Η ζωή στο «Χάππυ Νταίη» είναι ταυτόχρονα ξέγνοιαστη και μια κόλαση, ένα καλοκαιρινό διάλειμμα και μια φυλακή, μια ειρωνία (σαν τον τίτλο του φιλμ) και μια αντίθεση που καίγεται κάτω από τον καυτό ήλιο (σε ένα επίτευγμα του Γιώργου Πανουσόπουλου) και όμως παραμένει γεμάτη ενέργεια (σαν ένα τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου που υπογράφει το κλασικό soundtrack), ωθούμενη λες από μια ανώτερη δύναμη που λέγεται «εμπειρία», καθώς ο Βούλγαρης θυμάται όσα έζησε και τα αναπαριστά στο τελειώμα ακόμης μια σκοτεινής σελίδας της χώρας, μετατρέποντας τα σε ποίηση, όχι μόνο επειδή έτσι το υπαγορεύει το πρωτοτύπο υλικό (από το «Λοιμό» του Αντρέα Φραγκιά), αλλά και ο φόβος της λογοκρισίας.

Πετυχαίνοντας όμως κάτι περισσότερο με το αρχικό του σημείωμα «ο χώρος της ταινίας, ο χρόνος και τα πρόσωπα είναι φανταστικά»: να φτιάξει μια ταινία που θα μπορούσε να είχε γυριστεί και σήμερα, μιλώντας για κάθε εποχή μιας εμφύλιας διαμάχης που μοιάζει να ενυπάρχει ως κακό κάρμα στα σωθικά κάθε λαού και για μια «εξορία» από οτιδήποτε ανθρώπινο.

flix.gr

Το σενάριο της ταινίας στηρίχτηκε στο διήγημα Λοιμός του Αντρέα Φραγκιά. Παρακολουθούμε τις προετοιμασίες που γίνονται για την υποδοχή της Βασίλισσας Φρειδερίκης στο στρατόπεδο –χώρο εξορίας και βασανιστηρίων- της Μακρονήσου. Ο χώρος και ο χρόνος δεν ονομάζονται στην ταινία, είναι όμως φανερό το πού και το πότε καθώς το σενάριο, οι διάλογοι κι η εξέλιξη της δράσης, ο σκηνικός χώρος, το τοπίο, ακόμη περισσότερο, οδηγούν σε άμεσους συσχετισμούς και αναγνώριση προσώπων και πραγμάτων.
Η πρώτη σκηνή είναι σχεδόν ειδυλλιακή: λουόμενοι άντρες σε μια μικρή παραλία. Η ηρεμία διακόπτεται από το τζιπ που τους παίρνει και προχωρά ανάμεσα σε κατάξερα βουνά. Αναγνωρίζονται σιγά- σιγά οι χώροι: σκηνές, κτίσματα πάνω στις ξέρες, πορεία ανθρώπων καταπονημένων σε κακοτράχαλα βουνά χωρίς προφανή σκοπό. Πρόσωπα ταλαιπωρημένα ανάμεσα στο συρματόπλεγμα που απλώνουν για να φράξουν την έξοδο στο πουθενά. Από την άλλη πλευρά, μετά το «μπάνιο» των πρώτων αξιωματικών παρακολουθούμε το «ελαφρύ τροχαδάκι» άλλου, τη γυμναστική του για να διατηρείται σε φόρμα, μετά την πρωινή βόλτα ιππασίας, εικόνες σε πλήρη αντιδιαστολη με αυτές της εξαθλίωσης των κρατουμένων στρατιωτών.
Ο εξευτελισμός της αξιοπρέπειας κι η σωματική βία εμφανίζονται συνεχώς, άλλοτε πιο έντονα κι άλλοτε κρυμμένα σε τραγελαφικά συμβάντα ή παραλογισμούς: το ξεσήκωμα των ανθρώπων μες στη νύχτα από τις έτσι κι αλλιώς αισχρές σκηνές τους, το κυνήγι μυγών, το ξύλο και τα βασανιστήρια, οι απειλές κι έπειτα οι εξαφανίσεις ανθρώπων. Η φρίκη πλαισιώνεται από αρχαιοπρεπείς και ελληνορθόδοξες επιδράσεις: προσευχές και παραινέσεις, ρητά κι ονομασίες, κηρύγματα και υποδείξεις.
Το όλο σκηνικό είναι εφιαλτικό και γίνεται ασφυκτικό καθώς παρακολουθούμε από κοντά την ιστορία ενός εξόριστου που αντιστέκεται σε κάθε πίεση κι αντέχει τα βασανιστήρια χωρίς να μιλά. Οι προσπάθειες τόσο των διωκτών του όσο και των πρώην συντρόφων του – δηλωσιών και νυν συνεργατών των βασανιστών- να υπογράψει δήλωση αποβαίνουν άκαρπες. «Δεν υπάρχει τίποτε» δηλώνει ένας από αυτούς που δεν άντεξαν κι υπέγραψαν δήλωση. «Όλα μάταια», συνεχίζει, κουρέλι του εαυτού του, αφού οι διώκτες του δεν αρκέστηκαν να τον δουν να «σπάει» ο ίδιος αλλά του ζητούν να βοηθήσει το «σπάσιμο» και άλλων. Το τέλος του θα έρθει ταυτόχρονα με την επίσκεψη της Βασίλισσας, της «μητέρας» όλων, όπως αποκαλείται, αφού πρώτα, στη διάρκεια μιας εξαφάνισής του και μετά από βασανιστήρια, τον έχουν ανακηρύξει νεκρό με επίσημο –πλαστό- πιστοποιητικό θανάτου.
Από την ταινία απουσιάζει ο μελοδραματισμός αλλά και ο συναισθηματισμός. Παρά το γεγονός ότι πραγματεύεται ζητήματα εξαιρετικά ευαίσθητα, μοιάζει να απευθύνεται στη λογική κυρίως του θεατή παρά στο θυμικό του. Βοηθούν σε αυτό, εκτός του ίδιου του σεναρίου, οι μακρινές λήψεις, τα συχνά γενικά πλάνα, τα πολύ λίγα κοντινά.Τα πρόσωπα της ταινίας χωρίζονται σε σαφή «στρατόπεδα». Στο ένα οι φύλακες: οι αξιωματικοί, κτηνώδεις κι απάνθρωποι, χωρίς αρχές, βίαιοι, χαμένοι της ζωής που εκδικούνται αυτούς που ακόμη αντιστέκονται. Ο ιερέας, ακολουθώντας το χορό των υπολοίπων της παράταξής του, χρησιμοποιεί τη θέση ως πνευματικού ταγού για να υπηρετήσει μια ποταπή εξουσία, χωρίς την παραμικρή αιδώ ή αμφιβολία. Απέναντί τους, οι κρατούμενοι: ανήμποροι να αντιδράσουν πρακτικά αλλά ικανοί να αντιστέκονται με το πνεύμα, επιλέγοντας το θάνατο συχνά, ως ύστατη πράξη αντίστασης. Όσοι υποκύπτουν και υπογράφουν δήλωση μετανοίας, μεταστρέφονται μεν, δε χάνουν όμως εντελώς την ανθρώπινη διάσταση. Παράδειγμα ο δηλωσίας τραγουδιστής της μπάντας που αναζητά το νεκρό πρώην συναγωνιστή του και του κλείνει τα μάτια με εμφανή πόνο.
«Ο χώρος, ο χρόνος και τα πρόσωπα της ταινίας είναι φανταστικά». Με τη φράση αυτή ξεκινά το φιλμ. Και τηρώντας την αρχική του υπόσχεση, ο σκηνοθέτης δε μπαινει στον κόπο να ονομάσει πρόσωπα και πράγματα, να τοποθετήσει χρονικά, να δηλώσει αιτίες και να εξηγήσει. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Γιατί βρίσκονται κλεισμένοι εκεί; Ποιοι τους κρατάνε; Τι κάνει η υπόλοιπη χώρα; Αν κάτι λείπει από τους ήρωες και των δυο πλευρών είναι η ερμηνεία των κινήτρων τους, σε επίπεδο πολιτικό, κοινωνικό ή ακόμη και προσωπικό. Βλέπουμε ανθρώπους να φέρονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αλλά λείπει από τη μεριά της ταινίας η απεικόνιση ή η διερεύνηση έστω του ποιοι είναι, ποια καταγωγή, ποια ανατροφή, ποια ιστορική συγκυρία ή ιδεολογική, θρησκευτική, φιλοσοφική προσέγγιση τους οδηγεί και τους καθορίζει. Πώς εξηγείται η αποθέωση της αγριότητας από τη μια πλευρά κι η επίμονη προσκόλληση σε μια στάση ζωής που οδηγεί στο θάνατο από την άλλη;  
Πολλές ερμηνείες θα μπορούσαν να δοθούν στην επιλογή αυτή του Π.Β. Πιθανόν να υποκρύπτεται ο φόβος της λογοκρισίας. Από την άλλη, η αποστασιοποίηση από τα πράγματα δίνει ευρύτερη, διαχρονική και παναθρώπινη διάσταση στην ταινία. Άλλωστε οι θεατές της όταν πρωτοπαίχτηκε –και αρκετά χρόνια μετά- ήξεραν για τι επρόκειτο. Μπορεί για το σημερινό θεατή -35 χρόνια από την ταινία και 60 από την εποχή της Μακρονήσου- τα  ιστορικά γεγονότα να είναι ασαφώς ή ελλιπώς γνωστά. Σε κάποιους, ίσως δε λένε τίποτε. Η ταινία, αν και δεν προσφέρει άμεσα ιστορική γνώση, συμβάλλει στην ανάπτυξη γενικότερου προβληματισμού, ανοίγοντας θέματα όπως οι μηχανισμοί καταπίεσης και εξαθλίωσης, η αγαστή συνεργασία των φορεών εξουσίας –Κυβέρνησης, Στρατού, Εκκλησίας-  όταν πρόκειται να διαφυλάξουν τη θέση τους, η υποκρισία των υψηλά ιστάμενων κι η ανοχή τους απέναντι σε αυτούς που κάνουν τις «βρώμικες δουλειές» για χάρη τους.

Πηγή: http://cineguerracivil.blogspot.gr