«Τι είμαι για τον περισσότερο κόσμο; Μια μηδαμινότητα ή ένας αλλόκοτος, αντιπαθητικός άνθρωπος, ένας που δεν έχει καμμιά υπόσταση στην κοινωνία ή που δεν θ΄ αποκτήσει ποτέ, τέλος και κάτι λιγότερο από εάν μηδενικό. Έστω! Θα ήθελα να δείξω με το έργο μου τι υπάρχει στην καρδιά ενός τέτοιου ανθρώπου αλλόκοτου, μιας τέτοιας μηδενικότητας».
Απόσπασμα μιας από τις 650 επιστολές του Βίνσεντ Βαν Γκογκ στον αδελφό του Tέο.
«Τα βιβλία μου βασίζονται κατά 98% σε ιστορικά γεγονότα. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια προκειμένου να εισχωρήσω στη διάνοια και στην ψυχή των χαρακτήρων μου, αφουγκραζόμενος τους εσωτερικούς τους μονολόγους μέσω των επιστολών τους. Κι όταν απαιτείται να γεφυρώσω το χάσμα με την πραγματικότητα, προσπαθώ να το κάνω μέσα από τα μάτια και τα κίνητρα του προσώπου για το οποίο γράφω».
Απόσπασμα από συνέντευξη του Ίρβιν Στόουν, συγγραφέα του βιογραφικού μυθιστορήματος με τον πρωτότυπο τίτλο Lust for Life, γραμμένο το 1934, βασισμένο στη ζωή του διάσημου Ολλανδού ζωγράφου Βίνσεντ Βαν Γκογκ.
 
Πρόκειται για τη δημοφιλέστερη βιογραφία του Στόουν, η οποία ως επί το πλείστον βασίζεται στη συλλογή των γραμμάτων μεταξύ του ζωγράφου και του νεότερου αδελφού του, εμπόρου έργων τέχνης, Τέο Βαν Γκογκ. Το Πάθος για Ζωή, προϊόν επίπονης έρευνας, φημίζεται για τον τρόπο με τον οποίο περιγράφει την προέλευση πολλών διάσημων έργων του Βαν Γκογκ,  όπως «Οι πατατοφάγοι», «Τα ηλιοτρόπια, «Η έναστρη νύχτα» και άλλα. Ο Στόουν επιχειρεί να ερμηνεύσει τη δύσκολη ζωή του Βαν Γκογκ και τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε, αναπτύχθηκε και πέθανε ως ζωγράφος. Στο σημείωμά του ο συγγραφέας παραθέτει τις πηγές του και εξηγεί για ποιους λόγους επινοεί μικρές μυθοπλασίες για τη διευκόλυνση της αφηγηματικής του προσπάθειας και την κατανόηση της ιδιοσυγκρασίας του ζωγράφου. Χρησιμοποιείται πολύ ο διάλογος, ο οποίος διαμορφώνει ένα ζωντανό κείμενο που διαβάζεται ξεκούραστα. Και όταν ένα ανάγνωσμα είναι απολαυστικό και ρέον, τότε δίδεται η ευκαιρία στις εικόνες και στις περιγραφές να ξεδιπλωθούν και να κατακλύσουν τον αναγνώστη. Η παρούσα βιογραφία, όπως είναι φυσικό, αποτελεί έναν πίνακα ζωγραφικής, ή, μάλλον, πολλά αλλεπάλληλα εναλλασσόμενα τοπία και πρόσωπα που κολυμπούν στον συναισθηματικό κόσμο του καλλιτέχνη και αξιώνουν από τον αναγνώστη μια άνευ όρων παράδοση και αποδοχή.
 
Βασική πηγή δεδομένων του συγγραφέα είναι οι περίφημες επιστολές του Βαν Γκογκ προς τον πολυαγαπημένο και κατά 4 χρόνια νεότερο αδελφό του Τέο. Έχει χυθεί πολύ μελάνι, διότι αποτελούν για τους ιστορικούς τέχνης σπουδαίο εργαλείο μελέτης της ζωής και του έργου του ζωγράφου. Η βιογραφία που έχουμε στα χέρια μας είναι ένα άρτιο κείμενο, ογκώδες και νευρικό, που προξενεί στον αναγνώστη πλήθος συναισθημάτων, εγείρει ερωτηματικά και διεισδύει εύστοχα στην άβυσσο της ψυχής μιας μεγαλοφυίας. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε 9 επί μέρους κεφάλαια που οι τίτλοι του βασίζονται στα μέρη όπου εκείνος έζησε. Λονδίνο (πρόλογος), Mπορινάζ, Έττεν, Χάγη, Παρίσι, Σαιν Ρεμύ και Ωβέρ. 
O Στόουν, αναπαριστά επιδέξια τη συναρπαστική ατμόσφαιρα του Παρισιού των μεταεμπρεσσιονιστών και επαναδομεί με τεράστια ενσυναίσθηση την εξέλιξη της τέχνης του Βαν Γκογκ. Ξαναφέρνει στη ζωή τον ζωγράφο, όχι μόνον ως καλλιτέχνη αλλά και ως προσωπικότητα και αυτή η σπουδή πάνω στη βίαιη, απάνθρωπη, τυραννισμένη ζωή του, συνθέτει ένα μυθιστόρημα σπάνιας ζωτικότητας και συμπόνοιας.
Ουδείς καλλιτέχνης έχει τόσο παρασυρθεί από τη δημιουργική του εγρήγορση ούτε έχει απομονωθεί εξαιτίας της από τις πιο κοινές πηγές ανθρώπινης ευχαρίστησης, όσο ο Βαν Γκογκ. Ένας ευφυής ζωγράφος με μια ζωή συνεχούς αγώνα ενάντια στη φτώχεια του, στην αποθάρρυνση, στην τρέλα και στην απελπισία.
Η έρευνα του συγγραφέα, όπως είναι φυσικό, ολοκληρώνεται το έτος 1934. Έκτοτε, πλήθος μελετών είναι στη διάθεση του κάθε ενδιαφερόμενου να αποκρυπτογραφήσει τη σκοτεινή, παθιασμένη, ιδιοφυή προσωπικότητα του μεγάλου ζωγράφου.
Εγώ θα ήθελα να σταθώ και να εμβαθύνω σε κάποια σημεία που θεωρώ ότι σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα του, ή προκάλεσαν την τέχνη του, ή πυροδότησαν τις αυτοκαταστροφικές του τάσεις, επέσπευσαν ή προκάλεσαν τον ηθελημένο ή αθέλητο ακρωτηριασμό του, την αυτοχειρία ή και δολοφονία του.
α) Η πατρική οικογένεια και οι προσδοκίες στις οποίες δεν μπορούσε/ δεν επιθυμούσε να ανταποκριθεί.
β) Η ανάγκη για έκφραση και εξωτερίκευση των συναισθημάτων.
γ) Η ανάγκη της ταύτισης με τους αδύναμους και τους κατατρεγμένους του κόσμου, άραγε αναζητώντας την προσωπική εξιλέωση από την αμαρτία της ασφάλειας, της επάρκειας σε υλικά αγαθά, της δυνατότητας επιλογής τρόπου ζωής ;
δ) Η ανάγκη αναγνώρισης της ουσίας της τέχνης του. Πάσχισε για την επίγεια δικαίωση, η οποία ουδέποτε ήλθε.
ε) Το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα, έξω από σχολές και μανιέρες της εποχής. Όταν ανακαλύπτει το φως του εμπρεσιονισμού, προκαλεί τον εαυτό του να το υπερβεί.
στ) Η πίστη στον εαυτό του και η επίγνωση της υπεροχής του (με διακυμάνσεις απελπισίας και χαμηλής αυτοεκτίμησης, απόρροια της διπολικότητάς του).
ζ) Η διαρκής αναζήτηση της εμπειρίας πριν την απεικόνιση. «Ο ήλιος και η ζέστη. Πρέπει να καώ από τον ήλιο, για να νοιώσω τον ήλιο, για να μπορέσω να απεικονίσω τον ήλιο, για να σας μεταφέρω τη ζέστη του, το χρώμα του, το πάθος του». Έτσι μας μιλάει μέσα από τα πορτοκαλί και κίτρινα φόντα του. Αυτό και πάντοτε έπραττε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη των συνεπειών της κάθε εμπειρίας στην ψυχική και σωματική του υγεία.
η) Η τρομακτική εμπειρία του Mπορινάζ που έφερε την αρρώστια, την αδυναμία, την εξάντληση από την πείνα και τον πυρετό, για να κηρύξει το χριστιανικό παρηγορητικό λόγο στους μελλοθάνατους ανθρακωρύχους, μελλοθάνατος κι ο ίδιος, αντιλαμβανόμενος ότι κρούει ανοικτές θύρες, αγωνιά για το κάρβουνο…
«πρέπει να μαυρίσω από το κάρβουνο, να μου πνίξει τα σωθικά, να μου σακατέψει τα πνευμόνια, να λιώσω στον πυρετό, να μην έχω να φάω, να πιώ, να ξαπλώσω, να ζεσταθώ, να ησυχάσω, για να μπορέσω να απεικονίσω τα πρόσωπα των μελλοθάνατων ανθρακωρύχων του Mπορινάζ».
θ) Αναφορά οπωσδήποτε οφείλω να κάνω στο αγαπημένο του έργο της πρώιμης περιόδου που τόσο επικρίθηκε από τους μέντορές του και τους γκαλερίστες της εποχής και το οποίο απηχεί όλα τα παραπάνω. Την τίμια δουλειά, των τίμιων εργατών που γιατρεύουνε την πείνα τους γύρω από ένα τραπέζι με σκέτες πατάτες. Που τις δούλεψαν, που τις φύτεψαν, που τις μάζεψαν από σκληρή γη, που με μάτια καθαρά τις καταναλώνουν και γίνονται σύμβολα. Γιατί αφομοιώνουν την ίδια τη γη που σύντομα θα τους σκεπάσει. Δεν έχουν γνωρίσει τίποτε περισσότερο, δεν επιθυμούν κάτι άλλο. Ομοίως και ο δημιουργός τους. «Οι πατατοφάγοι» με τον σπαρακτικό τους συμβολισμό είναι ικανοί να στοιχειώσουν τις μέρες και τις νύχτες κάθε καλοζωισμένου αστού!
 θ) Ο κοσμοπολιτισμός του Βαν Γκογκ.
η) Το πρόσωπο-κλειδί στη ζωή του, ο αδελφός του Tέο.
ι) Το αψέντι που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ψυχική του υγεία, καθώς επιβάρυνε το ήδη υπάρχον καταθλιπτικό υπόβαθρο και συνυπαρχόντων κι άλλων επιβαρυντικών παραγόντων, εξελίσσει την καταθλιπτική διαταραχή σε βαρύτατη ψυχωσική συνδρομή, με τις ψευδαισθήσεις, τη μανία, την επιθετικότητα, τις αυτοκαταστροφικές τάσεις που κορύφωσαν με την επιδείνωση τους την τέχνη του.
ια) Το ανικανοποίητο στην ερωτική και σεξουαλική του δραστηριότητα, καθώς προπορευόταν κατά πολύ της εποχής του και υπερέβαινε των κλασσικών στερεοτύπων.
ιβ) Το άσυλο στο οποίο νοσηλεύτηκε, η έκρηξη των αστεριών και η έκρηξη του μυαλού που παρήγαγε τη θρυλική του «Έναστρη νύχτα».
ιγ) Η μετάβαση από το σκοτεινό τοπίο στο χρώμα. Η εξπρεσιονιστική αντίληψη του χώρου, κλειστού και υπαίθριου. Η τεχνοτροπία των αλλεπάλληλων κύκλων, διεθνής ταυτότητα.
εδώ η Έναστρη νύχτα σε διαδραστική μορφή
ιδ) Η μετά θάνατον όψιμη αλλά μεγαλειώδης δικαίωση.
εδώ πώς έμοιαζε στ' αλήθεια ο Βαν Γκογκ με βάση το πορτρέτο του.
 
Και όμως. Η ανάγκη ένταξης σε μια ομάδα, η συνεργατικότητα, η ανταλλαγή ιδεών, οι συγκρουσιακές σχέσεις, η συναναστροφή με τους ομότεχνους, η αμφισβήτηση και ο συγκερασμός απόψεων, η βία στο τέλος, γιατί αναφερόμαστε σε εκρηκτικές προσωπικότητες, όλα τούτα, «εκόμισαν εις την τέχνην», καθώς είπε ο Ποιητής, φιλοσοφικής αναζήτησης και απαράμιλλου κάλους αριστουργήματα ζωγραφικής. 
Μαζί με αυτά, ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ μας κληροδότησε τα οράματα της ζωής του, πασπαλισμένα με μπόλικους αστικούς μύθους που αναφέρονται στις σχέσεις του με τους ανθρώπους, στη στενή συναναστροφή του με τον Πωλ Γκωγκέν, αμφιλεγόμενη σχέση αγάπης - μίσους, στον θρύλο της πιθανής δολοφονίας του από αλήτες που τον περιγελούσαν καθώς περιφέρονταν τρελός κι άρρωστος, μερόνυχτα ολόγυρα στο κίτρινο σπίτι και πολλά άλλα. Οι ιστορίες, βλέπετε, δεν τελειώνουν ποτέ.
 
Περισσότερη αναφορά σε βιογραφικά στοιχεία τη θεωρώ πλεονασμό, καθώς όλοι έχουμε ανατρέξει τουλάχιστον στη Βικιπαίδια.
 
Επιλεγμένα έργα.
●      1885  Οι πατατοφάγοι
●    1888 Το δωμάτιο του βαν Γκογκ στην Αρλ
●      1888 Εξώστης καφενείου τη νύχτα στην ‘Αρλ
●      1888 Το κόκκινο αμπέλι
●      1889 Έναστρη νύχτα
●      1889 Ίριδες
●1889 Βάζο με δώδεκα ηλιοτρόπια
●      1889 Αυτοπροσωπογραφία
●      1890 Πορτραίτο του γιατρού Γκασέ
●      1890 Σιταροχώραφο με κοράκια.
 
Πιστεύω ότι ο ιδιοφυής ζωγράφος, μέσα στο κάθε έργο του, απευθύνει προς τον όποιο Θεό έναν ύμνο και μια θυσία. Ο ίδιος, πάντως, δεν φαίνεται να συμφωνεί μαζί μου, καθώς μονολογεί μέσα από τις σελίδες του Ίρβιν Στόουν:
 
«Δεν υπάρχει Θεός. Είναι πολύ απλό, Θεός δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο το χάος, ένα άθλιο, όλο πόνο, σκληρό, βασανιστικό, ατελείωτο χάος».
εδώ Ντοκυμαντέρ για τον Βαν Γκογκ
Irving Stone, Πάθος για ζωή. Εκδόσεις Γκοβόστη, 2014.
 
Πρώτη έκδοση στα Ελληνικά, 1969. Πρωτότυπος τίτλος Lust for life, Longmans Green Edition, 1934

Πηγή: logoteckyklos.blogspot.gr