του Σπύρου Κακουριώτη

Επισκέφθηκα τη Βιβλιοθήκη της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών για τελευταία φορά στις 11 Μαρτίου. Στο εντυπωσιακό της κτίριο, στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου, που εγκαινιάστηκε μόλις τον Ιανουάριο του 2019, έπειτα από μια δεκαετία εργασιών, επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Ελάχιστοι φοιτητές εργάζονταν στους πάγκους των αναγνωστηρίων ή αναζητούσαν κάτι στα βιβλιοστάσιά της. Άλλωστε ήταν ακόμη αρκετά πρωί.

Βρήκα εύκολα τα βιβλία που αναζητούσα και προχώρησα προς τη γραμματεία της εισόδου. Έδωσα στην προσηνή και μάλλον ευδιάθετη υπάλληλο την κάρτα που μου επιτρέπει τον δανεισμό και στη συνέχεια τα βιβλία. Αφού σκάναρε τους ραβδοκώδικες, μου επισήμανε: «Τα επιστρέφετε στις 26 Μαρτίου». «Κι αν είναι κλειστό;» ρώτησα επιφυλακτικά, καθώς είχαν ήδη φουντώσει οι φήμες ότι το πανεπιστήμιο θα έκλεινε. «Ε, τότε, δεν θα τα επιστρέψετε», μου απάντησε μοιρολατρικά, με ύφος που έδειχνε ότι συμμερίζεται τις ανησυχίες μου για το άγνωστο αύριο…

Σχεδόν δύο μήνες μετά, τα βιβλία βρίσκονται ακόμη στο γραφείο μου, με ένα παχύ στρώμα σκόνης επάνω τους. Στο διάστημα αυτό, η χώρα μετατράπηκε σε ένα απέραντο λοιμοκαθαρτήριο, «κλείνοντας» όχι μονάχα τους χώρους της εκπαίδευσης και της έρευνας αλλά, πρακτικά, το σύνολο της οικονομίας και της καθημερινής ζωής.

Στα τέλη Απριλίου, η υπουργός Παιδείας ανακοίνωσε το χρονοδιάγραμμα της επαναλειτουργίας της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες της. Σε ό,τι αφορά την ανώτερη και ανώτατη, η επιτυχημένη «εξ αποστάσεως» λειτουργία της υπήρξε ένα βολικό επιχείρημα προκειμένου οι χώροι των πανεπιστημίων (σε αντίθεση με εκείνους των γυμνασίων) να συνεχίσουν να παραμένουν στο σύνολό τους κλειστοί –με μόνη εξαίρεση την επαναλειτουργία κλινικών και εργαστηρίων από 25 Μαΐου.

Μεθυσμένη από την επιτυχία της να επαναφέρει την «κανονικότητα» στο πανεπιστήμιο χωρίς πολλές ενστάσεις και εντάσεις, η κ. υπουργός φαίνεται να ξεχνά ότι προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για την πανεπιστημιακή λειτουργικότητα αποτελούν οι ανοιχτές και προσβάσιμες βιβλιοθήκες –και μιλώ για τις βιβλιοθήκες γενικώς και όχι μόνον τις πανεπιστημιακές.

Όμως, σύμφωνα με την υπουργό μας, «δεν προβλέπεται για την ώρα η επαναλειτουργία τους», μολονότι «το ακαδημαϊκό εξάμηνο θα ολοκληρωθεί κανονικά». Την εν τοις όροις αντίφαση των δύο αυτών δηλώσεων (καθώς η αλήθεια της δεύτερης προϋποθέτει την διάψευση της πρώτης) δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται η κ. υπουργός. Όπως δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται γενικότερα το πόσο σημαντική είναι η πρόσβαση σε βιβλιοθήκες και αρχεία προκειμένου οι νέοι επιστήμονες να προχωρήσουν την έρευνά τους, ιδιαίτερα στον χώρο των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Με ποιον τρόπο, π.χ., θα πραγματοποιηθούν απαλλακτικές εργασίες αντί εξετάσεων στα ΑΕΙ; Με τίποτα λυσάρια;

Η κ. υπουργός, έχοντας σπουδάσει εξολοκλήρου στο εξωτερικό, φαίνεται να μην έχει σχέση με τις ελληνικές βιβλιοθήκες γενικώς: με τον τρόπο που λειτουργούν, με τον αριθμό των αναγνωστών που «συνωστίζονται» σε αυτές, με τις δυνατότητες εφαρμογής προστατευτικών μέτρων… Αντιθέτως, για τους χρήστες τους είναι φανερό πως, καθώς ο έλεγχος των όρων λειτουργίας είναι πολύ εύκολος, βιβλιοθήκες και αρχεία θα μπορούσαν να υποδεχθούν το κοινό από τους πρώτους.

Το γεγονός ότι παρέμειναν και παραμένουν κλειστά μέχρι νεωτέρας θα έπρεπε να είχε κινητοποιήσει τους «καθ’ ύλην» αρμόδιους. Κι όμως, διαμαρτυρίες δεν υπήρξαν ούτε από τις πανεπιστημιακές συγκλήτους, αλλά ούτε από την Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία ή την ίδια την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Λες και οι υπεύθυνοι για τη λειτουργία τους, κατά βάθος, πιστεύουν ότι ιδανική βιβλιοθήκη είναι εκείνη που δεν έχει αναγνώστες!

Δεν πρέπει να νομιστεί, βέβαια, ότι το προσωπικό των βιβλιοθηκών και των αρχείων δεν βρισκόταν στη θέση του. Μετά το πρώτο «σοκ», επέστρεψαν σύντομα, συνεχίζοντας τις εργασίες τους, βοηθώντας εξ αποστάσεως, όπου αυτό στάθηκε δυνατόν, τους χρήστες –αυτή, τουλάχιστον, υπήρξε η προσωπική μου εμπειρία από το ευγενικό προσωπικό του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ) και των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).

Όμως, ας μη γελιόμαστε. Η τηλεφωνική εξυπηρέτηση δεν αντικαθιστά την ψηφιοποίηση των αρχείων. Οι διαλέξεις μέσω skype δεν συνιστούν εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Πόσο μάλλον η… βιντεοσκόπηση του μαυροπίνακα! Μπορεί ο χώρος της εκπαίδευσης να ανακάλυψε, θέλοντας και μη θέλοντας, τα πλεονεκτήματα αλλά και τα μειονεκτήματα των ψηφιακών εφαρμογών, τις περισσότερες φορές μάλιστα αυτοσχεδιάζοντας, μπορεί να ανέλαβε να φέρει σε πέρας έναν «πρωτόγονο» ψηφιακό μετασχηματισμό με όποια μέσα διέθετε, όμως χωρίς κεντρική πολιτική για την ψηφιακή εκπαίδευση καμία ανάλογη προσπάθεια δεν μπορεί να τελεσφορήσει. Και τέτοια πολιτική το υπουργείο Παιδείας δεν διαθέτει.

Η συγκυρία ήταν ιδανική προκειμένου η υπουργός να καλέσει τους εκδότες και να διαπραγματευτεί μαζί τους άδειες για την ηλεκτρονική χρήση των βιβλίων τους. Αντ’ αυτού, στην πρώτη τους άρνηση η κ. υπουργός έκανε πίσω, διαιωνίζοντας την εκκρεμότητα. Άφησε έτσι τους εκδότες επιστημονικών συγγραμμάτων να εμμένουν στη μη διάθεση ψηφιακού περιεχομένου, επιλέγοντας, αντ’ αυτού, να αναλάβουν το κόστος αποστολής τους στους φοιτητές. Αποτέλεσμα; Συνεχίζουν ακόμη και σήμερα, έχοντας ανοίξει πλέον τα καταστήματά τους, να πακετάρουν για τον «Εύδοξο», με τη διανομή να μην έχει ολοκληρωθεί ακόμη ούτε στο λεκανοπέδιο Αττικής, σύμφωνα με πληροφορίες.

Χωρίς αρχεία δεν γίνεται έρευνα. Χωρίς βιβλιοθήκες δεν γίνεται εκπαίδευση. Χωρίς ψηφιακό περιεχόμενο δεν γίνεται εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Χωρίς πολιτική αρχείων και βιβλιοθηκών δεν γίνεται υπουργείο Παιδείας. Θα παραμένει «ἀγρὸς αἵματος ἕως τῆς σήμερον», όπου ο Μπέος, ο δήμαρχος Βόλου, θα είναι σε θέση να ανοίγει τις βιβλιοθήκες της πόλης του νωρίτερα από το υπουργείο Παιδείας. Ποιος; Ο Μπέος… Αραμαϊστί, ακελδαμά


Πηγή: oanagnostis.gr