Μετά τα πρώτα θεαματικά αποτελέσματα, το σκεύασμα, το οποίο αναστέλλει την υπεραντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος, πήρε έγκριση για ταχεία και ευρεία κλινική δοκιμή
 
 
Ενα ελληνικό πειραματικό φάρμακο προσφέρει σημαντική ελπίδα σε ό,τι αφορά τις πιο βαριές περιπτώσεις COVID-19, τους ασθενείς με σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (Acute Respiratory Distress Syndrome, ARDS) που δίνουν μάχη στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας ανά τον κόσμο. Χάρη στο καινοτόμο αυτό φάρμακο, το ΑΜΥ-101, που αποτελεί «τέκνο» της ελληνικής φαρμακευτικής εταιρείας Αμύντας, τρεις ασθενείς με λοίμωξη από SARS-CoV-2 στην Ιταλία, οι οποίοι είχαν εξαντλήσει τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές και «ακροβατούσαν» μεταξύ ζωής και θανάτου, επέστρεψαν νικητές στο σπίτι τους. Σύντομα, πολύ περισσότεροι βαριά νοσούντες από τον νέο κορωνοϊό εκτιμάται ότι θα ωφεληθούν από τη «γαλανόλευκη» πειραματική θεραπεία, καθώς πριν από μερικές ημέρες η Αμύντας έλαβε από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (Food and Drug Administration, FDA) έγκριση για έναρξη κλινικής δοκιμής φάσης ΙΙ του φαρμάκου της σε ασθενείς με COVID-19. Μια έγκριση «ιστορική» σε ό,τι αφορά ένα πρωτότυπο ελληνικό φάρμακο, όπως αναφέρει στο «Βήμα» η επιστημονική ομάδα που βρίσκεται πίσω από την ανάπτυξή του, η οποία ευελπιστεί ότι το ΑΜΥ-101 θα βρεθεί… μπροστά στις επάλξεις ενάντια στον πανδημικό SARS-CoV-2 που έχει ήδη στοιχίσει εκατοντάδες χιλιάδες ζωές και καθημερινά μας υπενθυμίζει ότι συνεχίζει να είναι εδώ για να στοιχίσει και άλλες.

Αρχέγονο αμυντικό σύστημα

Το ΑΜΥ-101 αποτελεί έναν αναστολέα του συστήματος του συμπληρώματος (complement system), ενός συστήματος της φυσικής ανοσίας του οργανισμού που παίζει σημαντικό ρόλο στην άμυνα ενάντια σε πλήθος παθογόνων. Ενας από τους πλέον ειδικούς παγκοσμίως στην έρευνα του συμπληρώματος, ο καθηγητής Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια και ιδρυτής της Αμύντας Γιάννης Λάμπρης, εξηγεί ότι «το συμπλήρωμα αποτελεί τμήμα του ανοσοποιητικού συστήματος. Πρόκειται για ένα σύστημα πρωτεϊνών που προστατεύουν τον οργανισμό από εξωγενείς εχθρούς όπως οι ιοί και τα βακτήρια. Είναι ένας μηχανισμός φυσικής ανοσίας άκρως πρωτόγονος – παρόμοιο μηχανισμό διαθέτουν ακόμη και οι σπόγγοι, που είναι από τους πιο αρχέγονους πολυκύτταρους οργανισμούς στον πλανήτη. Πρωτοεντοπίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί περισσότερες από 50 πρωτεΐνες που συμμετέχουν σε αυτό. Ερευνητές ανά τον κόσμο αναζητούν αναστολείς της δράσης των πρωτεϊνών αυτών, καθώς έχει φανεί ότι η ανεξέλεγκτη ενεργοποίηση του συμπληρώματος μπορεί να συνδέεται με πλήθος φλεγμονωδών ασθενειών, από τη νόσο Αλτσχάιμερ και τη νόσο του Crohn ως τις αιμολυτικές νόσους, την πολλαπλή σκλήρυνση, την παχυσαρκία, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, τον ερυθηματώδη λύκο και τον καρκίνο».

Από τους δεκάδες υποψήφιους πρωτεϊνικούς στόχους του συμπληρώματος ο κ. Λάμπρης και η ομάδα του επικεντρώθηκαν εξαρχής σε έναν: πρόκειται για την πρωτεΐνη C3, που θεωρούν ότι αποτελεί «κόμβο» για την ενεργοποίηση ολόκληρου του συστήματος. Οι ερευνητές με επικεφαλής τον έλληνα καθηγητή ήταν οι πρώτοι που χαρτογράφησαν την πρωτεΐνη αυτή και ανακάλυψαν πεπτίδια μικρού μεγέθους που παρεμποδίζουν τη δράση της (σχετικά άρθρα για το συμπλήρωμα και τα πεπτίδια που έχει αναπτύξει ο κ. Λάμπρης έχουν δημοσιευτεί στο «Βήμα» – «Ελληνικό φάρμακο δείχνει τον δρόμο της ανάπτυξης», 6 Σεπτεμβρίου 2014, «Πολυφάρμακο με ελληνικά γονίδια», 22 Σεπτεμβρίου 2019).

Αναστέλλοντας τη φλεγμονή

Το ΑΜΥ-101 αποτελεί έναν τελευταίας (τρίτης) γενιάς αναστολέα της C3 – δεσμεύεται εκλεκτικά στη συγκεκριμένη πρωτεΐνη αδρανοποιώντας όλον τον μηχανισμό ενεργοποίησης του συμπληρώματος – και δείχνει άκρως υποσχόμενο για ένα ευρύ φάσμα φλεγμονωδών παθήσεων. Σε αυτό το φάσμα φαίνεται ότι ανήκει και η νόσος COVID-19 που έχει εισβάλει στη ζωή της ανθρωπότητας τους τελευταίους μήνες. Το συμπλήρωμα έχει προταθεί ως κομβικός μηχανισμός στην περίπτωση της νόσου που προκαλεί ο SARS-CoV-2, καθώς βρίσκεται στην κορυφή της «πυραμίδας» της υπερφλεγμονώδους αντίδρασης η οποία εμφανίζεται σε ασθενείς με COVID-19 και μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες βλάβες στους πνεύμονες και σε άλλα ζωτικά όργανα. Εχει επίσης διατυπωθεί η υπόθεση ότι ο SARS-CoV-2 προσβάλλει όχι μόνο τα επιθηλιακά κύτταρα των κυψελίδων του πνεύμονα αλλά και τα ενδοθηλιακά κύτταρα των αγγείων. Με τον τρόπο αυτόν ο ιός πιθανά προκαλεί άμεση ενδοθηλιακή βλάβη, που με τη σειρά της προάγει τη φλεγμονή και την εκδήλωση θρομβωτικής μικροαγγειοπάθειας σε αρκετούς ασθενείς με COVID-19 που νοσηλεύονται με σοβαρά συμπτώματα.

Μια πρώτη ένδειξη ότι το συμπλήρωμα μπορεί να συμβάλει στην ανεξέλεγκτη φλεγμονώδη αντίδραση που οδηγεί σε αναπνευστική ανεπάρκεια στη νόσο COVID-19 προήλθε από μια πρόσφατη μελέτη σε πειραματόζωα με λοίμωξη SARS-CoV – ο ιός SARS-CoV είναι συγγενής με τον νέο ιό SARS-CoV-2. Η απουσία της κεντρικής πρωτεΐνης C3 του συμπληρώματος σε γενετικά τροποποιημένους ποντικούς είχε ως συνέπεια τον περιορισμό της φλεγμονώδους βλάβης στον πνεύμονά τους έπειτα από λοίμωξη από τον SARS-CoV. Με εφαλτήριο την προκλινική αυτή μελέτη στη συγγενή νόσο SARS-CoV αλλά και ευρήματα από ασθενείς με COVID-19, σύμφωνα με τα οποία κατεγράφη σημαντική ενεργοποίηση του συμπληρώματος σε διάφορους ιστούς (π.χ. πνεύμονες, ενδοθήλιο μικρών αγγείων), προτάθηκε η αξιοποίηση των αναστολέων C3 ως νέων θεραπευτικών μέσων για την αντιμετώπιση της υπερφλεγμονώδους αντίδρασης που επιδεινώνει τη νόσο COVID-19. Στο πλαίσιο αυτό η Αμύντας συντονίζει από τις αρχές Απριλίου κλινική μελέτη που αξιολογεί τη θεραπευτική δράση του ΑΜΥ-101 σε ασθενείς με COVID-19 στην Ιταλία μέσω ενός πρωτοκόλλου παρηγορητικής θεραπείας που υλοποιείται στο νοσοκομείο San Raffaele του Μιλάνου.

Σωτήρια παρέμβαση

Η θεραπεία έχει μέχρι σήμερα χορηγηθεί σε τρεις ασθενείς με COVID-19 που νοσηλεύονταν στο San Raffaele με σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας και τα αποτελέσματα ήταν θεαματικά, όπως μας πληροφορεί η δρ Δέσποινα Γιαγκοπούλου, μοριακή βιολόγος και νευροεπιστήμονας, διευθύνουσα σύμβουλος της Αμύντας. «Κάποιοι από τους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε το φάρμακο βρίσκονταν σε άκρως δυσχερή κατάσταση και, σύμφωνα με τους θεράποντες γιατρούς τους, είχαν ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης. Οπως μας μετέφεραν οι γιατροί, έμειναν έκπληκτοι όταν οι δείκτες φλεγμονής των ασθενών, οι οποίοι βρίσκονταν σε πολύ υψηλά επίπεδα, επέστρεψαν στα φυσιολογικά επίπεδα μέσα σε μόλις 48 ώρες από τη χορήγηση του φαρμάκου».

Μάλιστα η… πρώτη των πρώτων περίπτωση χορήγησης της πειραματικής θεραπείας στην Ιταλία δημοσιεύτθηκε στην επιθεώρηση «Clinical Immunology» του οίκου Elsevier και συγκεκριμένα στην ειδική συλλογή «Public Health Emergency COVID-19 Initiative», που περιλαμβάνει άρθρα αφιερωμένα στην πανδημία του νέου κορωνοϊού. Σύμφωνα με τη δημοσίευση, ο ασθενής ήταν ένας 71χρονος άνδρας που ανήκε σε ομάδα υψηλού κινδύνου καθώς εμφάνιζε υποκείμενα νοσήματα, όπως στεφανιαία νόσο, υπέρταση, υπερχοληστερολαιμία και ήπιας μορφής νεφρική ανεπάρκεια. Ο ασθενής εισήχθη στο νοσοκομείο για επέμβαση εκτομής θρόμβου από το κάτω άκρο ο οποίος δημιουργήθηκε εξαιτίας της κολπικής μαρμαρυγής από την οποία έπασχε και διεγνώσθη με πνευμονία. Περαιτέρω εξετάσεις αποκάλυψαν ότι ένοχος για την πνευμονία του ήταν ο νέος κορωνοϊός. Οι γιατροί ξεκίνησαν τη χορήγηση του ενέσιμου ΑΜΥ-101 στον 71χρονο, ο οποίος είχε εμφανίσει βαρύ σύνδρομο ARDS. Οπως σημείωσαν, «μέσα σε 48 ώρες από την έναρξη της θεραπείας ο ασθενής παρουσίασε σημαντική βελτίωση όλων των εργαστηριακών παραμέτρων που ήταν μη φυσιολογικές, γεγονός που οδήγησε σε ταχεία υποχώρηση της υπερφλεγμονώδους αντίδρασης η οποία συνδέεται με την COVID-19». Η βελτίωση των εργαστηριακών παραμέτρων συνδυάστηκε και με βελτίωση της αναπνευστικής λειτουργίας, με αποτέλεσμα ο ασθενής να χρειάζεται σταδιακά ολοένα και λιγότερη υποστήριξη της αναπνοής και τελικώς να αναπνέει αυτόνομα έπειτα από περίπου 14 ημέρες λήψης του φαρμάκου. Κατά τους ειδικούς, τα αποτελέσματα αυτά μαρτυρούν ότι «η αναστολή της C3 έχει σημαντική προοπτική ως μια νέα αντιφλεγμονώδης θεραπευτική προσέγγιση ενάντια στην COVID-19 και ανοίγει τον δρόμο για συστηματικές κλινικές μελέτες». Οι γιατροί του San Raffaele πρόσθεσαν σε συνεντεύξεις τους σε ιταλικά ΜΜΕ ότι η C3 φαίνεται να αποτελεί τον «διακόπτη» που ρυθμίζει όλο το «φλεγμονώδες ντόμινο» το οποίο εμφανίζεται σε ασθενείς με σοβαρή νόσο COVID-19 και για αυτόν τον λόγο αποφάσισαν να στοχεύσουν αυτήν και όχι κάποιες κυτταροκίνες που βρίσκονται πιο χαμηλά στην κλίμακα της φλεγμονώδους διαδικασίας. «Αν στοχεύαμε για παράδειγμα την ιντερλευκίνη 1 (ΙL1), θα κλείναμε μόνο τον διακόπτη της φλεγμονής που ενορχηστρώνει η συγκεκριμένη ιντερλευκίνη∙ το ίδιο θα συνέβαινε αν στοχεύαμε και την ιντερλευκίνη 6 (ΙL6). Mε τον αναστολέα του συμπληρώματος επιτυγχάνουμε μεγαλύτερο θεραπευτικό αποτέλεσμα καθώς στοχεύουμε στη «ρίζα» της φλεγμονής, ενώ παράλληλα αναστέλλουμε και ευρύτερες δράσεις του συμπληρώματος, όπως τη συμβολή του στη θρόμβωση».

Εγκριση-ορόσημο

Εξίσου καλά ήταν τα αποτελέσματα και στους δύο άλλους ασθενείς με βαριά νόσο που έλαβαν τη θεραπεία στο San Raffaele. Επρόκειτο για έναν 60χρονο άνδρα με χρόνια υπέρταση, καθώς και έναν 61χρονο άνδρα επίσης με χρόνια υπέρταση, στους οποίους χορηγήθηκε το ΑΜΥ-101 για 12 και 9 ημέρες αντίστοιχα, οδηγώντας σε ταχύτατη βελτίωση των δεικτών φλεγμονής στο αίμα και σε πλήρη αποκατάσταση της αναπνευστικής λειτουργίας μέσα σε λίγες ημέρες από την έναρξη της θεραπείας. Μετά τα πολύ καλά αυτά πρώτα νέα που προέκυψαν από τη χρήση του φαρμάκου στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου παρηγορητικής χορήγησης, αναμένεται πιθανότατα να διεξαχθεί κανονική κλινική δοκιμή, η οποία θα συμπεριλάβει περισσότερα άτομα, λέει η δρ Γιαγκοπούλου. «Ο αρχικός σχεδιασμός αφορούσε 10 άτομα στο πλαίσιο της παρηγορητικής χορήγησης. Ωστόσο τώρα, μετά τα τόσο ενθαρρυντικά ευρήματα από τους πρώτους ασθενείς, πιθανότατα θα περάσουμε και σε κανονική κλινική δοκιμή στην Ιταλία». Σημειώνεται ότι σύντομα αναμένεται να ξεκινήσει δοκιμή του ΑΜΥ-101 και στη Γερμανία από ειδικούς του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Ουλμ.

Το ΑΜΥ-101 έχει όμως πλέον ρίξει «πλώρη» και για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, καθώς αναμένεται να δοκιμαστεί σύντομα σε ασθενείς με COVID-19 στις ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, πριν από μερικές ημέρες η Αμύντας έλαβε το «πράσινο φως» από τον FDA – και μάλιστα με διαδικασία κατεπείγοντος – για διεξαγωγή τυχαιοποιημένης κλινικής δοκιμής φάσης ΙΙ του φαρμάκου της σε ασθενείς που νοσηλεύονται με οξεία αναπνευστική δυσχέρεια εξαιτίας του νέου κορωνοϊού. Οπως τονίζει ο κ. Λάμπρης, η έγκριση αυτή αποτελεί «ορόσημο». «Η έγκριση για κλινική δοκιμή του ΑΜΥ-101 από τον FDA είναι ιστορική για την ελληνική φαρμακοβιομηχανία αλλά και για τη χώρα μας. Και ελπίζουμε ότι θα αποδειχθεί ιστορική κυρίως για τους ασθενείς με COVID-19 αν χάρη στη νέα θεραπεία μπορέσουν να πολεμήσουν καλύτερα τις επιπλοκές της νόσου. Υποβάλαμε ένα πολύ καλά σχεδιασμένο πρωτόκολλο το οποίο, αν οι δοκιμές στεφθούν με επιτυχία, θα μπορεί να οδηγήσει στην έγκριση του φαρμάκου στις ΗΠΑ».

Δοκιμή του ΑΜΥ-101 στις αρχές Ιουλίου

Η δρ Γιαγκοπούλου περιγράφει ότι η δοκιμή ΑΜΥ-101_SAVE πρόκειται να ξεκινήσει στις αρχές Ιουλίου στο διακεκριμένο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. «Θα περιλαμβάνει 144 ασθενείς COVID-19 με σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας. Οι μισοί ασθενείς θα λάβουν το ΑΜΥ-101 και οι υπόλοιποι εικονικό φάρμακο, σε συνδυασμό πάντα με τη συμβατική αγωγή, η οποία χορηγείται σε νοσηλευομένους με τον νέο κορωνοϊό που αντιμετωπίζουν σοβαρές επιπλοκές».

Οπως διαβάσατε, το φάρμακο αφορά ασθενείς με COVID-19 των οποίων η ζωή κρέμεται από μια κλωστή εξαιτίας της πολύ σοβαρής αναπνευστικής δυσχέρειας που έχουν εμφανίσει. Ωστόσο, όπως εξηγεί ο κ. Λάμπρης, υπάρχουν φάσεις στη φλεγμονώδη διαδικασία που οδηγεί σε αναπνευστική δυσχέρεια και έτσι όσο νωρίτερα γίνει η χορήγηση κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, τόσο το καλύτερο για την πορεία του ασθενούς. «Θεωρητικώς, αν το φάρμακο λάβει έγκριση, θα μπορούσε να δοκιμαστεί και σε πιο πρώιμα στάδια της νόσου. Είναι σημαντικό ότι μέχρι στιγμής δεν έχει συνδεθεί με παρενέργειες – και αυτό διότι, μεταξύ άλλων, δεν χορηγείται για πολύ μεγάλο διάστημα. Το ΑΜΥ-101 χορηγείται σε ενέσιμη μορφή – πρόκειται άλλωστε για την πιο κατάλληλη μορφή χορήγησης σε ό,τι αφορά βαριά ασθενείς που νοσηλεύονται σε ΜΕΘ -, ωστόσο διεξάγονται έρευνες ώστε να καταστεί κάποια στιγμή δυνατή και η από του στόματος λήψη του».

Κλείνοντας η δρ Γιαγκοπούλου θέλει να υπογραμμίσει ότι το «ταξίδι» του ΑΜΥ-101 προς την… Ιθάκη, που στην περίπτωσή μας δεν είναι άλλη από τον κάθε βαριά ασθενή με COVID-19, δεν θα μπορούσε να καταστεί δυνατό χωρίς τη δύναμη της διεθνούς ομάδας ερευνητών η οποία βρίσκεται πίσω από τη σύλληψη και τον σχεδιασμό των δοκιμών του φαρμάκου. «Περί τους δέκα επιστήμονες από όλον τον κόσμο κινητοποιηθήκαμε άμεσα θεωρώντας ότι το συμπλήρωμα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση επιπλοκών του COVID-19. H ομάδα που συντονίζεται από την Ελλάδα συγκροτήθηκε στα μέσα Μαρτίου με στόχο να προσφέρει όσο πιο πολλά μπορεί απέναντι στην πρωτοφανή αυτή υγειονομική κρίση και μέσα σε μόλις μια εβδομάδα κατάφερε να διαμορφώσει το πρωτόκολλο παρηγορητικής χορήγησης με το οποίο ξεκινήσαμε στην Ιταλία και αποτέλεσε τη βάση επάνω στην οποία σχεδιάστηκε το ολοκληρωμένο πλέον πρωτόκολλο της τυχαιοποιημένης κλινικής δοκιμής που εγκρίθηκε από τον FDA και θα τρέξει στις ΗΠΑ. Ευελπιστούμε να εντάξουμε και ελληνικά κέντρα στις κλινικές δοκιμές μας». Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι το «η ισχύς εν τη ενώσει» αποτελεί το καλύτερο… φάρμακο για την επιστημονική πρόοδο. Και μακάρι αυτή η πρόοδος να οδηγήσει το συντομότερο δυνατόν σε μια αποτελεσματική θεραπεία ενάντια στον νέο κορωνοϊό με υπογραφή ελληνική.

Η «πηγή» του «φλεγμονώδους καταρράκτη»

Πολλή συζήτηση γίνεται τις τελευταίες ημέρες σχετικά με το αν η καταιγίδα των κυτταροκινών είναι η κατ’ εξοχήν υπαίτια για την επιδείνωση των ασθενών με COVID-19. Μάλιστα, πολλές μελέτες έχουν επικεντρωθεί στον ρόλο συγκεκριμένων κυτταροκινών στην παθογένεια της νόσου COVID-19, αξιολογώντας μάλιστα σε κλινικά πρωτόκολλα τη θεραπευτική δυναμική εγκεκριμένων ή πειραματικών φαρμάκων που αναστέλλουν εκλεκτικά τη δράση τους.

Οπως εξηγεί στο «Βήμα» ο βιολόγος – ερευνητής Α’ στο Εθνικό Κέντρο Ερευνας Φυσικών Επιστημών (ΕΚΕΦΕ) «Δημόκριτος» Δημήτριος Μαστέλλος, ο οποίος συμμετείχε στον σχεδιασμό της κλινικής μελέτης του ΑΜΥ-101, «ο ρόλος της “καταιγίδας κυτταροκινών” στην επιδείνωση των ασθενών COVID-19 βρίσκεται υπό διερεύνηση από μελέτες μεγάλης κλίμακας σε διεθνές επίπεδο. Εκείνο που συζητείται είναι το ποια κυτταροκίνη έχει τον προεξάρχοντα ρόλο. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που εμείς στοχεύουμε, το συμπλήρωμα, βρίσκεται πολύ πιο ψηλά στον “φλεγμονώδη καταρράκτη” από την οποιαδήποτε κυτταροκίνη. Το συμπλήρωμα μπορεί να συμβάλει πολλαπλώς στη νόσο επιτείνοντας τη φλεγμονώδη βλάβη τόσο στους πνεύμονες όσο και στα άλλα όργανα, αλλά και στα αγγεία, οδηγώντας σε θρόμβωση. Και αυτό διότι το σύστημα του συμπληρώματος μπορεί από μόνο του να κινητοποιήσει όλα τα κύτταρα της φυσικής ανοσίας τα οποία μετακινούνται από την κυκλοφορία του αίματος προς τους πνεύμονες και τα άλλα όργανα και οδηγούν σε οίδημα, σε καταστροφή του επιθηλίου των πνευμόνων και σε οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια. Ο άκρως σημαντικός παρεμβατικός ρόλος του συμπληρώματος λαμβάνει χώρα ανεξαρτήτως κυτταροκινών». Ο δρ Μαστέλλος συμπληρώνει ότι, με βάση τον ζωτικής σημασίας ρόλο του συμπληρώματος στη φλεγμονώδη διαδικασία, η φαρμακολογική στόχευσή του «μπορεί να έχει ευρύτατο θεραπευτικό αποτελέσμα ενάντια στη νόσο COVID-19. Και αυτό διότι το συμπλήρωμα βρίσκεται πολύ πιο πάνω στο μονοπάτι της φλεγμονώδους αντίδρασης σε σύγκριση με τις κυτταροκίνες που αποτελούν αυτή τη στιγμή στόχο πολλών εταιρειών και πρωτοκόλλων δοκιμών».

Crash test μεταξύ των θεραπειών του συμπληρώματος

Στο κυνήγι των θεραπειών του συμπληρώματος έχουν ριχτεί αρκετές εταιρείες. Μάλιστα αναστολείς μιας άλλης πρωτεΐνης του συστήματος του συμπληρώματος, της C5, χρησιμοποιούνται στην κλινική πράξη εδώ και περίπου 15 χρόνια. Θα μπορούσε λοιπόν ένας αναστολέας της C5 να είναι εξίσου αποτελεσματικός με έναν αναστολέα της C3; Οπως απαντά ο κ. Λάμπρης, «η αναστολή της C5 μπορεί να είναι ελλιπής και να μην ασκεί επαρκή προστατευτική δράση σε περιπτώσεις έντονης ενεργοποίησης του συμπληρώματος, όπως συχνά συμβαίνει σε λοιμώξεις. Επίσης, τα φάρμακα που στοχεύουν τη C5 δεν παρέχουν αποτελεσματική κάλυψη για άλλα μόρια του συμπληρώματος που ενεργοποιούνται ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης πρωτεΐνης. Φάρμακα που στοχεύουν την κεντρική πρωτεΐνη C3 μπορούν να παρέχουν ευρύτερη θεραπευτική κάλυψη αναστέλλοντας την ενεργοποίηση όλων των οδών του συμπληρώματος και παρεμποδίζοντας την παραγωγή μορίων που συμβάλλουν σε πληθώρα φλεγμονωδών αντιδράσεων. Στην περίπτωση της νόσου COVID-19, εκτιμάται ότι ο αναστολέας της C3, AMY-101, μπορεί να έχει ευρύτερο θεραπευτικό αποτέλεσμα από άλλους αναστολείς στοχεύοντας την κεντρική πρωτεΐνη C3 και ταυτόχρονα όλες τις οδούς ενεργοποίησης».

Η φαρμακευτική εταιρεία Apellis έχει ήδη προωθήσει έναν αναστολέα C3 (προηγούμενης γενιάς αναστολέα της C3, η τεχνολογία του οποίου «γεννήθηκε» στο εργαστήριο του κ. Λάμπρη) σε κλινικές δοκιμές φάσης III, με χρόνια χορήγηση του φαρμάκου σε ασθενείς με την αιμολυτική νόσο PNH. Η Apellis έχει ξεκινήσει στις ΗΠΑ και κλινική δοκιμή φάσης Ι και ΙΙ του ίδιου αναστολέα C3 σε ασθενείς COVID-19 με οξεία αναπνευστική δυσχέρεια. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Λάμπρη, η δοκιμή αυτή αφορά πρωτίστως την ασφάλεια του φαρμάκου και όχι την αποτελεσματικότητά του, όπως συμβαίνει με τη δοκιμή του φαρμάκου της Αμύντας. Κοινώς το AMY-101 φαίνεται να προηγείται στην κούρσα που οδηγεί προς την έγκριση. Οψόμεθα…

ΕΙΠΑΝ

Μιλούν οι υπεύθυνοι των κλινικών δοκιμών

-Καθηγητής Αντόνιο Ριζιτάνο, διευθυντής του Προγράμματος Μεταμόσχευσης Μυελού των Οστών στο Πανεπιστήμιο Federico II της Νάπολι στην Ιταλία

«Τα άτομα που έλαβαν το ΑΜΥ-101 στο πλαίσιο προγράμματος παρηγορητικής χορήγησης στην Ιταλία εμφάνισαν σημαντική κλινική βελτίωση, η οποία δείχνει ότι η αναστολή της πρωτεΐνης C3 μπορεί να έχει πολλαπλά οφέλη για τους ασθενείς με COVID-19. Συγκεκριμένα, η ταχεία επαναφορά των βιοδεικτών φλεγμονής σε φυσιολογικά επίπεδα – εντός 48 ωρών – συνοδεύτηκε από επιτυχή υποχώρηση του συνδρόμου οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να μη χρειάζονται υποστήριξη με οξυγόνο ύστερα από λίγες ημέρες. Μέχρι πρόσφατα η εφαρμογή της αναστολής του συμπληρώματος στην κλινική πράξη επικεντρωνόταν στη θεραπεία σπάνιων νόσων και βασιζόταν στην αναστολή της πρωτεΐνης C5, η οποία όμως δεν είναι αρκετή για την αντιμετώπιση όλων των ασθενειών στις οποίες εμπλέκεται το συμπλήρωμα. Η αναστολή στο επίπεδο της πρωτεΐνης C3 αναδύεται τώρα ως μια ευρύτερη θεραπευτική επιλογή, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της απόκρισης των ασθενών σε ό,τι αφορά αρκετές διαφορετικές νόσους που συνδέονται με το συμπλήρωμα και αυτή τη στιγμή δεν αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά, συμπεριλαμβανομένων των εν δυνάμει απειλητικών για τη ζωή επιπλοκών της COVID-19».

-Καθηγητής Φάμπιο Τσιτσέρι, επικεφαλής ερευνητής του Προγράμματος Παρηγορητικής Χορήγησης του ΑΜΥ-101 και αναπληρωτής επιστημονικός διευθυντής του Νοσοκομείου San Raffaele στο Μιλάνο

«Είμαστε ενθουσιασμένοι με αυτά τα υποσχόμενα κλινικά ευρήματα και την προοπτική εφαρμογής μιας θεραπείας η οποία μπορεί να καταστείλει σε μεγάλο εύρος την καταιγίδα κυτταροκινών στους ασθενείς με COVID-19 που εμφανίζουν σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας και νοσούν βαριά. Η απόκριση των ασθενών στο ΑΜΥ-101 είναι εντυπωσιακή και πρόκειται για την ταχύτερη απόκριση που έχουμε δει σε σύγκριση με άλλες πειραματικές θεραπείες που δοκιμάζονται στο νοσοκομείο μας για την COVID-19, όπως για παράδειγμα τα αντισώματα που στοχεύουν κυτταροκίνες».

-Καθηγητής Μάρκους Χούμπερ-Λανγκ, διευθυντής του Ινστιτούτου Κλινικής και Πειραματικής Ανοσολογίας Τραύματος στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Ουλμ στη Γερμανία

«Η έγκριση για δοκιμή του αναστολέα της πρωτεΐνης C3 ΑΜΥ-101 σε ασθενείς με COVID-19 αποτελεί ορόσημο για την κλινική ανάπτυξη θεραπειών αναστολής της C3 και μια μεγάλη ελπίδα τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους κλινικούς γιατρούς. Η επιτυχημένη κλινική αξιολόγηση του ΑΜΥ-101 στη νόσο COVID-19 μπορεί να αποτελέσει σημείο εκκίνησης για τη δοκιμή των αναστολέων της C3 σε ένα ευρύ φάσμα ενδείξεων, συμπεριλαμβανομένων της υπερφλεγμονώδους αντίδρασης που εμφανίζεται σε πολλές νόσους, της θρόμβωσης και των δυσλειτουργιών πολλών και διαφορετικών οργάνων».

-Καθηγηγής Σάντερ Κόνολι, αναπληρωτής πρόεδρος του Τμήματος Νευρο-χειρουργικής και διευθυντής της Νευρολογικής Μονάδας Εντατικής Θεραπείας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια στις ΗΠΑ

«Η έγκριση δοκιμής του ΑΜΥ-101 στις ΗΠΑ ανοίγει τον δρόμο για την αξιολόγηση των αναστολέων της C3 ως μια ευρείας αντιφλεγμονώδους παρέμβασης σε ασθενείς με COVID-19. Αν το ΑΜΥ-101 αποδειχθεί επιτυχημένο ενάντια στην COVID-19, τότε σίγουρα θα ακολουθήσει η κλινική αξιολόγησή του ως θεραπευτικής επιλογής και για άλλες κλινικές ενδείξεις όπου υπάρχει σημαντική εμπλοκή του συμπληρώματος, όπως τα ισχαιμικά εγκεφαλικά επεισόδια».


Πηγή: tovima.gr