Και μεις οι δημοσιογράφοι, που βρεθήκαμε για λίγο σήμερα εκεί χωρίς να τον γνωρίζουμε, μάλλον θα τον ξεχάσουμε όταν θα έρχονται τα επόμενα θέματα, το ένα πάνω στο άλλο. Τα λόγια της οικογένειάς του βάζουν και μας στη θέση μας, που γρήγορα μιλήσαμε για κτηματικές διαφορές, επειδή έτσι συνηθίσαμε, επειδή έτσι γίνεται συνήθως. Αλλά δεν είναι όλα τα ρεπορτάζ ίδια.

Απ’ όσα είδα και κατάλαβα κι από όσα μου μιλήσανε σήμερα για αυτόν, ήταν άνθρωπος του δίκιου και της προσφοράς. Ήταν με το μέρος του συνόλου, του δημόσιου χώρου, του «Δήμου» και όχι της δικής του πάρτης. Και αυτό είναι το πιο σπουδαίο και το πιο μεγάλο.

Απ’ όσα κατάλαβα σήμερα, θέλω να πω στην πεντάχρονη κόρη του πως πρέπει να είναι περήφανη για τον μπαμπά της. Κι ας μην τον γράψουν ποτέ τα βιβλία.

Μάριος Διονέλλης


Πηγή: pisoselides.gr