Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα αποτελούν μια ομάδα λοιμωδών νόσων με διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισης παγκοσμίως, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης. Η έξαρση που καταγράφεται στα συγκεκριμένα λοιμώδη νοσήματα αποτελεί, κατά τους ειδικούς, απόδειξη τόσο της συχνής εναλλαγής των ερωτικών συντρόφων όσο και της σεξουαλικής δραστηριότητας χωρίς προφυλάξεις. Τα νοσήματα που μεταδίδονται κυρίως με τη σεξουαλική επαφή περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη σύφιλη, τις  χλαμυδιακές λοιμώξεις,  τον έρπητα των γεννητικών οργάνων, τις λοιμώξεις από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων, τις ηπατίτιδες και την ιδιαίτερα σημαντική HIV λοίμωξη. Η ενημέρωση ιδίως των εφήβων και των νέων σε ό,τι αφορά τους κινδύνους από την εμφάνιση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων όσο και ο τακτικός προληπτικός  έλεγχος για την τυχόν μόλυνση του οργανισμού με κάποιο ιογενές νόσημα είναι κάτι περισσότερο από επιτακτική.

Ο ιός HIV

O HIV (Human Immunodeficiency Virus) είναι ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας που προκαλεί το AIDS (Σύνδροµο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας). Ο HIV προσβάλει το ανοσοποιητικό σύστηµα του ανθρώπου, δηλαδή το σύστηµα που εξασφαλίζει ότι ο οργανισµός αναπτύσσει τις απαραίτητες άµυνες ενάντια στους διάφορους ιούς που επιτίθενται στον οργανισµό και τον εξασθενούν. Όσοι διαγιγνώσκονται  µε HIV λοίµωξη λέγονται οροθετικοί (στον HIV). Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν αρρωστήσει µε AIDS και µπορεί να µην αρρωστήσουν ποτέ. Στις περισσότερες περιπτώσεις βρίσκονται υπό αντιρετροϊκή αγωγή για να κρατούν τον ιό HIV σε µη ανιχνεύσιµες τιµές (υπό καταστολή) στον οργανισµό τους. Το AIDS παίρνει καιρό για να αναπτυχθεί από την στιγμή που το άτομο μολυνθεί με HIV, συνήθως 2 έως 10 χρόνια ή και περισσότερο.

Πώς κολλάει ο HIV;

Ο HIV μεταδίδεται από ένα οροθετικό άτομο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής (κολπικής ή πρωκτικής ή στοματικής χωρίς τη χρήση προφυλακτικού ) ή μέσω ενός κατεστραμμένου ιστού ή με μια σύριγγα (πχ κοινή χρήση βελόνας για ενδοφλέβια ναρκωτικά) ή από τη μητέρα προς το έμβρυο ή με μετάγγιση μολυσμένου αίματος.

Η εξάπλωση του ιού HIV στην Ελλάδα

Σύμφωνα με το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ), έχουν διαγνωστεί μέχρι σήμερα πάνω από 15.000 άτομα με τον ιό HIV στην Ελλάδα. Όμως το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων εκτιμά ότι αυτός ο αριθμός αντιπροσωπεύει μόνο το 75% όσων πραγματικά έχουν μολυνθεί με τον ιό HIV διότι το υπόλοιπο 25% δεν έχει κάνει ποτέ εξέταση αίματος για HIV.

Η εξέταση για HIV

Οι γενικές εξετάσεις αίματος δεν ανιχνεύουν τον ιό HIV ή τα αντισώματά του -  απαιτείται μια ειδική εξέταση για να διαπιστωθεί αν κάποιος έχει μολυνθεί. Το πιο αξιόπιστο είδος εξέτασης για HIV είναι το νεότερο 4ης γενιάς test αίματος αντισωμάτων/αντιγόνου.

Ποιοι πρέπει να ελέγχονται για HIV

 Σύμφωνα με το Kέντρο Πρόληψης Νοσημάτων ( CDC) των Ηνωμένων Πολιτειών,  όλα τα άτομα ηλικίας από 13 ετών ως 64 ετών πρέπει να να εξετασθούν για τον ιό  HIV, τουλάχιστον μια φορά, ασχέτως πιθανού κινδύνου. Ο έλεγχος επιβάλλεται στην περίπτωση που κάποιος  είναι σεξουαλικά ενεργός, κυρίως με 3 ή περισσότερους ερωτικούς συντρόφους τους τελευταίους 12 μήνες, είχε σεξουαλική επαφή χωρίς προφυλάξεις με κάποιον που είναι θετικός στον ιό HIV ή με κάποιον του οποίου δεν γνώριζε την κατάσταση της υγείας του σχετικά με τον ιό HIV status. Επίσης, πρέπει να ελέγχεται όποιος έχει μοιραστεί σύριγγες για χρήση ναρκωτικών (συμπεριλαμβανομένων των στεροειδών ορμονών) ή χρησιμοποίησε  μη αποστειρωμένο εξοπλισμό για τρύπημα αυτιών και τατουάζ. Ομοίως όποιος εργάζεται σε τομέα υγείας και  είχε ατύχημα, όπως η άμεση έκθεση σε αίμα ή τρύπημα από βελόνα ή άλλα δυνητικά μολυσμένα αντικείμενα, οι γυναίκες που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη (εξετάζονται πριν από την κύηση), οι εκδιδόμενες, οι ομοφυλόφιλοι ή αμφιφυλόφιλοι άνδρες με σεξουαλική δραστηριότητα και τέλος όσοι έχουν διαγνωστεί με κάποιο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, όπως η σύφιλη ή με ηπατίτιδα ή φυματίωση.

Ο ιός της ηπατίτιδας Β

Η ηπατίτιδα Β (hepatitis Β) είναι μια δυνητικά επικίνδυνη ασθένεια που προκαλείται από τον ιό Β της ηπατίτιδας (HBV) ο οποίος προσβάλλει το ήπαρ (συκώτι).  Η ηπατίτιδα Β παρουσιάζει διακυμάνσεις όσον αφορά τη σοβαρότητά της, από την ήπια μορφή που διαρκεί λίγες ημέρες (ονομάζεται οξεία φάση) έως τη σοβαρή μακρόχρονη μορφή (που ονομάζεται χρόνια φάση).

Ορισμένες φορές ένα άτομο με ηπατίτιδα Β μπορεί να μην έχει απολύτως κανένα σύμπτωμα. 

Όταν κάποιος μολυνθεί από τον ιό της ηπατίτιδας Β, ανιχνεύεται στο αίμα του ένα τμήμα του ιού, που λέγεται αυστραλιανό αντιγόνο (αντιγόνο επιφανείας). Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 80% αυτών που μολύνονται, αυτοθεραπεύονται χωρίς ιατρική παρέμβαση. Σε αυτή την περίπτωση δεν ανιχνεύεται πλέον το αυστραλιανό αντιγόνο και ο ασθενής δεν μεταδίδει τη νόσο. Ωστόσο ανιχνεύονται αντισώματα στο αίμα, που εξασφαλίζουν ανοσία απέναντι στη νόσο, δηλαδή ο ασθενής πλέον είναι προστατευμένος και δεν υπάρχει περίπτωση να νοσήσει ξανά από ηπατίτιδα Β. Σε ποσοστό περίπου 20% όσων έχουν μολυνθεί, το αυστραλιανό αντιγόνο παραμένει στο αίμα, ενώ τα αντισώματα δεν αναπτύσσονται και τότε ο ασθενής πάσχει από χρόνια ηπατίτιδα Β.

Στην Ελλάδα, υπάρχουν περίπου 200.000 άτομα, τα οποία είναι χρόνιοι φορείς της ηπατίτιδας Β.

Πώς μεταδίδεται ο ιός HBV

Όπως ακριβώς συμβαίνει με τον ιό HIV,  η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται όταν μολυσμένο από τον ιό αίμα, σπέρμα ή άλλο υγρό του σώματος (π.χ. κολπικές εκκρίσεις), εισέρχεται στο σώμα ενός ατόμου. Ωστόσο ο ιός της ηπατίτιδας Β είναι 50 – 100 φορές πιο μεταδοτικός από τον ιό του HIV.

Η εξέταση

Υπάρχουν πολλές ειδικές εξετάσεις που δείχνουν την ηπατίτιδα Β  π.χ.η εξέταση για το αυστραλιανό αντιγόνο HΒsAg  και πόσο σοβαρό είναι το πρόβλημα (οξεία ή χρόνια, απλός φορέας ή πάσχων από ενεργό ηπατίτιδα).

Ο ιός της ηπατίτιδας C

Η ηπατίτιδα C είναι μια σοβαρή ασθένεια που προκαλείται από τον ιό C της ηπατίτιδας (HCV) ο οποίος προσβάλλει το ήπαρ (συκώτι). Ο ιός της ηπατίτιδας C ανακαλύφθηκε το 1989 και αποτελεί, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους ιούς που προκαλούν ηπατίτιδες τον δυσκολότερο αντίπαλο για το ανοσοποιητικό σύστημα. Σήμερα δεν υπάρχει εμβόλιο για την ηπατίτιδα C, όπως υπάρχει για την ηπατίτιδα Α και την ηπατίτιδα Β.

Ο ιός HCV χαρακτηρίζεται ύπουλος από τους ειδικούς διότι δεν εμφανίζει πάντοτε συμπτώματα, γι’ αυτό και η διάγνωση γίνεται τις περισσότερες φορές τυχαία.

Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι περίπου 100.000 – 200.000 άνθρωποι, έχουν χρόνια λοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδας C. Τα τελευταία χρόνια καταγράφονται περίπου 10.000-11.000 νέα κρούσματα το χρόνο.

Η εξέταση ΑΝΤΙ –HCV ορού (HEP C ολικό αντίσωμα)

Η Anti-HCV εξέταση ανιχνεύει την παρουσία αντισωμάτων για τον ιό HCV που δείχνουν έκθεση στην Ηπατίτιδα C. Αυτές οι εξετάσεις δεν δείχνουν την ενεργό ιική λοίμωξη, αλλά μόνον την έκθεση στον ιό στο παρελθόν. Συνήθως το αποτέλεσμα της εξέτασης αναφέρεται ως θετικό ή αρνητικό. Άλλες πιο εξειδικευμένες εξετάσεις στη συνέχεια μπορούν να δείξουν την ενεργό λοίμωξη, το ιϊκό φορτίο, το είδος του γονότυπου και του ιού.

Η σύφιλη

Η σύφιλη είναι μία βακτηριακή μόλυνση που συνήθως μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή. Πριν… ορκιστείτε ότι η σύφιλη έχει εκλείψει στις μέρες μας και κατατάσσεται στα «ξεχασμένα νοσήματα», καλό είναι να θυμάστε  πως σε διεθνή κλίμακα διαπιστώνεται αύξηση των επιβεβαιωμένων περιστατικών σύφιλης.

Η νόσος εξελίσσεται σε στάδια και τα συμπτώματά της ποικίλλουν σε κάθε στάδιο. Υπάρχει επίσης πιθανότητα μόλυνσης χωρίς την εκδήλωση κανενός συμπτώματος για πολλά χρόνια.
Η αιτία της σύφιλης είναι το βακτήριο Treponema pallidum. Η πιο κοινή οδός μετάδοσης της νόσου είναι με την επαφή μιας βλάβης ενός ασθενούς. Το βακτήριο εισέρχεται στον οργανισμό μέσα από μικρές πληγές ή κοψίματα που υπάρχουν στο δέρμα ή τις βλεννόγονους μεμβράνες.

Η εξέταση

Η σύφιλη μπορεί να διαγνωστεί με την εξέταση δείγματος από το αίμα – αλλά και με εξέταση δείγματος από το υγρό στις πληγές καθώς και από το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Οι αιματολογικές εξετάσεις μπορούν να επιβεβαιώσουν την παρουσία των αντισωμάτων που παράγει ο οργανισμός για να καταπολεμήσει τη μόλυνση. Ο δερματολόγος-αφροδισιολόγος μπορεί να λάβει ένα μικρό κυτταρικό δείγμα από μία πληγή και να το στείλει για μικροσκοπική παρατήρηση. Η εξέταση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στο στάδιο της σύφιλης που οι πληγές είναι φανερές. Τέλος, εάν ο γιατρός υποπτεύεται επιπλοκές της σύφιλης στο νευρικό σύστημα, τότε μπορεί να συστήσει την ανάλυση δείγματος εγκεφαλονωτιαίου υγρού, το οποίο λαμβάνεται με οσφυϊκή παρακέντηση.


Πηγή: protothema