Η ταινία μου Αλληλουχία των κήπων (1999) είναι βασισμένη σ’ ένα μονοσέλιδο(!) διήγημα του μεγάλου Χούλιο Κορτάσαρ. Η μεταφορά του στην οθόνη ήταν μια σεναριακή, σκηνοθετική και φωτογραφική πρόκληση. Για λόγους που (ελπίζω να) γίνονται κατανοητοί μετά τη θέαση της ταινίας, επέλεξα όχι μόνο να τη γυρίσω σ’ ένα μονοπλάνο διάρκειας 4,5 λεπτών (για να περισώσω ό,τι μπορούσα από τη θαυμαστή σύντηξη χώρου και χρόνου, ρεαλισμού και μαγικού ρεαλισμού, που υπήρχε στο διήγημα), αλλά και ν’ αφήσω ν’ ακουστεί όλο το διήγημα πάνω στην εικόνα. Σύντροφος και (όπως πάντα) ναυαγοσώστης σ’ αυτή την ακροβατική περιπέτεια ήταν ο πολυαγαπημένος μου συνεργάτης, φίλος και αδελφός Νίκος Σμαραγδής.

Είχαμε μόνο μία μέρα στη διάθεσή μας, γιατί το σπίτι είχε ήδη μισθωθεί για τα γυρίσματα ενός σίριαλ που θα ξεκινούσαν την επομένη και θα διαρκούσαν δύο μήνες. Καταναλώσαμε όλο το πρωί σε πρόβες με τους ηθοποιούς, σε πρόβες για τους φωτισμούς και, κυρίως, σε πρόβες για την κίνηση της μηχανής (εκπληκτική η δουλειά στο steadicam του φίλου μας και μαθητή του Νίκου, Αλέκου Γιάνναρου). Το απόγευμα, με το που άρχισε ο ήλιος να γέρνει, κάναμε τρεις λήψεις, αλλά καμία δεν ήταν απολύτως ικανοποιητική και, άλλωστε, περιμέναμε να πέσει κι άλλο το φως της μέρας, να ’χει προχωρήσει λίγο το απόγευμα. Όμως, τη στιγμή που ήταν όλα έτοιμα για να «πάμε» αυτή τη λήψη, κόπηκε το ρεύμα σε όλη την περιοχή. Ο μόνος που κράτησε την ψυχραιμία του μέσα σ’ όλο εκείνο τον πανικό και την απελπισία, ήταν (ποιος άλλος;) ο Νίκος. Το ρεύμα επανήλθε τη στιγμή που άρχιζε να «μετράει» η magic hour που λατρεύουν (και φοβούνται) οι κινηματογραφιστές. Τα λεπτά κυλούσαν και ψιλοσκοτείνιαζε. Θα κάναμε μία λήψη, μα αν αυτή δεν πετύχαινε, δεν είχαμε περιθώριο για άλλη. Ο Νίκος μού είπε: «Πάμε για τη λήψη που θα κρατήσεις, γιατί αυτή θα είναι η καλύτερη». Και ήταν.

Στο τελευταίο πλάνο της ταινίας, εμφανίζεται και ο ίδιος ο Νίκος, καθισμένος σε μια πολυθρόνα, πλάτη. Όταν τελείωσε η λήψη, ο Νίκος είχε αισθανθεί ότι όλα πήγαν καλά, και φώναξε ένα στεντόρειο «Μπράβο σε όλους!». Ύστερα σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα κι έπιασε να τραγουδάει ένα από εκείνα τα τραγούδια που του «κολλούσαν» κατά καιρούς. Δε θυμάμαι ποιο ήταν τότε. Όμως θυμάμαι ότι έτρεξα και τον αγκάλιασα. Κι ότι του είπα αυτό που του ’λεγα μετά από καθεμία απ’ τις εννέα ταινίες που κάναμε μαζί, κι αυτό που θα του λέω πάντα, πάντα:

«Νίκο, σ’ ευχαριστώ».

Aχιλλέας Κυριακίδης


Πηγή: pancreta