Πολλοί άνθρωποι ζητούν τον έρωτα όσο τίποτα άλλο και κάνουν αδιανόητες θυσίες για αυτόν, κάτι που μπορεί να οδηγήσει από μια κατάσταση έκστασης μέχρι την απόλυτη απελπισία. Αλλά τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι μας όταν ερωτευόμαστε; Η Αμερικανίδα ανθρωπολόγος Helen Fisher περιγράφει την εμμονική προσκόλληση που βιώνουμε στον έρωτα, σαν μία κατάσταση κατά την οποία «κάποιος κατασκηνώνει ξαφνικά στο κεφάλι μας».

Σε ένα πρωτοποριακό πείραμα, η Fisher και οι συνεργάτες της στο Πανεπιστήμιο Stony Brook της Νέας Υόρκης έβαλαν 37 ανθρώπους που ήταν ερωτευμένοι σε έναν σαρωτή μαγνητικής τομογραφίας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ρομαντική αγάπη προκαλεί έντονη δραστηριότητα σε περιοχές του εγκεφάλου που έχουν ντοπαμίνη, την χημική ουσία του εγκεφάλου που μας κάνει να αισθανόμαστε καλά. «Ειδικότερα, επηρεάζει μέρος του εγκεφάλου συνδέεται με την επιθυμία, τα κίνητρα, την συγκέντρωση και την λαχτάρα», δήλωσε η Fisher σε μια συζήτηση το 2014 σχετικά με το θέμα, ενώ πρόσθεσε ότι παρόμοιες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται κατά τη διάρκεια της ευφορίας που νιώθει κάποιος μετά την χρήση κοκαΐνης.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων σταδίων του έρωτα, ο συναισθηματικός ενθουσιασμός αυξάνει τα επίπεδα κορτιζόλης του σώματος, προκαλώντας χτυποκάρδια στην καρδιά, πεταλούδες στο στομάχι μας και εφίδρωση από το άγχος. Άλλες χημικές ουσίες που σχετίζονται είναι η ωκυτοκίνη, η οποία κάνει πιο έντονα τα συναισθήματα της προσκόλλησης και η βασοπρεσίνη, η οποία έχει συνδεθεί με το αίσθημα εμπιστοσύνης, την ενσυναίσθηση και τη σεξουαλική μονογαμία.

Μάλιστα οι έρευνες έχουν δείξει ότι η καρδιά επηρεάζει τον τρόπο που βιώνουμε τα συναίσθημα. Ο εγκέφαλος και η καρδιά μας είναι γνωστό ότι βρίσκονται σε στενή επικοινωνία. Όταν αντιμετωπίζουμε μια απειλή ή όταν εντοπίζουμε το άτομο που μας ενδιαφέρει σε ένα δωμάτιο, η καρδιά μας αρχίζει να χτυπά δυνατά. Αλλά πρόσφατα, οι επιστήμονες έδειξαν ότι το feedback που δίνει η καρδιά στον εγκέφαλο επηρεάζει επίσης και αυτό που νιώθουμε, σύμφωνα με τον Guardian.

Μια μελέτη, με επικεφαλής τον καθηγητή Sarah Garfinkel του Πανεπιστημίου του Sussex, έδειξε ότι η ερωτική διέγερση στην καρδιά μπορεί να εντείνει τα συναισθήματα του φόβου και του άγχους. Σε αυτή τη μελέτη, ζητήθηκε από τους ανθρώπους να εντοπίσουν τρομακτικές ή ουδέτερες εικόνες, την ώρα που κατέγραφαν τους παλμούς τους. Η Garfinkel διαπίστωσε ότι αντέδρασαν ταχύτερα στις τρομακτικές εικόνες, σε σύγκριση με τις ουδέτερες. Αυτό  υποδηλώνει ότι τα ηλεκτρικά σήματα από τα αιμοφόρα αγγεία γύρω από την καρδιά τροφοδοτούν τις περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη συναισθηματική επεξεργασία, επηρεάζοντας τα συναισθήματα μας. Άλλες έρευνες έχουν δείξει επίσης ότι τα ζευγάρια έχουν την τάση να συγχρονίζουν τους καρδιακούς τους παλμούς και την αναπνοή τους.

Γιατί «τρελαινόμαστε» από έρωτα;

«Ο έρωτας είναι απλώς μια τρέλα» είχε γράψει ο Σαίξπηρ. Και οι επιστήμονες με την σειρά τους έρχονται τώρα να δείξουν γιατί ο έρωτας μας οδηγεί πολλές φορές σε ασυνήθιστες συμπεριφορές.

Η Donatella Marazziti, καθηγήτρια ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, μετά από έρευνα έδειξε ότι τα άτομα με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή έχουν, κατά μέσο όρο, χαμηλότερα επίπεδα σεροτονίνης στο αίμα τους. Αναρωτιόταν αν μια παρόμοια ανισορροπία θα μπορούσε να συμβαίνει και με τους ερωτευμένους.

Στην έρευνα συμμετείχαν άτομα με OCD, κάποιοι υγιείς και 20 ερωτευμένοι που είχαν ξεκινήσει μια σχέση μέσα στους προηγούμενους έξι μήνες. Τόσο η ομάδα με τα άτομα που έπασχαν από OCD όσο και οι ερωτευμένοι εθελοντές είχαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα σεροτονίνης και οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι «ο έρωτας κυριολεκτικά προκαλεί μια κατάσταση που δεν είναι φυσιολογική». Όταν η ομάδα «ερωτευμένων» παρακολουθήθηκε έξι μήνες αργότερα, τα περισσότερα από τα επίπεδα σεροτονίνης τους είχαν επιστρέψει στο φυσιολογικό.

Μια ξεχωριστή μελέτη διαπίστωσε ότι οι ερωτευμένοι άνθρωποι έχουν πολύ χαμηλότερη δραστηριότητα στον μετωπιαίο φλοιό τους - μια περιοχή του εγκεφάλου που είναι σημαντική για τη λογική και την κρίση - όταν σκέφτονταν τον αγαπημένο τους. Οι επιστήμονες έχουν σκεφτεί έναν λόγο για το οποίο που συμβαίνει αυτό και του έδωσαν την ονομασία «beer goggles», κάτι που φαίνεται ότι αναστέλλει τον λόγο και συνεπώς κάνει την αναπαραγωγή πιο πιθανή.

Οι άνθρωποι εκπέμπουν φερομόνες;

Οι φερομόνες είναι «χημικά σήματα» που χρησιμοποιούνται για να επικοινωνούν και να μεταβάλλουν τη συμπεριφορά των άλλων. Η πρώτη φερομόνη που ανακαλύφθηκε, στη δεκαετία του 1950, ήταν μια ουσία που ονομάζεται bombykol και τη χρησιμοποιούσαν οι θηλυκοί μεταξοσκώληκες για να προσελκύσουν τα αρσενικά. Από τότε και μετά, οι ερευνητές προσπαθούν να ανακαλύψουν αν μια τέτοια αντίστοιχη ουσία υπάρχει και στους ανθρώπους.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν ακόμη πειστικές αποδείξεις για αυτές τις χημικές ουσίες σε άνδρες και γυναίκες. Ο ισχυρότερος «υποψήφιος» μέχρι σήμερα για μια ανθρώπινη φερομόνη είναι μια χημική ουσία που εκκρίνεται από τους αδένες στις θηλές των γυναικών που θηλάζουν. Όταν αυτή μεταφέρεται στη μύτη των μωρών που κοιμούνται στην αγκαλά της μαμάς τους, δίνει την εντολή να ανταποκριθούν και να θηλάσουν.

Πόσο συνηθισμένη είναι η απιστία;

Μπορεί η απιστία να κατακρίνεται ευρέως, αλλά δεν είναι τόσο ασυνήθιστη. Σύμφωνα με τη Γενική Κοινωνική Έρευνα του Πανεπιστημίου του Σικάγου, οι άντρες είναι κατά μέσο όρο πιο πιθανό από ό, τι οι γυναίκες να είναι άπιστοι - το 20% των ανδρών και το 13% των γυναικών ανέφεραν ότι έχουν έρθει σε επαφή με κάποιον άλλο ενώ ήταν παντρεμένοι.

Ωστόσο, οι αριθμοί αλλάζουν στις διάφορες ηλικιακές ομάδες. Οι νεαρές γυναίκες (18-29 ετών) ήταν οριακά πιο πιθανό (11% έναντι 10%) να  απατήσουν, ενώ αντίθετα στην ηλικία των 80 και πάνω το 24% των ανδρών και μόλις το 6% των γυναικών δήλωσαν ότι ήταν άπιστοι.

Πρόσφατα οι επιστήμονες απέδειξαν ότι μερικοί άνθρωποι μπορεί να έχουν γενετική προδιάθεση να είναι άπιστοι. Μία φιλανδική μελέτη σε περίπου 7.400 δίδυμους και στα αδέρφια τους έδειξε ότι υπάρχει σημαντική σχέση μεταξύ του γονιδίου της βασοπρεσίνης και της απιστίας στις γυναίκες. Παράλληλα μια άλλη μελέτη, από επιστήμονες του Ινστιτούτου Kinsey, στην Ιντιάνα, έδειξε ότι ορισμένες παραλλαγές του γονιδίου για τον υποδοχέα ντοπαμίνης ήταν πιο πιθανό να κάνει άπιστους τους ανθρώπους κατ΄ εξακολούθηση.

Μάρθα Κίσκιλα
 

Πηγή


Πηγή: pancreta.gr