Η Ursula Tidd ασχολείται με την ζωή και το έργο της συγγραφέως του «Δεύτερου Φύλου» που συνέβαλε καθοριστικά στο φεμινιστικό κίνημα
 

Το όνομα της Simone de Beauvoir είναι πια αρκετά γνωστό ανά τον κόσμο, συνήθως συνυφασμένο με τον φεμινισμό. Στην πραγματικότητα, η ζωή της διάσημης συγγραφέως και ακαδημαϊκού ήταν κάτι περισσότερο από αυτό, πόσο μάλλον από την πολυσυντροφική σχέση της με τον Jean-Paul Sartre. H οπτική της Ursula Tidd ασχολείται ελάχιστα με τα γεγονότα που κυρίως την γνωρίζουμε και ρίχνει φως σε αθέατες πλευρές της ζωής της που καθόρισαν σημαντικά το έργο της.

Από τα πρώτα ζητήματα που ασχολείται το βιβλίο είναι η παιδική ηλικία και κυρίως η σύγκρουση της αυστηρής καθολικής με την πιο φιλελεύθερη διαπαιδαγώγηση από τους γονείς της, πράγμα που θα την συνόδευε και μετέπειτα. Στο πρόσωπο του Sartre βρίσκει τον Πατέρα και αναπτύσσει μια διανοητική και προσωπική σχέση που με διάφορες διακυμάνσεις θα διατρέξει όλη της την ζωή. Αν και αναζητούσε συνεχώς την χρυσή τομή προκειμένου να μην θυσιάσει την ελευθερία της, συναισθηματικά ήταν απαγκιστρωμένη από τον Sartre, γι’ αυτό και ανεχόταν την ταραχώδη και χειριστική συμπεριφορά του. Η συγγραφέας εξηγεί αυτό το γεγονός αφενός λόγω του σεβασμού προς τον Sartre ως φιλόσοφο και αφετέρου λόγω μιας συνεχόμενης αίσθησης κατωτερότητας ως μια γυναίκα σε ένα ανδροκρατούμενο χώρο και γενικότερα μέλος μιας καταπιεστικής, πατριαρχικής κοινωνίας. Η ίδια φαίνεται να εγκλωβίζει στα πρώτα χρόνια της ακαδημαϊκής της καριέρας τον εαυτό της ως συγγραφέα λογοτεχνικών έργων και όχι ως φιλόσοφο, ενώ ανοιχτά πολιτική και ακτιβιστική δράση απέκτησε μετά την λήξη του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.

Από την εφηβική της ηλικία, η ίδια ήρθε αντιμέτωπη με το ερωτικό ενδιαφέρον της προς άλλες γυναίκες, με πρώτη την παιδική της φίλη Zaza. Ο θάνατός της σε νεαρή ηλικία την τραυμάτισε συναισθηματικά και χρειάστηκε αρκετά χρόνια προκειμένου να το αντιμετωπίσει και να το διαχειριστεί. Η συγγραφέας επίσης σημειώνει ότι παρά τις πολυάριθμες ομοερωτικές σχέσεις που είχε ανά τα χρόνια υπήρχαν τα εξής μοτίβα: συνήθως ασχολούταν με πολύ νεώτερες φοιτήτριες με τις οποίες ανέπτυσσε ενυπήρχε το στοιχείο της ερωτικής-θεωρητικής μεταβίβασης και πάντα επισκιάζονταν από την σχέση της με τον Sartre. Στην πραγματικότητα είχε πάντοτε μια δικαιολογημένη δυσφορία προς την ομοσεξουαλικότητα, δεδομένων των κοινωνικών συνθηκών αλλά και της κυριαρχίας της εικόνας του Sartre σε όλα τα επίπεδα της ζωής της. Το μεγάλο συναισθηματικό κεφάλαιο της σχέσης της με την Zaza τελικά εναποτέθηκε στην συγγραφή του «Δεύτερου Φύλου», το οποίο ήρθε να αποκρυσταλλώσει μια πορεία πολιτικών εμπειριών και ταξιδιών σε διάφορες γωνιές του πλανήτη: από την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο, στον Μάο της Κίνας και στις φεμινίστριες των ΗΠΑ.

Στο Δεύτερο Φύλο, η Beauvoir θα υπερασπιζόταν μετέπειτα την αυθεντικότητα του λεσβιακού έρωτα ως μια εν καταστάσει επιλογή. Η πρόκληση του να γίνουν ένα επιθυμητικό υποκείμενο σε αντιπαραβολή με το να είναι ένα αντικείμενο επιθυμίας, ισχυριζόταν η Beauvoir, ήταν μια πρόκληση που όλες οι γυναίκες αντιμετώπιζαν στην πατριαρχική κοινωνία, ανεξαρτήτως του σεξουαλικού τους προσανατολισμού (σελ.71).

Η έννοια του Άλλου που εκφράζεται στο βιβλίο υπήρξε αποτέλεσμα των πιο καθοριστικών ερωτικών της σχέσεων. Ο συντροφικός της δεσμός με τον Sartre και η τοξική, χειριστική αντιμετώπιση της πολυσυντροφικότητας από πλευράς του την ώθησε στο να συντάξει μια μελέτη «ως προς το πώς μια γυναίκας καθίσταται το “άλλο” απέναντι στο καθολικό ανδρικό υποκείμενο, και ως προς το γιατί εκείνη έφθασε να βλέπει την γλώσσα ως ένα καθολικοποιημένο Δούρειο Ίππο που οι γυναίκες πρέπει να κλέψουν από τους άνδρες(σελ.57)». Στην συνέχεια η ενασχόληση με πολιτική φιλοσοφία όπως Marx ή Hengels διεύρυνε το πολιτικό της κριτήριο σε συνδυασμό με μια προσπάθεια εκλογίκευσης των τραυματικών προσωπικών της εμπειριών είναι αυτό που έδωσε μορφή στην έννοια του Άλλου. Ο μεγαλύτερος φόβος της Beauvoir ήταν ο χρόνος με το επακόλουθο γήρας και κυρίως ο θάνατος, με την έννοια του τερματισμού της ύπαρξης. Ο θάνατος της Zaza και αργότερα ο θάνατος της μητέρας της επαναπροσδιόρισαν τις σχέσεις με τους ανθρώπους αλλά και το πώς τοποθετείται εκείνη σε διάφορα γεγονότα, ενώ οι δυο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και η φυγή του Sartre να πολεμήσει στο μέτωπο, την ώθησαν στο να καταγράψει αυτές τις σκέψεις της σε μορφή ημερολογίου.

Το δεύτερο κύμα του φεμινισμού, του οποίου εκπρόσωπος θεωρείται και η Beauvoir δέχτηκε την εξής κριτική από το τρίτο κύμα, με βάση την διαθεματικότητα, ότι δεν είναι αρκετά συμπεριληπτική όσον αφορά π.χ. τρανς άτομα ή φυλετικές μειονότητες και ότι αφορούσε κυρίως λευκές μικροαστές. Η ίδια η Beauvoir είχε επίγνωση της αστικής καταγωγής και των προνομίων που αυτή συνεπαγόταν και θεωρούσε πολλές φορές υπερβολικό τον τρόπο ζωής της.

Σημειώνει ότι ενώ οι (δυτικές) γυναίκες επιλέγουν ή τουλάχιστον συναινούν ως προς την καταπιεσμένη κατάστασή τους, άλλες καταπιεσμένες ομάδες στον κόσμο δεν έχουν αναγκαστικά κάποιο πρακτικό μέσο για να αμφισβητήσουν την υλική τους καταπίεση. Όπως θα ισχυριζόταν και στο Δεύτερο Φύλο, η Beauvoir διατείνεται ότι υπάρχουν συγκεκριμένες “προνομιακές κατάστασεις” που μπορούν να ευνοήσουν την υλοποίηση της ελευθερίας ενός ατόμου και άλλες καταστάσεις στις οποίες η ελευθερία είναι σοβαρά περιορισμένη(σελ.102).

Η μελέτη της Ursula Tidd πάνω στο έργο της Beauvoir είναι αρκετά λεπτομερής και εκφράζεται με απλό, κατανοητό λόγο εξηγώντας παράλληλα όποιους φιλοσοφικούς όρους. Επομένως είναι μια άριστη πρώτη γνωριμία και εξοικείωση με το έργο της που απευθύνεται σε ένα πιο μαζικό αναγνωστικό κοινό.

| 09/09/2020

*Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις oposito.


Πηγή: toperiodiko.gr