Βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Αλέκου Γαλανού, τα ''Κόκκινα φανάρια''-που το 1964 ήταν προτεινόμενα και για το Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Κανών- αφηγούνται τις ιστορίες μιας ομάδας πόρνων στην Τρούμπα του Πειραιά των αρχών της δεκαετίας του '60. Μια περίοδος όπου στη συγκεκριμένη περιοχή υπήρχαν πολλά καμπαρέ, μπαρ αλλά και σπίτια με γυναίκες όπου υποδέχονταν διαφορετικής λογής ανθρώπους, εγχώριους αλλά και ξένους, ακόμη και τον περίφημο 6ο αμερικανικό στόλο.

Είναι εκπληκτικό το πώς σκιαγραφούνται μέσα από αυτή την ταινία τα ήθη των ανθρώπων της πιάτσας της εποχής αλλά και των πελατών των συγκεκριμένων στεκιών, με έναν τρόπο τόσο λεπτό που παρά το θέμα της ταινίας είναι μεν ρεαλιστικός μα  δεν γίνεται ποτέ χυδαίος. Θυμόμαστε ότι ακόμη και οι ''καμπαρετζούδες'' διαθέτουν ψυχή αλλά και τα δικά τους όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Πολλές από αυτές βρέθηκαν από κακή συγκυρία να εξασκούν το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου ενώ άλλες τις εκμεταλλεύονται οι νταβατζήδες τους μέχρι εκεί που δεν το χωράει ανθρώπου νους.


Φυσικά η ταινία, πέρα από το σκανδαλιστικό για την εποχή που γυρίστηκε θέμα της, οφείλει την επιτυχία της σε όλους τους συντελεστές της. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο Βασίλης Γεωργιάδης τολμά έναν τρόπο κινηματογράφησης μακριά από τα συμβατικά μελό δεδομένα του ελληνικού σινεμά της δεκαετίας του '60. Χτίζει μια υποβλητική για ελληνική ταινία της εποχής ατμόσφαιρα (προσέξτε τη φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη) και σε πολλά σημεία μας θυμίζει τα περίφημα αμερικανικά φιλμ νουάρ. Τι να πει κανείς για τη μουσική που συνθέτει εδώ ο Σταύρος Ξαρχάκος σε στίχους του σπουδαίου Λευτέρη Παπαδόπουλου. Στην ταινία ακούγονται πολυαγαπημένα τραγούδια όπως η ''Άπονη ζωή'', το ''Σου'φερα νερό στις χούφτες'', το ''Στα χέρια σου μεγάλωσαν''. Εκτός από τον Μπιθικώτση, που ερμηνεύει κάποια από τα τραγούδια της ταινίας, εμφάνιση πραγματοποιεί και ο Γιώργος Ζαμπέτας με το τραγούδι του ''Ο πιο καλός ο μαθητής''.  Βέβαια  γεγονός αποτελεί το ότι στην τηλεοπτική έκδοση της ταινίας δεν περιλαμβάνεται το εξαιρετικό τραγούδι ''Το καλντερίμι'' που αποτέλεσε και μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της λαϊκής τραγουδίστριας Πόλυ Πάνου.

Η επιτυχία της ταινίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών της. Διαθέτει όλα τα πρώτα ονόματα της εποχής. Από τη Τζένη Καρέζη και τον Μάνο Κατράκη μέχρι τη Δέσπω Διαμαντίδου και τον Γιώργο Φούντα. Για την Τζένη Καρέζη τα λόγια είναι περιττά. Η τραγική φιγούρα που πλάθει μιλάει από μόνη της. Ένα χρόνο αργότερα υποδύθηκε και πάλι έναν παρόμοιο ρόλο, αυτή τη φορά για τη ''Λόλα'' της Φίνος Φιλμ (τα ''Κόκκινα φανάρια'' είναι της Καραγιάννης-Καρατζόπουλος). Εξαίσια και η Δέσπω Διαμαντίδου στο ρόλο της θρυλικής Μαντάμ Παρί, δίχως να κρύβει και τις θεατρικές της καταβολές. Όσο για τον Γιώργο Φούντα, παρακολουθώντας κανείς την ταινία δεν θα αργήσει να αντιληφθεί γιατί τον έχουν αποκαλέσει ως τον απόλυτο μάγκα του ελληνικού κινηματογράφου. Από τον Μάνο Κατράκη δεν περιμένεις τίποτα λιγότερο από μια ουσιαστική ερμηνεία-έστω και ως β' ρόλο-ενώ η πραγματική έκπληξη σου έρχεται από την φροντισμένη ερμηνεία του Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Στα πρώτα του βήματα εδώ και ο όμορφος Φαίδων Γεωργίτσης αλλά και η Ελένη Ανουσάκη σε έναν ρόλο που θα ενθουσιάσει το αντρικό κοινό. Γοητευτική και αρχοντογυναίκα-όπως σε πολλές εμφανίσεις της-η Μαίρη Χρονοπούλου.

Με λίγα λόγια, μιλάμε για μια από τις πιο αξιοπρεπείς δραματικές ταινίες της δεκαετίας του '60-μιας δεκαετίας που χαρακτηρίζεται από φτηνά μελοδράματα. Χωρίς να αποφεύγει κάποια κλισέ και δραματικές καταστάσεις, ωστόσο διαθέτει ενδιαφέρουσες ερμηνείες, άψογη χρήση του κινηματογραφικού μέσου από το σκηνοθέτη της και ένα από τα καλύτερα soundtrack που έχουν γραφτεί ποτέ για ελληνική ταινία.

πηγή


Πηγή: pancreta