Ο Αλέξης Τσάφας γυρίζει ταινίες στο Πράσινο Ακρωτήρι. Τώρα επιστρέφει στην Ελλάδα για τη νέα του ταινία «Zenaida», με θέμα το τράφικινγκ. Και σχεδιάζει ένα φιλμ για τη Σεζάρια Εβόρα

Στο μακρινό μας Πράσινο Ακρωτήριο, την πατρίδα της Σεζάρια Εβόρα, ο Αλέξης Τσάφας θεωρείται κάτι σαν τον Αγγελόπουλο του Κάπο Βέρντε. Είκοσι πέντε χρόνια είχε να γυριστεί σ' αυτή τη χώρα ταινία μυθοπλασίας. Και τελικά αυτό έγινε από έναν Ελληνα!

 Ο Α. Τσάφας, το 2011, γύρισε εκεί «Το κορίτσι με τα μεγάλα μάτια» («Α menina dos olhos grandes»), βασισμένος σε έναν παλιό καποβερντιανό θρύλο. Με μικρή κρατική αρωγή αλλά και την πολύτιμη βοήθεια δύο ελληνικών εταιρειών: της Eurostudio και της 2/35.

Και να που τώρα ο 58άχρονος κοσμογυρισμένος σκηνοθέτης (και παλιός συνεργάτης του «ΓΕΩτροπίου» της «Ε»), που μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Αθήνας και Πράσινου Ακρωτηρίου, ολοκληρώνει μια νέα ταινία με σκληρό θέμα: το τράφικινγκ. Στο «Zenaida» παντρεύει και τις δύο «πατρίδες» του, αφού η ταινία γυρίστηκε και στις δύο χώρες. Ηρωίδα του είναι μια νεαρή πόρνη, η Ζενάιντα, που στα 19 της χρόνια έχει ήδη γνωρίσει το σκληρό πρόσωπο του ευρωπαϊκού ονείρου.

Γεννημένη στην Αφρική, θύμα trafficking, εγκλωβισμένη σε μια αφιλόξενη μεγαλούπολη, η (αντι)ηρωίδα του απλά επιβιώνει μοιράζοντας την καθημερινότητά της ανάμεσα στους πελάτες ενός σύγχρονου μπουρδέλου και τις παραισθήσεις ουσιών που της προσφέρουν αποδράσεις από το παρόν, αλλά της προκαλούν και εφιάλτες από το παρελθόν. Εικόνες παράλληλες της ζωής της στη μιζέρια της αφρικανικής φαβέλας και στην ψυχοφθόρα ευρωπαϊκή μεγαλούπολη. Ακόμα ένα «σκουπίδι» που κανείς δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό...

Εχοντας περάσει την αρχική δοκιμασία της βίαιης προσαρμογής που της επέβαλαν οι «ιδιοκτήτες» της, η Ζενάιντα έχει πλέον προσαρμοστεί στη ρουτίνα της. Μοιράζεται μαζί με άλλες δύο κοπέλες το μικρό διαμέρισμα στο οποίο τις έχουν εγκαταστήσει, προσέρχεται καθημερινά στο χώρο της «δουλειάς» και αμείβεται για τις υπηρεσίες της. Ενα μέρος των χρημάτων καταλήγει στους εμπόρους ουσιών και τα υπόλοιπα τα στέλνει στην οικογένειά της.

Ο Αλέξης Τσάφας, που το 2002 έκανε την ταινία «Χορεύοντας με τον Ραϊντέλ» για τους Κουβανούς της Αθήνας, έχει γυρίσει δύο ντοκιμαντέρ στο Πράσινο Ακρωτήρι. Το «Μιντέλο - Πίσω από τον ορίζοντα» (2008), για το Σάο Βισέντε, είχε μάλιστα βραβευτεί στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Χαλκίδας.

Ακούγεται παράδοξο, όμως ο Τσάφας μέσω Αφρικής έγινε γνωστός στους Ελληνες. Μέχρι και σεμινάρια κινηματογράφου κάνει στους Καποβερντιανούς, καθώς στη γοητευτική αλλά πάμφτωχη αυτή χώρα, όπου κυριαρχούν οι γυναίκες, η κινηματογραφική υποδομή και τεχνογνωσία είναι ανύπαρκτες, ενώ λειτουργεί μόνο μία κινηματογραφική αίθουσα.

Η μουσική του Πράσινου Ακρωτηρίου τον γοήτευε από μικρό. Σήμερα «διαθέτω το απόλυτο αρχείο της δισκογραφίας τους». Γρήγορα οι προτάσεις για τη σκηνοθεσία εγχώριων βιντεοκλίπ άρχισαν να πέφτουν βροχή. Ετσι ξεκίνησε αυτό το διαρκές πήγαιν'-έλα στη χώρα.

Ανθρωποκεντρική ματιά

- Πώς σας ήρθε η ιδέα για μια τόσο «γυναικεία» ταινία; Οι γυναίκες έχουν πάντα κεντρική θέση στα φιλμ που γυρίζετε.

«Μια νέα σεναριογράφος, η Βάσια Καρυτινού, γνωρίζοντας τη σχέση μου με χώρες τις Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής μού έδωσε να διαβάσω το σενάριό της, που είχε βασικό χαρακτήρα μια δεκαοκτάχρονη μουλάτα θύμα trafficking. Είναι αλήθεια ότι μου έχει τύχει να έρθω αρκετές φορές αντιμέτωπος με το φαινόμενο της παράνομης διακίνησης γυναικών και ήμουν ήδη ευαισθητοποιημένος απέναντι στο θέμα. Διάβασα λοιπόν το σενάριο και διαπίστωσα ότι η αμεσότητά του θα μπορούσε να παρακινήσει τους θεατές να προσεγγίσουν τις κοπέλες αυτές με συμπάθεια, θεωρώντας πως μόνο αν οι κοινωνίες στέκονται αλληλέγγυες στα θύματα θα είναι δυνατόν να καταπολεμηθεί η απάνθρωπη αυτή εκμετάλλευση. Γιατί οι κοπέλες αυτές είναι θύματα: η φτώχεια, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και η αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής πιο κοντά στα δυτικά πρότυπα είναι οι κύριες αιτίες που τις κάνουν ευάλωτες στις απατηλές υποσχέσεις των διακινητών. Ετσι πριν από περίπου ένα χρόνο μαζί με τον Γιάννη Φώτου, με τον οποίο συνυπογράφουμε την ταινία, αρχίσαμε να σχεδιάζουμε την υλοποίησή της και σήμερα βρισκόμαστε στο στάδιο του μοντάζ. Ελπίζουμε σύντομα η ταινία να πάρει το δρόμο των διεθνών κινηματογραφικών φεστιβάλ».

Το trafficking στην Ελλάδα

- Κάνατε έρευνα για το θέμα του trafficking στην Ελλάδα; Τι συμπεράσματα βγάλατε για τη χώρα μας;

«Φυσικά και κάναμε έρευνα σε βάθος. Μας ενδιέφερε κυρίως να γνωρίσουμε τον τρόπο ζωής αυτών των κοριτσιών και την ψυχοσυναισθηματική τους κατάσταση, καθώς η ταινία δεν εστιάζει στην "αστυνομική" πλευρά του θέματος, αλλά στο δράμα που βιώνουν στην καθημερινότητά τους. Επιλέξαμε μάλιστα την περίπτωση του λεγόμενου happy trafficking, όπου οι διακινητές επιτρέπουν στις κοπέλες να κινούνται σχετικά ελεύθερες και τις αμείβουν. Ομως χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα, αγνοώντας τη γλώσσα του τόπου και φοβούμενες τις συνέπειες μιας προσφυγής στην αστυνομία, δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να συνεχίζουν να "εργάζονται" για τα αφεντικά τους.

Η Ελλάδα σε αυτό το θέμα δεν διαφέρει από τις υπόλοιπες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, το μόνο που διαπίστωσα είναι μια ιδιαίτερη προτίμηση που πρόσφατα δείχνουν αρκετοί πελάτες στις έγχρωμες κοπέλες».

- Η ταινία σας είναι σχεδόν βωβή. Γιατί;

«Η ταινία όντως έχει ελάχιστους διαλόγους. Οι κοπέλες αυτές δεν γνωρίζουν φυσικά τα ελληνικά και συνεννοούνται στοιχειωδώς με φτωχά αγγλικά. Ομως και ο τρόπος της ζωής τους δεν προσφέρεται για συζητήσεις. Κυριαρχεί η μοναξιά και η απελπισία».

- Πώς επιλέξατε την πρωταγωνίστριά σας;

«Αρχικά το ρόλο επρόκειτο να τον ερμηνεύσει μια ηθοποιός από το Πράσινο Ακρωτήριο, όμως δεν το επέτρεψε η γραφειοκρατία και η αυστηρή νομοθεσία για τη χορήγηση βίζας Σένγκεν. Ετσι, έπειτα από εξαντλητικό κάστινγκ στην Ελλάδα καταλήξαμε στη Μαρία Στεφανίδου, μια νέα ηθοποιό που ζει στη Θεσσαλονίκη και η οποία δικαίωσε απόλυτα την επιλογή μας. Πέρα από τα εξωτερικά της χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε μιγάδα, διαθέτει και έναν καλό έλεγχο της έκφρασης και της κίνησής της που οφείλεται κατά πολύ στη χορευτική παιδεία της».

Ακριβή τέχνη

- Εχετε ζήσει στο Πράσινο Ακρωτήρι. Υπάρχει σήμερα κινηματογραφική παραγωγή σε αυτήν τη χώρα;

«Το Πράσινο Ακρωτήριο είναι μια πολύ φτωχή αφρικανική χώρα, όπου όμως ο πολιτισμός και οι τέχνες έχουν μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία του. Είναι μια κοινωνία κρεολών, που η κουλτούρα της έχει επηρεαστεί πολύ από την Πορτογαλία και τη Βραζιλία, αλλά και από τις αφρικανικές καταβολές των ανθρώπων του. Ομως ο κινηματογράφος σε σχέση με τις υπόλοιπες τέχνες είναι ιδιαίτερα δαπανηρός και ως εκ τούτου οι παραγωγές περιορίζονται σε μικρού μήκους και κυρίως ντοκιμαντέρ».

- Η χώρα γυναικοκρατείται. Πώς το εξηγείτε αυτό;

«Η μετανάστευση μεγάλης μερίδας του αντρικού πληθυσμού είχε αποτέλεσμα πολλές δραστηριότητες να περάσουν στα χέρια των γυναικών, που τις φέρνουν σε πέρας με απόλυτη επιτυχία».

- Πώς βρεθήκατε στο Πράσινο Ακρωτήρι;

«Βρέθηκα πρώτη φορά μαζί με τον παραγωγό Γιώργο Καλομενόπουλο για τα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ. Ο χαρακτήρας των κατοίκων και η αγάπη τους για τον πολιτισμό με έδεσαν κυριολεκτικά με αυτή τη μικρή χώρα, στην οποία δραστηριοποιούμαι καλλιτεχνικά από το 2003».

- Γιατί βλέπουμε τόσο λίγες ταινίες από την Αφρική;

«Κάθε χρόνο στην Αφρική παράγονται δεκάδες ταινίες -κυρίως στη Νιγηρία και τη Νότια Αφρική- και μερικές από αυτές τις παραγωγές είναι πολύ σημαντικές. Το ελληνικό κοινό έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τον αφρικανικό κινηματογράφο μόνο σε ειδικές εκδηλώσεις, όπως αυτές που φιλοξενούνται στην Ταινιοθήκης της Ελλάδος. Διανομή σε αίθουσες αφρικανικών παραγωγών, όπως το νοτιοαφρικανικό "Tsotsi", σπάνια υπάρχει στην Ελλάδα...».

Για τη Σεζάρια

- Είναι αλήθεια πως σχεδιάζετε μια ταινία για τη Σεζάρια Εβόρα;

«Είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά τη μεγάλη αυτή τραγουδίστρια και γοητευμένος από την προσωπικότητα και την ιστορία της αποφάσισα να ερευνήσω την πολυτάραχη ζωή της, που από μόνη της θα μπορούσε να είναι ένα χολιγουντιανό σενάριο. Επειτα από τρία χρόνια έρευνας μαζί τους Καποβερντιάνους συνεργάτες μου και την ενθάρρυνση του υπουργείου Πολιτισμού ολοκληρώσαμε το σενάριο και προχωρήσαμε στη διερεύνηση των δυνατοτήτων παραγωγής μιας ταινίας μυθοπλασίας, βασισμένης στα πραγματικά γεγονότα της ζωής της, γεμάτη από τα τραγούδια της και με φόντο τη γενέτειρά της αλλά και τη Λισαβόνα, το Παρίσι και τη Βοστόνη. Οπως καταλαβαίνετε, είναι ένα πολύ μεγάλο εγχείρημα που χρειάζεται διεθνή στήριξη για να υλοποιηθεί. Μακάρι μάλιστα να ενδιαφερόταν και κάποιος Ελληνας παραγωγός να πορευτεί μαζί μας σε αυτή την περιπέτεια. Ελπίζω πως τα εκατομμύρια CD που έχουν πουληθεί με τη φωνή της θα αποτελέσουν μια πολύ καλή βάση για ανάλογα εισιτήρια...».

- Γιατί επιλέξατε να γυρίζετε ταινίες κυρίως στην Αφρική;

«Δεν θα έλεγα ότι το επέλεξα εγώ, μάλλον η Αφρική με επέλεξε».

** «Το Δ.Σ. υπονομεύει τους κινηματογραφιστές...»

Η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου εκφράζει «την αγανάκτησή της για τα όσα δυσάρεστα και απειλητικά για το μέλλον του κινηματογράφου συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου».

Σε επιστολή του, το Δ.Σ. της ΕΑΚ αναφέρει: «Είναι πλέον σαφές πως το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΚΚ ενεργεί αντίθετα προς τους σκοπούς του οργανισμού, όπως αυτοί ορίζονται από το νόμο και τον κανονισμό του, σε ό,τι αφορά στην προστασία, ενίσχυση, ανάπτυξη και διάδοση της κινηματογραφικής τέχνης στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

»Λυπούμαστε ειλικρινά που το διαπιστώνουμε, αλλά είναι η πρώτη φορά στα χρονικά που Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΚΚ παρανομεί, στερώντας με τις αποφάσεις του τη δημιουργική ελευθερία των κινηματογραφιστών, και εμποδίζοντάς τους να διαδώσουν το έργο τους εκτός συνόρων συμπαράγοντας ταινίες με το εξωτερικό.

»Κατόπιν τούτων, και προς όφελος της κινηματογραφικής κοινότητας, καλούμε τον αρμόδιο υπουργό να λάβει άμεσα τα αναγκαία μέτρα, ώστε να επανέλθει η νομιμότητα στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου.

»Είναι θλιβερό και αναίσχυντο, οι Ελληνες κινηματογραφιστές να υπονομεύονται απ' το Διοικητικό Συμβούλιο ενός οργανισμού που δημιουργήθηκε για να τους στηρίζει».


Πηγή: efsyn.gr