Η καλλιτεχνική κολεκτίβα Prova T.O. Athens φέρνει στην ελληνική θεατρική σκηνή τον «Συγγραφέα» του Τim Crouch στον πολυχώρο Vault. Η ενδοοικογενειακή κακοποίηση και η βία που κρύβει ο καθένας μέσα του, είναι θέματα που έχουν αναλυθεί και συζητηθεί εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Λάσκαρης και οι ηθοποιοί της ομάδας με μια νέα ματιά απαντούν στο κατά πόσο μπορεί να αντιμετωπίσει ο θεατής την ωμότητα ενός θεατρικού έργου και κατ΄ επέκταση την βία που βλέπουμε γύρω μας, σε μια παράσταση που ο Tim Crouch φροντίζει να δώσει νέα διάσταση στο Θέατρο όπως το ξέρουμε, αφήνοντας στην άκρη τις θεατρικές νόρμες.

Μετά την παράσταση «Μάρτυρας», η θεατρική ομάδα Prova T.O. Athens επανέρχεται στον πολυχώρο Vault Theatre, με ένα έργο ασυνήθιστο για την ελληνική σκηνή. Διά χειρός Tιμ Κράουτς, ο Βαγγέλης Λάσκαρης παίρνει στα χέρια του ένα εξαιρετικά πρωτοποριακό έργο. Είναι ίσως ό,τι πιο σύγχρονο έχει γραφτεί τα τελευταία χρόνια.

Σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο, ξεδιπλώνεται η πλοκή ενός έργου που φέρνει επί σκηνής ηθοποιούς και θεατές. Περίεργη μίξη ή προσπάθεια να φέρουν με το ζόρι έναν νεοτερισμό στην ελληνική σκηνή; Τίποτα από τα δύο νομίζω. Τα όσα εκτυλίσσονται κατά τη διάρκεια της παράστασης, δίνονται σαν μια κόλλα λευκό χαρτί στους θεατές. Έχουν τη δυνατότητα να δώσουν τον δικό τους τόνο, αλλά και να παρακολουθήσουν χωρίς συμμετοχή τα όσα διαδραματίζονται γύρω τους.

Συνέντευξη στον Ορέστη Βέλμαχο

Ο Β. Λάσκαρης τονίζει ότι ο τρόπος που είναι γραμμένο το έργο δίνει στον σκηνοθέτη ένα πλαίσιο, χωρίς απαραίτητα αυτό να σημαίνει πως βάζει στεγανά στον τρόπο δημιουργίας. «Είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο που σε σε καθοδηγεί. Ο Τιμ Κράουτς σε κρατάει απ' το χέρι καθώς σου συστήνει τον κόσμο του, το τι θα δείς βέβαια σε αυτό το ταξίδι είναι προσωπικό σου θέμα.

Μια τόσο διαδραστική παράσταση είναι αλήθεια ότι προκαλεί απορίες σχετικά με τις αντιδράσεις των ηθοποιών και το κατά πόσο μπορούν να επηρεαστούν. Σύμφωνα με τον Βαγγέλη, ο ρόλος του είναι «να τους οπλίσω για να μπορούν να αντιμετωπίσουν  την όποια κατάσταση μπορεί να δημιουργηθεί», αλλά το τελικό αποτέλεσμα έχει να κάνει με το κατά πόσο «οι ίδιοι είναι έτοιμοι να ανταποκριθούν και να είναι έτοιμοι για όσα θα συναντήσουν, γιατί ο σκηνοθέτης δεν μπορεί να μπει μέσα στην παράσταση και να δώσει οδηγίες στις αντιδράσεις που θα έχουν από το κοινό».

Η παράσταση είναι δοσμένη πάνω στις σημερινές συνθήκες, με προβληματισμούς στα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Σύμφωνα με τον ίδιο αυτό εξυπηρετεί τη ροή, καθώς «ο κόσμος είναι πιο εύκολο να κάνει τη σύνδεση και να μπει στο κλίμα. Να δει αυτό που συμβαίνει γύρω του. Είναι εδώ. Συμβαίνει τώρα. Μπροστά σου, γύρω σου, στα κανάλια, στα social media. Είναι άμεσες οι αναφορές».

Οι ηθοποιοί και ο Συγγραφέας που βρίσκονται επί σκηνής αναφέρονται χωρίς μισόλογα στην καθημερινότητα και στα όσα βιώνει ο μέσος άνθρωπος, που προξενεί την απορία για τη μη αντίδραση του κόσμου σχετικά με τα όσα βλέπουν να γίνονται μπροστά τους.

«Το έργο μιλάει για τη βία που έχουμε μέσα μας και για τη βία που βλέπουμε γύρω μας και κατά πόσο την ανεχόμαστε. Η παράσταση έχει χαρακτηριστεί ωμή, βίαιη αλλά και προβοκατόρικη. Ο λόγος  του Συγγραφέα είναι τόσο δυνατός που σε κάνει να νιώθεις άβολα, σε κάνει να νιώσεις παγωμάρα και σε προκαλεί να αντιδράσεις. Πώς μπορούμε να βλέπουμε όσα γίνονται γύρω μας και να μην αντιδράμε;

Ο κόσμος αντιδρούσε με διαφορετικούς τρόπους όταν το έργο παρουσιάστηκε στην Αγγλία. Κάποιοι σηκωνόντουσαν και έφευγαν, κάποιοι έδειχναν αμήχανοι, κάποιοι αντιδρούσαν λεκτικά απέναντι στους ηθοποιούς. Αλήθεια, γιατί μπορούμε να είμαστε τόσο ανεκτικοί στη βία μέσα στην καθημερινότητα μας αλλά να αντιδρούμε όταν αυτή παρουσιάζεται σε μια θεατρική παράσταση, με δεδομένες τις συμβάσεις που την ακολουθούν; Το θέατρο έχει μια πολύ μεγάλη δύναμη, την οποία εκμεταλλεύεται ο Κράουτς και νομίζω ότι πρέπει να την χρησιμοποιήσουμε αν θέλουμε να κάνουμε τον κόσμο να σκεφτεί,  να πάρει θέση και να αναλάβει τις ευθύνες του».

Όπως αναφέρει ο Βαγγέλης, «το θέατρο με την πραγματικότητα απέχουν, όπως και οι όποιες αντιδράσεις που μπορεί να έχει ο άνθρωπος αν συναντήσει μια δυσκολία στην πραγματική ζωή, σε σχέση με αυτό που βιώνει σε έναν προφυλαγμένο χώρο» , αλλά ακόμα και αυτό «έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάγνωση» και «έχει πολλά να πει» για τους ανθρώπους και τις αντιδράσεις τους.

«Σίγουρα τα όσα συμβαίνουν γύρω μας, τα όσα εμείς παρακολουθούμε ως δέκτες έχουν ενδιαφέρον, κυρίως γιατί δεν θα έπρεπε να είμαστε απλά δέκτες. Πώς είναι να βλέπεις έναν άνθρωπο που υφίσταται βία; Ακόμα και μετά από αυτό, τι θα κάνεις; Θα γράψεις στο διαδίκτυο “καλά του κάνανε”;  Φέρνω στο μυαλό μου την υπόθεση του Ζακ Κωστόπουλου. Τι θα πρέπει να σκεφτούμε για τους δράστες, τους νοικοκυραίους, για αυτούς που ήταν μπροστά στη σκηνή, αλλά και τι θα πρέπει να σκεφτούμε για αυτούς που έπιασαν τα πληκτρολόγια τους. Τι να σκεφτούμε για τα κανάλια και τους δημοσιογράφους, για τον τρόπο που διάλεξαν να  προβάλλουν το θέμα;»

Ο χαρακτήρας  του «Θεατή» παίζει έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο, που αποφορτίζει και λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στους θεατές και τους ηθοποιούς, σύμφωνα με τη φόρμα της παράστασης. «Είναι ένας ιδιαίτερος ρόλος. Όντως  προσπαθεί να αποσυμπιέσει το κλίμα. Δεν είναι όμως λιγότερο ένοχος από τους υπόλοιπους χαρακτήρες και είναι ένας πολύ γνωστός μας τύπος, ο ημιμαθής που νομίζει πως ξέρει τα πάντα, έχει γνώμη για όλα, θέλει να την επιβάλει, πετιέται, διακόπτει και φυσικά νομίζει πως ξέρει από τέχνη γιατί πάει θέατρο. Είναι ο τύπος που στην παρέα όταν ακουστεί ένα ανέκδοτο αντί να το χαρεί σκέφτεται πώς θα πει αμέσως μετά ένα καλύτερο»

Ο Βαγγέλης και αρκετοί από τους συντελεστές της παράστασης συναντήθηκαν με τον συγγραφέα, Τιμ Κράουτς, πριν ανεβάσουν την παράσταση. Η κουβέντα μαζί του λειτούργησε δημιουργικά, καθώς τους έδωσε το ελεύθερο να φέρουν στα μέτρα της ελληνικής επικαιρότητας την υπόθεση του έργου.

«Μας έδωσε την ελευθερία να κινηθούμε, να φέρουμε την παράσταση στα μέτρα της ελληνικής πραγματικότητας Ξέρεις όταν σου δίνουν ελευθερία πρέπει να ξέρεις τι να την κάνεις. Πήρα αποφάσεις για τις οποίες μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν ήμουν σίγουρος. Για έναν σκηνοθέτη αυτό είναι βασανιστικό. Οι θεατές ήταν ένας παράγοντας που δεν μπορείς να τον ελέγξεις. Άρα έπρεπε να περιμένω τις παραστάσεις για να δω πώς οι επιλογές που κάναμε στις πρόβες θα λειτουργήσουν».

Ο Συγγραφέας φαίνεται να ασκεί μια αλλόκοτη επιρροή πάνω στους ηθοποιούς. Δείχνει να επηρεάζει τις ζωές τους, σε σημείο που δεν μπορούν να αντιληφθούν το που σταματάει ο ρόλος τους και που ξεκινάει η προσωπική τους ζωή. «Κοίτα μωρέ γύρω σου και πες μου πως δεν υπάρχουν ομοιότητες» μου λέει ο Βαγγέλης, πριν βουτήξει πάλι στα της παράστασης.

«Όλοι κρύβουμε πράγματα μέσα μας, τα κρατάμε και τα πιέζουμε. Το πιο δύσκολο για τους ηθοποιούς είναι πως παίζουν τον ρόλο και ταυτόχρονα τον ίδιο τους τον εαυτό. Μοιάζει με την διπλή ζωή που ζούμε και στην καθημερινότητα μας. Μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα για παράδειγμα ζούμε μια άλλη ζωή. Φτιάχνουμε για τον εαυτό μας μια διαφορετική εικόνα. Και την υποστηρίζουμε και την ζούμε και φυσικά είμαστε εμείς. Δεν μπορείς να πεις πως είναι ψεύτικη. Η διπλή αυτή ζωή βολεύει. Βολεύει επειδή δείχνεις κάτι που θα ήθελες να είσαι, κρύβεις όσα δεν σου αρέσουν, ξεχνάς τις ευθύνες σου και την πραγματικότητα. Και λέω και την πραγματικότητα  γιατί  κι αυτή σε αυτό το ψηφιακό περιβάλλον αναδημιουργείτε αφού περιλαμβάνει τους καινούργιους αναμορφωμένους και όμορφους νέους εαυτούς μας».

Ο Συγγραφέας είναι ένα αρκετά ιδιόμορφο θεατρικό concept και το φινάλε της παράστασης διαφέρει αρκετά από τους συνηθισμένους επιλόγους. Ο Βαγγέλης θεωρεί ότι είναι από τα δυνατά χαρτιά του όλου εγχειρήματος.

«Η παράσταση έτσι και αλλιώς δεν είναι συνηθισμένη και σπάει όλες τις συμβάσεις του θεάτρου, το ίδιο γίνεται και με το κλείσιμο της. Οι αντιδράσεις του κόσμου διαφέρουν. Συνήθως είναι σιωπηλοί και χρειάζονται χρόνο για να επεξεργαστούν όσα είδαν και όσα άκουσαν. Είναι πάρα πολύ ωραίο ότι μετά το τέλος βρισκόμαστε στο φουαγιέ του θεάτρου και συζητάμε. Ο Συγγραφέας είναι η παράσταση που μετά το τέλος της το μπαρ του θεάτρου δουλεύει πιο πολύ από ποτέ. Οι άνθρωποι μένουν, μας προσεγγίζουν και όλοι μιλάμε για την παράσταση, αυτό είναι κάτι που δεν έχω ξαναδεί αν και είμαι αρκετά χρόνια στο Vault.

Έχουν ανάγκη να συζητήσουν, να επικοινωνήσουν και να ανταλλάξουν σκέψεις για τα όσα είδαν. Η παράσταση έχει τη μορφή κοινωνικού πειράματος. Είναι πολύ ενδιαφέρον να βλέπεις ότι οι άνθρωποι έρχονται πιο κοντά, μιλάνε, ακούνε και με δύο λόγια έχουν “ανοίξει”. Είναι έτοιμοι να μιλήσουν και να ακούσουν. Ο καθένας έχει να σου πει κάτι καινούργιο και αυτό το παίρνω μαζί μου, το κουβαλάω σπίτι μου. Αυτή η παράσταση μιλάει για την βία αλλά βγάζει μια γλύκα, μια ζεστασιά. Δεν ξέρω πως συμβαίνει αυτό, αλλά είναι πολύ ιδιαίτερο. Είμαστε 40 άνθρωποι που μοιραζόμαστε συναισθήματα».

Το ταξίδι του Συγγραφέα στο Vault αναμένεται να ολοκληρωθεί στα τέλη Ιανουαρίου, χωρίς να αποκλείεται η παράταση του. Όσο για τις επόμενες κινήσεις του, ο Βαγγέλης αναφέρει πως δουλεύουν με τον μεταφραστή της παράστασης, Δημήτρη Κιούση, μια φρέσκια κωμωδία από τη Βρετανία.

Μετά τη συνέντευξη με τον Βαγγέλη Λάσκαρη, συνάντησα και τους ηθοποιούς της παράστασης. Σε μια τόσο ιδιαίτερη παράσταση, ακόμα και αν έχουν «εξοπλιστεί» τέλεια από τον σκηνοθέτη, οι ηθοποιοί έρχονται αντιμέτωποι με το κοινό, με τρόπο που δεν συνηθίζεται για την ελληνική θεατρική σκηνή.

Ο «Θεατής» Άρης Κυπριανού, ο «Συγγραφέας» Γιώργος Στριφτάρης και οι ηθοποιοί – μέλη του κοινωνικού πειράματος Άννα Αθηνά Κολιοφώτη  και Στέλιος Ψαρουδάκης, μου έδωσαν τη δική τους οπτική για τα όσα βλέπει το κοινό, παρέα με αυτούς. Συναντηθήκαμε στο φουαγιέ περίπου δύο ώρες πριν την παράσταση για να μιλήσουν σχετικά με τα όσα βιώνουν, αλλά η συνέντευξη «άνοιξε» με τρόπο που να χωράει τα όσα έχει να πει ο Συγγραφέας, αλλά και οι ίδιοι  για την επικαιρότητα.


 

Πρόκειται για μια παράσταση που διεισδύει στα άδυτα της ψυχολογικής προετοιμασίας που κάνουν οι ηθοποιοί. Πώς το βιώσατε εσείς;

Α. Κυπριανου: Παίζω τον ρόλο του «θεατή». Πολλά μπορώ να πω, αλλά δεν θα προδώσω τον ρόλο μου, δεν θα προδώσω όσα έχει να πει και φέρνει σε μια παράσταση διαφορετική από αυτά που ξέρουμε. Αυτά… Όλα καλά, πείτε για τα ζώδια κάτι ρε παιδιά..

Α. Κολιοφώτη: Είναι μια παράσταση διαφορετική. Σίγουρα ο κόσμος μπορεί να δει πράγματα που δεν τα έχει δει μέχρι τώρα στο ελληνικό θέατρο, συμφωνώ με τον Άρη.

Σ. Ψαρουδάκης: Τι να πω… Ρωτάς σοβαρά τώρα; Α, οκ βλέπω πως ρωτάς σοβαρά. Τι να πω, αλήθεια; Καταγγέλλω τα καθάρματα που σκηνοθετούν και γράφουν για να φέρουν τους ηθοποιούς στα όρια τους. Ο Γιώργος είναι μια τέτοια περίπτωση. Μίλα ρε!

Γ. Στριφτάρης: Ναι, οκ, όλα θα είναι καλά αν καταφέρω κάποια στιγμή να ερμηνεύσω Ψαρουδάκη, του το χρωστάω! Είναι μια παράσταση που πρέπει να καταλάβεις τι προσπαθεί να σου φέρει και εσύ ως θεατής να κάτσεις να σκεφτείς Με ρώτησες και πριν off the record για το πώς βλέπω τα πράγματα, ή κάπως έτσι, σχετικά με τα όσα συμβαίνουν στην κοινωνία μας και κυρίως όσα γίνονται γύρω από την υπόθεση του Ζακ. Τι να πω; Υπάρχουν γύρω μας πράγματα, υπάρχουν γύρω μας εξελίξεις που δεν τις καταλαβαίνουμε ή κάνουμε πως δεν τις καταλαβαίνουμε.

Αυτό που βλέπουμε γύρω μας, αυτή η βία με την οποία χορταίνουμε τα ένστικτά μας, είναι κάτι που έχει έρθει για να μείνει;

Α. Κολιοφώτη: Όχι και δεν πρέπει να μείνει από έξω το μήνυμα που θέλουμε να στείλουμε πως δεν θα τους αφήσουμε να το συνεχίσουν. Εδώ είμαστε, εδώ πατάμε πόδι.  Δεν πρέπει να τους αφήσουμε να συνεχίσουν αυτά που λένε. Σκότωσαν άνθρωπο. Όχι λοιπόν, δεν θα τους αφήσουμε έτσι.

Σ. Ψαρουδάκης: Ωραία ερώτηση. Κοίτα, τα ΜΜΕ έφεραν μια δική τους πραγματικότητα στην υπόθεση Κωστόπουλου. Κάποιοι ήσασταν οκ, αλλά οι περισσότεροι όχι. Τι βλέπουμε λοιπόν στην πραγματικότητα; Τι είναι αυτό που τραβάει τα φώτα; Ο Συγγραφέας δεν γράφει για τον Κωστόπουλο. Μάλλον θα αηδίαζε ο Κράουτς, δεν ξέρω κιόλας. Πόσο εύκολο είναι να πατάς πάνω σε αυτό ως μέσο; Δεν θα κρίνω εγώ τα ΜΜΕ, βλέπετε και βλέπουμε ποιοι αξίζουν και γιατί αξίζουν.

Γ. Στριφτάρης: Είναι επιλογές που κάνουμε ως κοινωνία, είναι επιλογές που μας δοκιμάζουν. Να ανοίξω τώρα από εδώ κουβέντα για τον Ζακ; Όχι μωρέ… Θα σε κάνω σοφότερο; Θα μάθεις πράγματα που δεν ξέρεις; Ανέκδοτο σκέτο. Αν με ρωτάς γα τη στάση που πρέπει να έχουμε απέναντι στην υπόθεση, τότε λέω πως πρέπει να είμαστε όλοι από πάνω, μέχρι να ολοκληρωθεί. Ξέρουμε τι έγινε, δενείμαστε χαζοί ή τυφλοί.

Α. Κυπριανού: Να πω ποιοι φταίνε για τον Ζακ; Δεν είδαμε; Δεν καταλάβαμε; Ψάχνουμε να το δούμε ακόμα; Δεν έχουμε μάτια; Μπροστά μας έγινε.



Πώς αντιμετωπίζετε την  τόσο άμεση επαφή με το κοινό, σε μια παράσταση που στηρίζεται στη διάδραση ηθοποιών – πρωταγωνιστών;

Γ. Στριφτάρης: Η σχέση μεταξύ κοινού και ηθοποιών είναι σίγουρα κάτι ιδιαίτερο, στην Ελλάδα ίσως και να είναι ακόμα ταμπού. Ο Συγγραφέας είναι μια διαφορετική παράσταση. Ίσως βέβαια και να βρίσκεται εκεί το κλειδί  για να κατανοήσουμε πως μια καινούργια ιδέα δεν είναι ο σατανάς. Να κατανοήσουμε ότι οι καινούργιες ιδέες ίσως και να έχουν να μας πουν πράγματα. Είναι θέμα ετοιμότητας. Νομίζω το χαίρονται και οι θεατές

Α. Κυπριανού: Εγώ έχοντας τον ρόλο του «θεατή» παίζω έναν ρόλο διαφορετικό από τους υπόλοιπους. Ο Κράουτς προσπαθεί, και νομίζω το καταφέρνει, να χωρέσει στην παράσταση μια ποικιλία χαρακτήρων και αντιδράσεων. Είναι σαν να σημειώνει με διαφορετικό τρόπο τα όσα συμβαίνουν στο έργο. Σίγουρα σε κάποια σημεία λειτουργεί ως κωμική βαλβίδα αποσυμπίεσης ο ρόλος μου. Δεν είναι εύκολο να το περιγράψω. Έρχομαι σε άμεση επαφή με τους θεατές, τους βάζω στην παράσταση και με βάζουν στο κλίμα. Τα υπόλοιπα στην παράσταση!

Α. Κολιοφώτη: Είναι πολύ όμορφο το συναίσθημα, αλλά και πολύ περίεργο. Η τόσο άμεση επαφή με τους θεατές… Οκ είσαι ηθοποιός και πρέπει να ανταπεξέλθεις. Ο Κράουτς θίγει συγκεκριμένα θέματα και βάζει και το κοινό σε όλα αυτά που γίνονται, βάζει το κοινό στους προβληματισμούς του.

Σ. Ψαρουδάκης: Ναι εντάξει, υπάρχουν και όμορφες στιγμές, αλλά και στιγμές που υπάρχει αμηχανία. Αμηχανία για εμάς ή το κοινό, δεν ξέρω να σου πω τώρα. Είναι κάτι όμορφο, κάτι καινούργιο και το ζούμε. Είναι ωραίο το να «εκθέτεις» τον κόσμο στα πλαίσια μιας θεατρικής παράστασης και είναι ακόμα καλύτερο το να βλέπεις κόσμο που έχει όρεξη να «εκτεθεί».

Γ. Στριφτάρης: Δεν είναι μόνο θέμα του όποιου χαρακτήρα της παράστασης. Η συγκεκριμένη παράσταση δείχνει την επιρροή που έχει πλέον στη ζωή μας ο χώρος των social media, αλλά και το πόσο καθορίζει πολλούς από εμάς ο κοινωνικός αντίκτυπος που υπάρχει στο διαδίκτυο.



Εσείς πώς το βλέπετε; Έχουμε ακόμα άμυνες στις εικόνες βίας ή έχουν αλλοιωθεί από την καθημερινή τριβή μας;

Α.Κολιοφώτη: Είναι καθαρά προσωπικό θέμα, είναι ο τρόπος που έχεις μεγαλώσει ο καθένας. Ο ίδιος άνθρωπος θα αντιδράσει διαφορετικά ανάλογα με το περιβάλλον του. Αλλιώς είναι να έχεις μεγαλώσει σε μια εμπόλεμη ζώνη και αλλιώς σε ένα περιβάλλον πλήρως προστατευμένο. Υπάρχουν διαφορετικές προσλαμβάνουσες.

Γ. Στριφτάρης: Μεγάλο ζήτημα αυτό με τις αντιστάσεις που έχουμε ή δεν έχουμε. Βλέπουμε με μια τεράστια ευκολία στο ίντερνετ να βγαίνουν εικόνες με κορίτσια που τα έχουν βιάσει στο λύκειο και τα κορίτσια αυτά αυτοκτονούν. Βλέπουμε παιδιά που τραμπουκίζονται και δεν μπορούν να αντέξουν. Πηδάνε από τα μπαλκόνια. Δεν κάνουμε τίποτα για αυτά τα περιστατικά. Είναι κάτι που συμβαίνει δίπλα μας και εμείς κοιτάμε αλλού. Άρα λοιπόν, αν με ρωτάς για τα αντανακλαστικά που έχουν οι άνθρωποι σε αυτή τη φρικτή κοινωνία που έχουμε φτιάξει, σου απαντώ ξεκάθαρα: Πρέπει να το αλλάξουμε. Φυσικά και δεν είναι όλοι οι άνθρωποι κακοί ή αδιάφοροι για τον διπλανό τους. Υπάρχουν και κάποιοι που αγνοούν την πραγματικότητα, είναι εκτός ρε παιδί μου. Ας κάνουμε εμείς το μισό βήμα για να τους ξεκουνήσουμε και ας κάνουν και εκείνοι το άλλο μισό για να καταλάβουν που ζούνε.

Α. Κυπριανού: Δυστυχώς το πιο σύνηθες φαινόμενο είναι να βλέπεις το όποιο βίντεο με πολύ σκληρές εικόνες και μετά να το σκέφτεσαι πέντε ή δέκα λεπτά. Μέχρι εκεί. Οι περισσότεροι το αφήνουν πίσω τους, το ξεχνάνε ή κάνουν πως δεν το είδαν. Είναι στο χέρι του καθένα να υψώσει ανάστημα και να κινητοποιηθεί, να αντιδράσει απέναντι σε αυτό που είδε. Ξαναλέω, δυστυχώς για μια μερίδα του κόσμου είναι πολύ εύκολο να ξεχάσει αυτό που είδε.

Γ. Στριφτάρης: Είναι εύκολο για πολύ κόσμο να κάτσει να δει εικόνες βίαιες, εικόνες ωμές και στη συνέχεια να κάτσει στο τραπέζι με την οικογένεια του σαν να μην έγινε τίποτα. Υπάρχουν βίντεο που βλέπεις πολέμαρχους να κρατάνε 40 κεφάλια στα χέρια τους και φεύγουν με ένα κλικ από το μυαλό σου. Δεν κάθεσαι να σκεφτείς ότι πίσω από το κάθε κομμένο κεφάλι βρίσκεται μια ιστορία, βρίσκεται αίμα και μια χαμένη ανθρώπινη ψυχή.

Σ. Ψαρουδάκης: Ξαφνικά όλα έχουν έρθει πάρα πολύ κοντά μας με την ταχύτητα που φεύγουν οι πληροφορίες και το υλικό που έχουμε στα χέρια μας.. Πριν 40 χρόνια ένας άνθρωπος λάμβανε μια βίαιη εικόνα και την κράταγε μέσα του 30 μέρες, τώρα είμαστε δέκτες βίαιων εικόνων σε κλάσματα δευτερολέπτου. Θέλουμε όλο και περισσότερο για να μας ξεκουνήσει και να αντιληφθούμε πως είναι πραγματικά απάνθρωπο και βίαιο αυτό το περιστατικό. Στις ΗΠΑ μπαίνει μέσα ένας πιτσιρικάς με όπλο και θερίζει κόσμο. Είναι εικόνα που πριν 10, 20, 30, 40 χρόνια θα τη θεωρούσαμε σοκαριστική. Όχι πλέον. Εθιζόμαστε στη βία και ζητάμε παραπάνω για να καταλάβουμε ότι είναι όντως σοκαριστική η εικόνα.



Συντελεστές:
Μετάφραση: Δημήτρης Κιούσης
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Λάσκαρης
Σκηνικός χώρος: Γιώργος Λυντζέρης
Φωτογραφίες παράστασης: Γιώργος Στριφτάρης
Trailers: Θοδωρής Θεοδώρου, Γιώργος Στριφτάρης
Αφίσα παράστασης : Come back studio
Επιμέλεια προγράμματος: Εκδόσεις Άπαρσις
Παραγωγή: Vault
FB page : https://www.facebook.com/provatheatreorganization/
E mail: provatoathens@gmail.com
Ημέρες Παραστάσεων: Τετάρτη, Πέμπτη (21:00)


Παίζουν: Γιώργος Στριφτάρης, Στέλιος Ψαρουδάκης, Άννα Αθηνά Κολιοφώτη, Άρης Κυπριανού.
Τιμές εισιτηρίων:
Γενική είσοδος: 12 ευρώ
Φοιτητές / Σπουδαστές / Κάτοχοι Κάρτας Πολυτέκνων / ΑμΕΑ / Κάτοχοι Κάρτας Ανεργίας (ΟΑΕΔ): 10 ευρώ
Ατέλειες: 5 ευρώ

ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ VAULT:
Πληροφορίες-κρατήσεις: 213 0356472 / 6949534889 (11:00 - 14:00 και 17:00 - 21:00)
Email: vaultvotanikos@gmail.com
FB Page: http://www.facebook.com/VAULTTheatreGr1/


*Μετά την έναρξη της παράστασης δεν επιτρέπεται η είσοδος στην αίθουσα.


Πηγή: thepressproject.gr