Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού

Το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού (Helicobacter pylori) είναι ένα κοινό βακτηρίδιο του στομάχου που σε ορισμένους ανθρώπους δυνατόν να προκαλέσει πόνο στην άνω κοιλιά (επιγαστραλγία), φούσκωμα, ναυτία ή εμετό. Η λοίμωξη από Ελικοβακτηρίδιο εντοπίζεται στο στομάχι ή το δωδεκαδάκτυλο (δηλαδή το πρώτο τμήμα του λεπτού εντέρου) του ανθρώπου. Περίπου οι μισοί ενήλικες Έλληνες έχουν λοίμωξη από Ελικοβακτηρίδιο, αλλά δεν παρουσιάζουν συμπτώματα και συνεπώς οι περισσότεροι αγνοούν την ύπαρξή του.

Το Ελικοβακτηρίδιο ευθύνεται για γαστρίτιδα, πεπτικό έλκος, αιμορραγία από το ανώτερο πεπτικό, για καρκίνο στομάχου (έχει χαρακτηρισθεί ως καρκινογόνο τάξης Ι σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας), MALT λέμφωμα, ενώ έχει ενοχοποιηθεί και για πλειάδα εξωεντερικών εκδηλώσεων όπως χρόνιο γλαύκωμα ανοικτής γωνίας, νόσο Alzheimer, πολλαπλή σκλήρυνση, και άλλες νευροεκφυλιστικές και αγγειακές παθήσεις.

Η θεραπεία εκρίζωσης του Ελικοβακτηριδίου γίνεται με σχήματα αντιβιοτικών. Ένα σημαντικό όμως πρόβλημα αποτελεί η ανάπτυξη αντοχής του Ελικοβακτηριδίου στα αντιβιοτικά με συνέπεια να απαιτείται θεραπεία με συνδυασμό περισσότερων των 2 αντιβιοτικών για 10 μέρες ή περισσότερο. Ήδη το κλασικό τριπλό σχήμα εκρίζωσης είναι αναποτελεσματικό στην Ελλάδα εξαιτίας του μεγάλου ποσοστού αντοχής στην κλαριθρομυκίνη. Ακόμη και το σχήμα 2ης γραμμής με λεβοφλοξασίνη δεν καταφέρνει να εκριζώσει το μικρόβιο στο 100%. Επιπλέον, η θεραπεία με τα αντιβιοτικά παρουσιάζει πολλές δυσάρεστες ανεπιθύμητες ενέργειες, γεγονός που έχει αρνητική επίπτωση στη συμμόρφωση των ασθενών.

Μέλι και αντιμικροβιακές ιδιότητες

Το φυσικό μέλι περιέχει πάνω από 600 συστατικά και ήδη από τον 19ο αιώνα είχε αναφερθεί ότι διαθέτει αντιμικροβιακές ιδιότητες. Αναρίθμητες μελέτες έδειξαν in vitro αντιμικροβιακή δράση του μελιού έναντι των εξής μικροβίων: Acinetobacter baumannii, Alcaligenes faecalis, Aeromonas hydrophila, Bacillus cereus, B. subtilis, Burkholderia cepacia, Campylobacter spp, Citrobacter freundii, Erwinia carotovora, Enterobacter aerogenes, Enterobacter cloacae, Enterococcus faecium, Escherichia coli, E. coli O157:H7; Haemophilus influenzae, Helicobacter pylori, Klebsiella oxytoca, K. pneumoniae, Klebsiella sp, Listeria monocytogenes, Micrococcus luteus, Mycobacterium phlei, Proteus sp (P. mirabilis and P. vulgaris), Pseudomonas aeruginosa, ciprofloxacin-resistant P. aeruginosa, Salmonella california, Salmonella enteritidis, Salmonella typhimurium, Serratia marcescens, Shigella dysenteriae, Shigella sonnei, Staphylococcus aureus, methicillin-resistant S. aureus (MRSA), vancomycin-resistant S. aureus, S. epidermidis, Stenotrophomonas maltophilia, Streptococcus hemolyticus group B, Streptococcus mutans, Streptococcus pyogenes, και Yersinia enterocolitica.

Μελέτες για τη δράση του μελιού στο Ελικοβακτηρίδιο

Το 1991 αναφέρθηκε για πρώτη φορά ότι το διάλυμα 10% και 20% μελιού είχε in vitro αντιμικροβιακή δράση έναντι του Ελικοβακτηριδίου, γεγονός που σηματοδότησε τη διενέργεια περισσότερων μελετών στο συγκεκριμένο θέμα. Οι Al Somal και συν. διερεύνησαν αρχικώς σε ποιες συγκεντρώσεις το μέλι μπορεί να εξασκήσει in vitro αντιμικροβιακές δράσεις έναντι του Ελικοβακτηριδίου, ποια δραστική ουσία του μελιού διαθέτει τέτοιες ιδιότητες, ή εάν οι ιδιότητες αυτές οφείλονται καθαρά σε ωσμωτική δράση που παρεμποδίζει την ανάπτυξη του Ελικοβακτηριδίου. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι το μέλι Manuka από τη Νέα Ζηλανδία αναστέλλει εντελώς την ανάπτυξη του Ελικοβακτηριδίου και μάλιστα σε πολύ χαμηλή συγκέντρωση μόλις 5%. Ακόμα και η συγκέντρωση 2,5% του μελιού Manuka αναστέλλει μερικώς την ανάπτυξη του Ελικοβακτηριδίου. Αντίθετα, το μέλι άλλης προελεύσεως ή το συνθετικό διάλυμα που προσομοίαζε με μέλι δεν είχαν καμία επίδραση επάνω στο Ελικοβακτηρίδιο.

Ακολούθησε μικρή κλινική μελέτη από τους McGovern και συν. σε 12 ασθενείς με Ελικοβακτηρίδιο στους οποίους χορηγήθηκε το μέλι Manuka χωρίς ή με ομεπραζόλη για 2 εβδομάδες. Δυστυχώς κανένας από τους ασθενείς δεν εκρίζωσε το Ελικοβακτηρίδιο και οι συγγραφείς συμπέραναν ότι αν το μέλι Manuka διαθέτει ιδιότητες έναντι της δυσπεψίας, οι ιδιότητες αυτές δεν οφείλονται στην εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου.

Αργότερα, το 1999, το θέμα του μελιού έναντι του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού επανήλθε στο προσκήνιο από τον Osato και συν. Οι ερευνητές συνέκριναν το μέλι Manuka με τα μέλια που κυκλοφορούν στην Αμερική και βρήκαν ότι σε συγκεντρώσεις 15%, όλα τα μέλια ανέστειλαν την ανάπτυξη του Ελικοβακτηριδίου in vitro. Όταν πρόσθεσαν ένα ένζυμο που λέγεται καταλάση, ακόμα και το συνθετικό διάλυμα που δεν ήταν μέλι αλλά προσομοίαζε με αυτό κατάφερε να αναστείλει την ανάπτυξη του Ελικοβακτηριδίου, γεγονός που σημαίνει ότι η ιδιότητα αυτή οφείλεται στην ωσμωτική επίδραση του διαλύματος στο Ελικοβακτηρίδιο και όχι στο μέλι αυτό καθαυτό. Εντούτοις, το μέλι Manuka ανέστειλε το 60% των στελεχών του Ελικοβακτηριδίου, ενώ τα Αμερικανικά μέλια και το συνθετικό διάλυμα ανέστειλαν μόνο το 33% των στελεχών του μικροβίου. Πιθανόν λοιπόν το μέλι Manuka να έχει και κάποιες άλλες ουσίες που βοηθάνε στην καταστολή του Ελικοβακτηρίδιου, και οι ιδιότητες που εξασκεί δεν οφείλονται μόνο στην ωσμωτική επίδραση.

Η τελευταία μελέτη που έγινε για το θέμα αυτό, δημοσιεύθηκε το 2014 από τη Νότια Αφρική, στην οποία εδείχθη, και πάλι in vitro, ότι το μέλι Manuka καταστέλλει τη δραστηριότητα του ενζύμου του Ελικοβακτηριδίου που λέγεται ουρεάση (μέσω της ουρεάσης το Ελικοβακτηρίδιο εξασκεί την παθογόνο του δράση), γεγονός που θα μπορούσε στο μέλλον να οδηγήσει στην ανεύρεση κάποιου εκχυλίσματος του μελιού Manuka που θα βοηθήσει στην αδρανοποίηση της παθογόνου δράσης του Ελικοβακτηριδίου, ειδικά στους ασθενείς που είναι ανθεκτικοί στα αντιβιοτικά.

Συνεπώς, δεν δικαιολογείται από τις έως τώρα έρευνες η λήψη μελιού για την αντιμετώπιση της λοίμωξης από Ελικοβακτηρίδιο.

Γράφει ο Γαστρεντερολόγος Χρήστος Ζαβός http://peptiko.gr


Πηγή: pancreta