Η «Καζαμπλάνκα» (Casablanca - 1942) καταλαμβάνει δικαίως, μία περίοπτη θέση στην ανθολογία του παγκόσμιου σινεμά, διδάσκεται σε κινηματογραφικές σχολές και επηρέασε όσο λίγες ταινίες, εκατοντάδες δημιουργούς. Μια ταινία σεναρίου, που κορυφώνεται σ' ένα από τα πιο δημοφιλή φινάλε στην ιστορία της Έβδομης Τέχνης. Μαγευτική μουσική (υποψήφια για Όσκαρ), υπέροχα σκηνικά και κοστούμια, ενώ η ασπρόμαυρη φωτογραφία (υποψήφια επίσης για Όσκαρ), αιχμαλωτίζει τον θεατή. Με το μοντάζ (και αυτό υποψήφιο για Όσκαρ), να αποτελεί θέμα σεμιναρίου, αφήσαμε επίτηδες για το τέλος τις απαράμιλλες ερμηνείες, του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, της Ίνγκριντ Μπέργκμαν αλλά και όλου του υπόλοιπου σπουδαίου καστ. 75 χρόνια από την πρεμιέρα της, ξαναβλέπουμε την θρυλική ταινία του Μάικλ Κερτίζ.

Στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η εξωτική Καζαμπλάνκα στο Μαρόκο, αποτελεί σταυροδρόμι των λαών που ψάχνουν μια διέξοδο από τα δεινά της Ευρώπης κι ένα εισιτήριο, προς την ελεύθερη Αμερική. Εδώ βρίσκουν καταφύγιο πολιτικοί πρόσφυγες, τυχοδιώκτες, απατεώνες, καταζητούμενοι, καιροσκόποι, αντιστασιακοί, ένα σωρό διαφορετικοί άνθρωποι, που όλοι τους αναζητούν μια ελπίδα για επιβίωση. Εδώ βρίσκεται κι ο Ρικ (Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ), ένας Αμερικανός ιδιοκτήτης νυχτερινού κλαμπ.

Ο Ρικ είναι κυνικός, απόμακρος και επιφανειακά σκληρός. Μια μέρα όμως, εμφανίζεται στο κλαμπ του, η πρώην αγαπημένη του, Ίλσα (Ίνγκριντ Μπέργκμαν), με την οποία έζησε έναν μεγάλο έρωτα στο Παρίσι, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Η Ίλσα τότε τον είχε εγκαταλείψει ανεξήγητα. Τώρα, η ξαφνική της επανεμφάνιση, τον αναστατώνει, καθώς ο έρωτας ανάμεσά τους ξαναφουντώνει. Ο Ρικ σύντομα καταλαβαίνει ότι η Ίλσα τον άφησε τότε από υποχρέωση στον σύζυγό της, Βίκτωρ Λάζλο, έναν θρυλικό αντιστασιακό, που καταζητείται από τους ναζί. Ο Ρικ θα αντιμετωπίσει έτσι ένα ηθικό δίλημμα, να διεκδικήσει ξανά τον μεγάλο του έρωτα ή να θυσιαστεί για χάρη ενός ανώτερου σκοπού, όπως είναι ο παγκόσμιος αγώνας ενάντια στον ναζισμό και να βοηθήσει τον Βίκτωρ και την Ίλσα να δραπετεύσουν στην Αμερική;

Το φιλμ διαθέτει σε πρώτους αλλά και δεύτερους ρόλους, ένα από τα καλύτερα καστ που συνεργάστηκαν ποτέ στην μεγάλη οθόνη. Κατά ειρωνικό τρόπο όμως δεν κέρδισαν Όσκαρ, παρόλο που οι Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και Κλοντ Ρέινς είχαν προταθεί. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το Αμερικανικό Συνδικάτο Σεναριογράφων, την έχει βραβεύσει ως το «καλύτερο σενάριο όλων των εποχών», ενώ το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει αναδείξει ως την τρίτη καλύτερη αμερικανική ταινία όλων των εποχών, πίσω μόνο από τα φιλμ: «Πολίτης Κέιν» και «Ο Νονός»!

Η «Καζαμπλάνκα» είναι μία ταινία μύθος, μία διαχρονική ερωτική ιστορία, που συνεχίζει να συγκινεί γενιές και γενιές. Σ' ένα ονειρικό, κοσμοπολίτικο φόντο, στην εξωτική Αφρική, με διεθνείς ίντριγκες, αντιστασιακούς αλλά και αδίστακτους ναζί. Μια περίπλοκη, συναρπαστική ιστορία με έντονο πολιτικό, αλλά και πατριωτικό παρασκήνιο, που περιγράφεται αριστοτεχνικά μέσα από τη λιτή αφήγηση του σκηνοθέτη Μάικλ Κερτίζ. Παράλληλα έχουμε κι ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο που γράφει ιστορία. Η κινηματογραφική χημεία των Χάμφρει Μπόγκαρτ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν, ζωντανεύει επί της μεγάλης οθόνης έναν έρωτα που ήταν γραφτό να μη σβήσει ποτέ...

Ο ικανότατος σκηνοθέτης Μάικλ Κερτίζ, συνταίριαξε σε σωστές δόσεις, το δράμα, το μελόδραμα, την κωμωδία και την ίντριγκα, δημιουργώντας ένα σφιχτοδεμένο σύνολο. Όλα τα στοιχεία στην «Καζαμπλάνκα», το σενάριο, η ηθοποιία, η φωτογραφία, η σκηνοθεσία, αλλά και η μουσική, βρίσκονται μεταξύ τους σε υπέροχη αρμονία, χωρίς κανένα να επικρατεί και να υπερτερεί του άλλου, δημιουργώντας ένα εκπληκτικό σύνολο.

Η ταινία βασίστηκε στο θεατρικό των Μάρεϊ Μπάρνετ και Τζόαν Άλισον, «Everybody comes to Rick's». Αρχικά το φιλμ ξεκίνησε σαν ένα συνηθισμένο φιλμ προπαγάνδας αλλά τελικά έγινε μία από τις πιο ρομαντικές ταινίες όλων των εποχών. Παρά την αρχική φήμη ότι τον πρωταγωνιστικό ρόλο θα είχε ο Ρόναλντ Ρίγκαν, ο παραγωγός της ταινίας, Χαλ Ουόλις, είχε τον Μπόγκαρτ στο μυαλό του από την πρώτη στιγμή. Επίσης, οι παραγωγοί είχαν σκεφτεί αρχικά στον ρόλο της Ίλσα, τη Γαλλίδα σταρ της εποχής, Μισέλ Μοργκάν. Επέλεξαν όμως τελικά την Ίνγκριντ Μπέργκμαν και αυτή ήταν μια απόφαση που δεν θα τη μετάνιωναν ποτέ, όπως απέδειξε η ιστορία.

Εκτός όμως από τις επιτυχημένες επιλογές του πρωταγωνιστικού ζευγαριού και οι υπόλοιπες προσθήκες του καστ, διαδραμάτισαν πολύ σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της ταινίας. Πραγματικά, πολύ δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε κάποιον άλλο ως Γάλλο διοικητή Ρενό από τον Κλοντ Ρέινς. Όπως επίσης έξοχοι ήταν και οι Πίτερ Λόρε και Σίντνεϊ Γκρίνστριτ, που είχαν συνεργαστεί ξανά με τον Μπόγκαρτ στο «Γεράκι της Μάλτας».

Όλοι οι χαρακτήρες ζωντάνεψαν έξοχα σε αυτή την ταινία. Το στούντιο της Warner Bros. Pictures, είχε διαθέσιμο έναν πλούτο καταξιωμένων ηθοποιών, ο οποίος είχε αυξηθεί ακόμα περισσότερο λόγω του πόλεμο, με πολλούς Ευρωπαίους πρόσφυγες ηθοποιούς. Καλλιτέχνες εγνωσμένης αξίας που είχαν διαπρέψει στην Ευρώπη, δέχτηκαν με χαρά μικρούς ρόλους εδώ, λόγω των συνθηκών, δίνοντας εξαιρετική υποκριτική ποιότητα στην ταινία. Έτσι λοιπόν, τριάντα τέσσερα περίπου διαφορετικές εθνικότητες απαρτίζουν συνολικά το πολυσυλλεκτικό καστ της ταινίας και μας θυμίζουν πώς πραγματικά ήταν η «Καζαμπλάνκα» την εποχή του πολέμου.

Μόνο τυχαίο λοιπόν δεν είναι το γεγονός, πως έξι ατάκες της ταινίας βρίσκονται στη λίστα με τις κλασικότερες όλων των εποχών, στον πίνακα του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου. Ας τις θυμηθούμε ξανά:

  • «Here's looking at you, kid» - Καλή σου τύχη, μικρή (5η θέση)
  • «Louis, I think this is the beginning of a beautiful friendship» - Λούι, νομίζω ότι αυτή είναι η αρχή μιας υπέροχης φιλίας (20η θέση)
  • «Play it, Sam. Play “As Time Goes By”» - Παίξ’ το Σαμ. Παίξε το τραγούδι “As Time Goes By” (28η θέση)
  • «Round up the usual suspects» - Μαζέψτε τους συνήθεις ύποπτους (32η θέση)
  • «We 'll always have Paris» - Θα έχουμε πάντα το Παρίσι (43η θέση)
  • «Of all the gin joints in all the towns in all the world, she walks into mine» - Απ’ όλα τα μπαρ, σε όλες τις πόλεις του κόσμου, αυτή μπαίνει στο δικό μου (67η θέση)
 

Τη μουσική της ταινίας έγραψε ο βραβευμένος με Όσκαρ συνθέτης Μαξ Στάινερ. Ενώ μία από τις κορυφαίες στιγμές της ταινίας είναι και το τραγούδι «As Time Goes By» του Χέρμαν Χάπφελντ, πάνω στο οποίο ο Στάινερ έχτισε όλο του το μουσικό θέμα, μετατρέποντας το σε μία από τις πιο κλασικές μελωδίες στην ιστορία του σινεμά. Το τραγούδι αυτό είναι το κύριο συνδετικό τέχνασμα του Στάινερ για τους χαρακτήρες. Συνδέει τον Ρικ με την Ίλσα, το παρόν με το παρελθόν, το κοινό με τους πρωταγωνιστές.

Ίνγκριντ Μπέργκμαν / Ingrid Bergman
(29 Αυγούστου 1915 – 29 Αυγούστου 1982)

Από τη συνεργασία της με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ, μέχρι την γνωριμία της με τον Ρομπέρτο Ροσσελίνι και τις ταινίες της στην Ιταλία, αλλά και την «Φθινοπωρινή Σονάτα» (1978) του συμπατριώτη της και σπουδαίου δημιουργού, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, η Σουηδή καλλιτέχνης Ίνγκριντ Μπέργκμαν, αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις κορυφαίες και πιο πλήρης ηθοποιούς, στην ιστορία της Έβδομης Τέχνης.

«Το φιλί είναι ένα αξιαγάπητο τέχνασμα σχεδιασμένο από τη φύση για να σταματήσει τον λόγο όταν οι λέξεις γίνονται περιττές.» Ίνγκριντ Μπέργκμαν

Γιώργος Ρούσσος

Πηγή


Πηγή: pancreta