Μια νέα διεθνής έρευνα για τα τα μικροπλαστικά που περιέχονται στο εμφιαλωμένο νερό έρχεται με μάλλον ειρωνικά αποτελέσματα. Αυτό που πίνουμε μπορεί να είναι μολυσμένο. Ενδεχομένως και από τα ίδια τα μπουκάλια. 

Οι διαφημίσεις για το εμφιαλωμένο νερό συνηθίζουν να προκρίνουν τα ζητήματα της καθαρότητας και της υγείας. Πολλοί από τους καταναλωτές φαίνεται να πείθονται. Η παγκόσμια βιομηχανία κάνει τζίρο 119 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Ωστόσο, η έρευνα που έγινε από την παγκόσμια δημοσιογραφική οργάνωση Orb Media διαψεύδει ότι το εμφιαλωμένο νερό είναι τόσο υγιεινό όσο διαφημίζεται. 

Η έρευνα που είναι η πρώτη σου είδους σε παγκόσμιο επίπεδο κατέγραψε αποτελέσματα μετά την εξέταση εμφιαλωμένου νερού από τουλάχιστον 11 εμπορικά σήματα που αγοράστηκαν σε 19 τοποθεσίες σε εννέα χώρες σε όλο τον κόσμο. Μόλυνση από πλαστικό εντοπίστηκε στο 93% των δειγμάτων και μερικές φορές σε ακόμη μεγαλύτερες ποσότητες. 

Σε έναν κόσμο όπου, σύμφωνα με τον στατιστικό ιστότοπο Statista το 2017 καταναλώθηκαν 391 δισεκατομμύρια λίτρα εμφιαλωμένου νερού - ενώ το 2012 είχαν καταναλωθεί 288 δισεκατομμύρια λίτρα - η μελέτη θέτει το αμείλικτο ερώτημα: Είναι η κατανάλωση μικροπλαστικού ασφαλής; 

Είναι τα μικροπλαστικά επικίνδυνα; 

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι δύσκολη. Παρά το γεγονός ότι το μικροπλαστικό είναι παντού παρόν το περιβάλλον, οι τοξικολόγοι βρίσκονται ακόμη στα αρχικά στάδια της έρευνας αναφορικά με το αυτό συνιστά απειλή για την ανθρώπινη υγεία. 

«Δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσα από αυτά τα σωματίδια φτάνουν στην κυκλοφορία του αίματός μας», λέει ο Ρολφ Χάλντεν, διευθυντής του Κέντρου Περιβαλλοντικής Υγείας του Κρατικού Πανεπιστημίου της Αριζόνα. 

Πολλά από αυτά τα πλαστικά σωματίδια είναι πολύ μεγάλα για να διαπεράσουν τόσο βαθιά το σώμα μας. Αλλά αν μερικά είναι αρκετά μικρά ώστε να περάσουν από το έντερο, τότε «θα υπήρχαν ανησυχίες για προσβολή των ιστών αλλά και για το χημικό φορτίο που συνδέεται με το πλαστικό», σημειώνει ο Χάλντεν στη Deutsche Welle. 

Η Χέδερ Λέσλι, ειδική περιβαλλοντικής χημείας και τοξικολογίας από το Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ περιγράφει τα μικροπλαστικά ως έναν πολύ σημαντικό παράγοντα μόλυνσης. Τα παρομοιάζει σαν ένα πιάτο με σπαγκέτι, όπου τα πλαστικά είναι τα μακαρόνια και οι χημικές ουσίας η σάλτσα γύρω από αυτά. «Ανάλογα με τη συνταγή, μπορείτε να έχετε μερικά πλαστικά που είναι τοξικά. Στη πραγματικότητα πολλές ουσίες που προκαλούν ανησυχία συνδέονται με πλαστικά προϊόντα», τονίζει.

Σημειώνει πως ανησυχεί επίσης για την λεγόμενη τοξικότητα των σωματιδίων. «Εάν μικροσκοπικά σωματίδια, συμπεριλαμβανομένων των πλαστικών βρουν τον δρόμο προς έναν ιστό στο σώμα σας, μπορούν να προκαλέσουν αυτό που ονομάζεται οξειδωτικό στρες, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε χρόνια φλεγμονή κι αυτή με τη σειρά της να οδηγήσει στην εμφάνιση αρκετών χρόνιων παθήσεων».

Ο Άλμπερτ Μπράουνινγκ, ειδικός τοξικογένεσης στο Γερμανικό Ινστιτούτο Αξιολόγησης Κινδύνου (BfR), έχει αναλύσει την επίδραση των μικροπλαστικών σε ποντίκια. Αυτός και η ομάδα του τροφοδότησαν τα πειραματόζωα με τεράστιες δόσεις μικροπλαστικών για 28 ημέρες και στη συνέχεια άρχισαν να μελετούν τις επιδράσεις των σωματιδίων στους ιστούς των ποντικιών. 

«Όσο έχουμε προχωρήσει μέχρι στιγμής στην ανάλυση των δειγμάτων δεν έχουμε δει κάτι το δυσμενές», δηλώνει. Ωστόσο, τονίζει ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για να υπάρξουν συμπεράσματα για την «ανθρώπινη κατάσταση». Η Λέσλι από την πλευρά της υποστηρίζει ότι η συγκέντρωση ενός μεγάλου αριθμού αποδεικτικών στοιχείων θα είναι μια μακρά διαδικασία, όπως συνέβη με το κάπνισμα και την κλιματική αλλαγή. «Μερικές φορές χρειάζονται δεκαετίες για να καταλάβουμε τι συμβαίνει». 

Μικτά αποτελέσματα 

Την μελέτη της Orb επόπτευσε η Σέρι Μέισον, κορυφαία ερευνήτρια μικροπλαστικών από το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, η οποία υπήρξε στο παρελθόν επικεφαλής μιας άλλης έρευνας που αφορούσε τα μικροπλαστικά στο νερό της βρύσης. 

Η ερευνητική ομάδα έγχυσε σε περίπου 250 μπουκαλάκια νερό Nile Red. Είναι μια βαφή που προσκολλάται σε λιπαρά υλικά - όπως τα πλαστικά - και στη συνέχεια φίλτραρε το νερό στα 0.0015 χιλιοστόμετρα. Το μέγεθος αυτό είναι μικρότερο από ένα ανθρώπινο ερυθρό κύτταρο. Βρήκαν έναν μέσο όρο παγκοσμίως, 10,4 σωματιδίων ανά 0,10 χιλιοστόμετρων σε κάθε λίτρο. Πρόκειται για το πλάτος που έχει μια ανθρώπινη τρίχα. 

Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν μια τεχνική με λέιζερ για να αναλύσουν αυτά τα σωματίδια. Έτσι διάβασαν την μοριακή τους υπογραφή και επιβεβαίωσαν ότι πραγματικά έβλεπαν τα κομματάκια πλαστικού. Κατέγραψαν όμως πολύ μεγαλύτερο αριθμό ακόμη πιο μικρών σωματιδίων, τα οποία πιστεύουν ότι επίσης είναι πλαστικά. 

Κατόπιν με τη βοήθεια ειδικά σχεδιασμένου λογισμικού για την καταμέτρηση αυτών των σωματιδίων, αποκάλυψαν εξαιρετικές διακυμάνσεις μεταξύ των διαφόρων μπουκαλιών ακόμη και μεταξύ εκείνων που προέρχονταν από την ίδια πηγή. Μερικά μπουκάλια έδιναν μικρές έως μηδενικές συγκεντρώσεις ενώ άλλα πολύ υψηλές, με εκατοντάδες ή και χιλιάδες σωματίδια. Ο μεγαλύτερος αριθμός μικροπλαστικών που βρέθηκαν σε ένα λίτρο νερό ήταν 10.000 κομμάτια. 

Τα ευρήματα οδήγησαν τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσαμε να πίνουμε κατά μέσο όρο 314 από αυτά τα μικρότερα σωματίδια ανά λίτρο. Επειδή δεν μπορούσαν να τα αναλύσουν με τον ίδιο τρόπο όπως τα μεγαλύτερα σωματίδια, οι ερευνητές δεν μπορούν να αποκλείσουν εντελώς ότι και άλλες μολυσματικές ουσίες θα μπορούσαν να είναι εντός του μίγματος. 

«Ως επιστήμονας, θα πρέπει να πω ότι υπάρχει μια πιθανότητα. Είναι πολύ πιθανό; Δεν το πιστεύω», λέει η Σέρι Μέισον στη Deutsche Welle. «Μια ακόμη ερώτηση θα ήταν: Τι άλλο θα περιμένατε να υπάρχει μέσα στο νερό; Σίγουρα δεν ήταν μέταλλα γιατί αυτά δεν απορροφούν το Nile Red». 

Τα πλαστικά στο μπουκάλι μας 

Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη από που προέρχεται η μόλυνση με μικροπλαστικά. Μεταξύ, των πλαστικών που βρέθηκαν ήταν νάιλον, τερεφθαλικό πολυαιθυλένιο (PET - που συνήθως χρησιμοποιείται για πλαστικά μπουκάλια των εμφιαλωμένων ποτών και κατά 54% πολυπροπυλένιο, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως για την κατασκευή πλαστικών καπακιών. Μικροπλαστικά εμφανίστηκαν ακόμη και στα δείγματα από γυάλινα μπουκάλια. 

Τα ευρήματα της έρευνας αυτής ευθυγραμμίζονται με τα αποτελέσματα μιας ακόμη έρευνας που έγινε φέτος στη Γερμανία με επικεφαλής της Νταρένα Σιμάνσκι του Χημικού και Κτηνιατρικού Ινστιτούτου Αναλύσεων. Η ερευνήτρια χρησιμοποίησε διαφορετική τεχνική αλλά κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα. «Βρήκαμε στο νερό τερεφθαλικό πολυαιθυλένιο [PET] και πολυπροπυλένιο. Από αυτά τα πλαστικά φτιάχνονται τα μπουκάλια και τα καπάκια». 

Ο Άντριου Μάγιες, καθηγητής Χημείας στο Πανεπιστήμιο Ιστ Άγγλια του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος εξέτασε τα ευρήματα της μελέτης της Orb, ελπίζει ότι αυτά θα προωθήσουν τη συζήτηση γύρω από τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που έχουν οι συσκευασίες. «Μελέτες όπως αυτή θα μάθουν στους ανθρώπους ότι ενώ το πλαστικό είναι ένα υλικό - θαύμα πρέπει να το χρησιμοποιούμε με προσοχή, λογική και σύνεση» τονίζει και καταλήγει: «νομίζω ότι το βάρος πέφτει στους κατασκευαστές». 

Πηγή


Πηγή: pancreta