Καθώς πλησιάζει η επέτειος των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 είναι επόμενο να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για κείμενα της εποχής -και ανάμεσά τους αναγκαστικά ξεχωριστή θέση έχουν τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, που είναι ίσως το μοναδικό εκτενές δείγμα κειμένου αγωνιστή του 1821 που μας έχει έρθει χωρίς να περάσει από το φίλτρο κάποιου εγγράμματου διαμεσολαβητή, όπως του Κολοκοτρώνη από τον Τερτσέτη.

Στο Διαδίκτυο μπορούμε να βρούμε το κείμενο του Μακρυγιάννη, ας πούμε στη Βικιθήκη. μπορούμε να μελετήσουμε τη γλώσσα του και να θαυμάσουμε το ύφος του. Αλλά για τη γλώσσα και για την προσωπικότητα του Μακρυγιάννη έχουν γραφτεί εκατοντάδες άρθρα και δεκάδες βιβλία, οπότε δεν θα έχει νόημα να πούμε κάτι ακόμα στο ιστολόγιο. Στο σημερινό άρθρο θα εστιαστούμε σε μια πτυχή που μάλλον είναι λιγότερο γνωστή, δηλαδή στο πώς από το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη φτάσαμε στο κείμενο που έχουμε σήμερα και διαβάζουμε στην οθόνη μας.

Τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη τα χρωστάμε ολοκληρωτικά στον Γιάννη Βλαχογιάννη, τον ακαταπόνητο λόγιο που έβαλε σκοπό ζωής να σώσει από την αφάνεια και τη φθορά κάθε λογής αρχειακό υλικό, αλλά κυρίως υλικό σχετικό με το 1821. Ο Βλαχογιάννης έφερε στην επιφάνεια και εξέδωσε πάρα πολλά κείμενα, αλλά το διαμάντι του στέμματος, μπορούμε να πούμε, είναι τα γραφτά του Μακρυγιάννη.

Όπως έγραψε ο ίδιος, από τις έρευνές του σε παλιές εφημερίδες της εποχής του Όθωνα, είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Μακρυγιάννης, άνθρωπος που επιδίωκε επίμονα να εκφράζει τη γνώμη του στον Τύπο, ήταν πολύ πιθανό να είχε γράψει και κάποιου είδους απομνημονεύματα. Οπότε, ο Βλαχογιάννης άρχισε να επισκέπτεται ταχτικά τον γιο τού αγωνιστή, τον συνταγματάρχη του Μηχανικού Κίτσο Μακρυγιάννη, ο οποίος έμενε στο ίδιο σπίτι, και να τον πιέζει να ψάξει σε υπόγεια και σε κασέλες μήπως βρει γραφτά του πατέρα του. Και πράγματι, μια μέρα ο Κίτσος Μακρυγιάννης του ανάγγειλε με κραυγές χαράς πως μέσα σε έναν τενεκέ, χωμένο κάτω από παλιοκάσονα, είχε βρει μισοσαπισμένο ένα χειρόγραφο του στρατηγού.

Ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε δεκαεφτά μήνες στην ανάγνωση και τη μεταγραφή του χειρογράφου. Τα απομνημονεύματα εκδόθηκαν αρχικά με έξοδα του Κίτσου Μακρυγιάννη και της αδελφής του.

Το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη ίσως να το έχετε δει σε κάποιο οπισθόφυλλο. Ο στρατηγός γράφει με πολύ κόπο, στρογγυλά μεγάλα γράμματα, αλλά χωρίς τόνους και στίξη. Να μια σελίδα:

Τα βγάζετε τα γράμματα;

Ιδού η πιστή μεταγραφή που έκανε ο Βλαχογιάννης, πριν ακόμα διορθωσει τίποτε:

κε τιν βασιλιατο κε τος οδιγισα εις τις πορτες κι αλες θεσες οπουτε μας ριχτονε να πεθανομεν) εισος μοτος εστιλες εσι λεονιδα οτι μιναν οταν σκοτοθις οτι ειγε(νει) αυτι καθαρι απογονισου κε σι κε ει σιτροφισου επερ τις πατριδοσου σκοτοθικειτε κε τις θρισκιασας κεμις αυτο ετιμαζομαςτε) ει αγαθοτι το θεο εινι αβισος τις θαλασις τος μορος κανι σουφος τος σουφος μορος τος αντριος διλος τος διλος αντριος δια να δοξάζετε ο πιλαστις το παντος εκει οπου τελιοσαμεν αυτα κι ετιμαζομαστε να πεθανομεν ετεκα ο θεος στελνι κε τον αγαθον κε γενεον πατριοτι τον γιανι κοςτα μαλος πετε κε απουμεσα απου αυτος τος στραβονι ο θεος κε δεν τος βιλεπουν κε τος αννιγο κε πενον κε αυτα τα πετε λιονταρια σε ολίγον μορχετε κι ο γενεος κειργιακος αργιροκαστριτις μ αλος οχτο πατριοτες το απου τον περεα οτι τοννιχα εις τον ορκον κε το παρακιλα κε το ειδιον στραβοσε τος απατεονες ο θεος πικαν κε αυτινι ει γενεει ατρες αυλαβι ει απουγονι τοπιρο σε καναδιο ορες ερχοτε κι ειγενει κι αγαθι πατριοτες ο γιανακει σουλιος με τον αδελφοντο διμιτρακει κι γαπροτο κειζα κε ο μελετις παπαδαμι κοντοργιοτις με εικοσιετε ανθρωπος κε με μεγαλον κειντινον τις ζοεις τος αυτινι ολι σουθικαν μεσα οτι τος είδαν τα στρατεματα αυτος τοτε αρχισε το τοφεκι απου τος αννατιος κιαυτινι ει γενεει κιαγαθι πατριοτες ολι ει 25 απουμεσα απουλος τος αννατιος ριχτικαν ος λιοταριγα τος ριχτικαν απανοτος ει ανατιει ολι ριξαν κε σκοτοσαν μονον εναν νοματαρχι αυτός μονον εσκοτοθι εις το σινταμα οτι οσα νεργαγι ει θια προνια ετζι γενοτε τοτε πικαν ολι μεσα κι ανναψαμεν το τοφεκι κε ει μεσα κε ει εξο ομος εμις δεν θελαμεν να ριξομεν εις το κρεας οτι ειτον αδελφι μας κι εκεινι τοτε τοφεκεισμος εμις κι εκεινι κι αρχισαμεν εμις ζιτο το σινταμα κι εθνικει σιννελεψι(ν) αρχισαν απου το κάστρο εκείνοι οπουχα οδιγισι κε ει φοτιες απο τα βυνα τις καπανες πιγε ο διμαρχος προδοτις ανναργιρος πετρακεις κι ο αςτινομος μιμικος μισαραλιοτις κε ει οπαδιτος κε δεν αφισαν να βαρεσον μαλιστα ειρθαν εις το σπιτιμο εις τον καφενεμο κε γιρεβαν με προδοσία ος φιλι να με βιγαλον εξο να μιλισουμεν να με πιασουν μαπιστια να με δοσον εις τος φίλος τος αυτο το σικειδιον ταπετιχαν τοτε κεινιθι κε ταχτικον κε ειπικον με τον καλερι κε σκαριβελι ακογοτας τος τοφεκεισμος μας κε πιγαν εις το παλατι ευτις κι εγο αφισα τιν αννακεια φρορα κεπιγα κιεγο βιγενοτας εξο μακολοθισαν ολι ει πουλιτες ειρθαν κε απου τα χορια οποτος ειχα παρακειλι κε μας πιραν εις τα χέρια ολος ο λαος χαλεβαν να πουνε απουταπαλεθιρια εις το παλατι τοτε τος μιλισα ναχον τιν μεγαλιτερα αρετι κε πατριοτισμον εμις θελομεν να μας δοσι ο βα…

Δεν είναι και πολύ κατανοητό, έτσι;

Μερικές παρατηρήσεις του Βλαχογιάννη για τον τρόπο που γράφει ο Μακρυγιάννης:

Ο Μακρυγιάννης γεμίζει ολόκληρες τις σελίδες με πυκνότατο γράψιμο, με μάλλον μεγάλα γράμματα, στρογγυλά. Αυτό έχει αποτέλεσμα πολλά γράμματα να μοιάζουν με άλλα. Δεν βάζει τόνους και δεν χρησιμοποιεί σημεία στίξης.

Ο Μακρυγιάννης δεν ξέρει ορθογραφία. Γράφει όπως ακούει. Χωρίζει τις λέξεις αλλά ενώνει άρθρα με ονόματα ή συνδέσμους με ρήματα ή εγκλιτικά: ταλαθι (τα λάθη), οπουγραφο (οπού γράφω), ναιδι (να ιδεί), πεθαμοτου (πεθαμό του).

Χρησιμοποιεί τις «διφθόγγους» ου, αυ και ει αλλά όχι άλλες. Γράφει εβροπι, εβεργετι, λεμος, πινα. Το άτονο ου το ακούει ρουμελιώτικα ο και το γράφει έτσι: τοφεκι, βονα (βουνά), σκλαβοσον, σουροπομα. Άλλες όμως φορές γράφει με ο και το τονιζόμενο ου: τορκος (τούρκους), βαστοσαν, αφο.

Συχνά παρεμβάλλει το γ ανάμεσα στα φωνήεντα των διφθόγγων: νεγος (νέος), αθινεγι (Αθηναίοι), γονεγι (γοναίοι), αγιμνιστος (αείμνηστος). Επίσης παρεμβάλλει ένα ι ανάμεσα σε ορισμένα συμφωνικά συμπλέγματα: βιλαβον (βλάβουν), αναπιλι (Ανάπλι), γιμινος (γυμνός), τιπιτι (τύπτει).

Δυσκολεύεται να γράψει μπ, γκ, ντ και σχεδόν πάντα προτιμά, αντ’ αυτών, τα π, κ, τ: τιθικα (ντύθηκα), πατο (παντού), ακλια (Αγγλία), κιτι (γκιντί, τούρκικη λέξη), πενου (μπαίνω), λαπρός (λαμπρός).

Όσο κι αν οι «κανόνες» αυτοί βοηθάνε, καταλαβαίνει κανείς το ηράκλειο έργο που είχε να κάνει ο Βλαχογιάννης. Και ιδού το απόσπασμα της παραπάνω χειρόγραφης σελίδας, που το είδαμε και σε αρχική, ανεπιμέλητη μεταγραφή, πώς έγινε αφού το επιμεληθηκε ο Βλαχογιάννης (και πολύ λιγότερο οι μεταγενέστεροι):

και την βασιλεία του και τους οδήγησα εις τις πόρτες κι άλλες θέσες, όποτε μας ριχτούνε να πεθάνομεν.

Ίσως μου τους έστειλες εσύ, Λεωνίδα, ότι μείναν όταν σκοτώθης· ότι οι γενναίοι αυτοί καθαροί απογόνοι σου – κι εσύ και οι συντρόφοι σου υπέρ της πατρίδος σας σκοτωθήκετε και της θρησκείας σας – κι εμείς σ’ αυτό ετοιμαζόμαστε. Η αγαθότη του Θεού είναι άβυσσος της θαλάσσης, τους μωρούς κάνει σοφούς, τους σοφούς μωρούς, τους αντρείους δειλούς, τους δειλούς αντρείους, διά να δοξάζεται ο πλάστης του παντός. Εκεί οπού τελειώσαμεν αυτά κι ετοιμαζόμαστε να πεθάνομεν έντεκα, ο Θεός στέλνει και τον αγαθόν και γενναίον πατριώτη τον Γιάννη Κώστα μ’ άλλους πέντε· κι από μέσα από αυτούς – τους στραβώνει ο Θεός και δεν τους βλέπουν. Και τους ανοίγω και μπαίνουν αυτά τα έξι λιοντάρια. Σε ολίγον μο ’ρχεται κι ο γενναίος Κυργιάκος Αργυροκαστρίτης μ’ άλλους οχτώ πατριώτες του από τον Περαία· ότι τον είχα εις τον όρκον και του παράγγειλα· και το ίδιον στράβωσε τους απατεώνες ο Θεός – μπήκαν κι αυτείνοι οι γενναίοι άντρες άβλαβοι, οι απόγονοι του Πύρρου. Σε κάνα δυο ώρες έρχονται και οι γενναίοι κι αγαθοί πατριώτες ο Γιαννάκη Σούλης με τον αδελφόν του Δημητράκη και γαμπρό του Γκίτζα κι ο Μελέτης Παπαδάμη Κουντουργιώτης με εικοσιπέντε ανθρώπους, και με μεγάλον κίντυνον της ζωής τους αυτείνοι όλοι σώθηκαν μέσα, ότι τους είδαν τα στρατέματα αυτούς· τότε άρχισε το ντουφέκι από τους αναντίους, κι’ αυτείνοι οι γενναίοι κι’ αγαθοί πατριώτες όλοι, οι εικοσιπέντε, από μέσα απ’ ούλους τους αναντίους ρίχτηκαν ως λιοντάργια· τους ρίχτηκαν απάνου τους οι αναντίοι όλοι. Ρίξαν και σκότωσαν μόνον έναν νωματάρχη. Αυτός μόνον εσκοτώθη εις το Σύνταμα· ότι όσα ’νεργάγει η Θεία Πρόνοια έτσι γένονται. Τότε μπήκαν όλοι μέσα κι ανάψαμεν το ντουφέκι και οι μέσα και οι έξω. Όμως εμείς δεν θέλαμεν να ρίξομεν εις το κρέας, ότι ήτον αδελφοί μας κι εκείνοι. Τότε ντουφεκισμούς εμείς κι εκείνοι, κι’ αρχίσαμεν εμείς· «Ζήτω το Σύνταμα κι η Εθνική Συνέλεψη!» Άρχισαν από το κάστρο εκείνοι οπού ’χα οδηγήσει και οι φωτιές από τα βουνά. Τις καμπάνες πήγε ο προδότης δήμαρχος Ανάργυρος Πετράκης κι ο αστυνόμος Μιμίκος Μισαραλιώτης και οι οπαδοί τους και δεν άφησαν να βαρέσουν. Μάλιστα ήρθαν εις το σπίτι μου, εις τον καφενέ μου, και γύρευαν με προδοσιά, ως φίλοι, να με βγάλουν έξω να μιλήσομεν, να με πιάσουν μ’ απιστιά να με δώσουν εις τους φίλους τους. Αυτό το σκέδιον τ’ απέτυχαν. Τότε κινήθη και το Ταχτικόν και ιππικόν με τον Καλλέργη και Σκαρβέλη, ακούγοντας τους ντουφεκισμούς μας, και πήγαν εις το Παλάτι. Ευτύς κι εγώ άφησα την αναγκαία φρουρά και πήγα κι εγώ. Βγαίνοντας έξω μ’ ακολούθησαν όλοι οι πολίτες. Ήρθαν κι από τα χωριά, οπού τους είχα παραγγείλει. Και μας πήραν εις τα χέρια όλους ο λαός. Χάλευαν να μπούνε από τα παλεθύρια εις το Παλάτι. Τότε τους μίλησα να ’χουν την μεγαλύτερη αρετή και πατριωτισμόν· «Εμείς θέλομεν να μας δώση ο Βα…

Αν βάλετε πλάι-πλάι τις δυο εκδοχές θα δείτε μία προς μία τις επεμβάσεις που χρειάστηκε να κάνει ο Βλαχογιάννης σε μία μόνο σελίδα κειμένου.

Δεν θα έκανε και λάθη ο Βλαχογιάννης στη μεταγραφή; Ανθρωπίνως αδύνατο να μην έκανε. Και πώς δεν ξαναείδε κανείς το χειρόγραφο από το 1945 (που πέθανε ο Βλαχογιάννης) και μετά; Και πού βρίσκεται το χειρόγραφο σήμερα;

Τα χειρόγραφα του Μακρυγιάννη ποτέ δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας. Ο Βλαχογιάννης ήταν πολύ φειδωλός με το εύρημά του. Πήγε στα γραφεία της Ακρόπολης και έδειξε τα χειρόγραφα στους συντάκτες, και η Ακρόπολις δημοσίευσε ομοιότυπα τριών σελίδων (η μία είναι αυτή που βλέπετε πιο πάνω). Κάποια στιγμή, γύρω στο 1910, επέστρεψε τα χειρόγραφα στον Κίτσο Μακρυγιάννη.

Και μετά;

Στο βιβλίο απ’ όπου άντλησα υλικό για το σημερινό άρθρο (αυτή την τρίτομη έκδοση) στον τρίτο τόμο, υπάρχει η εισαγωγή του Σπύρου Ασδραχά στην έκδοση του 1957, όπου αναφέρεται ότι μετά τον θάνατο του Βλαχογιάννη κάποιοι έγραψαν στις εφημερίδες ότι το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη το είχε καταστρέψει ο Βλαχογιάννης για να μην δουν οι επόμενες γενεές τις επεμβάσεις που είχε κάνει στο κείμενο. Ωστόσο, αυτό αποκλείεται από διάφορες μαρτυρίες (πχ του Φ. Κουκουλέ) με βάση τις οποίες ο Κίτσος Μακρυγιάννης κληροδότησε τα χειρόγραφα στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία. Το 1957, γράφει ο Ασδραχάς, τα χειρόγραφα βρίσκονταν ακόμη εγκιβωτισμένα στα γραφεία της Εταιρείας.

Ο Ασδραχάς πειστικά απορρίπτει την ιδέα ότι ο Βλαχογιάννης έκανε ριζικές και αυθαίρετες επεμβάσεις στο κείμενο του Μακρυγιάννη, φέρνοντας σαν επιχείρημα ότι ξέρουμε πώς δούλεψε στην έκδοση των απομνημονευμάτων του Κασομούλη (όπου δηλώνει τις διορθώσεις του) και του Σπυρομίλιου. Άλλοι όμως υποθέτουν ριζικές επεμβάσεις και κάποιοι φτάνουν στο σημείο να υποθέσουν ότι ο Βλαχογιάννης είναι ο πραγματικός συγγραφέας! -εδώ βλέπουμε μια ανασκόπηση που έχει και αυτές τις εκδοχές.

Να πούμε ότι ο Βλαχογιάννης το 1936 αγόρασε από τον παλαιοβιβλιοπώλη Σπανό το χειρόγραφο του άλλου έργου του Μακρυγιάννη, το Οράματα και θάματα, αλλά δεν θέλησε να το εκδώσει -αφενός είχε γεράσει και αφετέρου το θεωρούσε παραληρηματικό έργο που θα διέσυρε τη φήμη του στρατηγού. Το έδωσε όμως στον συνεργάτη του Άγγελο Παπακώστα. Αυτό το χειρόγραφο υπάρχει, είναι κατατεθειμένο στη Γεννάδειο και έχει εκδοθεί και σε πανομοιότυπη έκδοση -πέρα από την κανονική έκδοση σε επιμέλεια Άγγελου Παπακώστα.

Ομολογώ πως δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια νεότερη έγκυρη άποψη για το χειρόγραφο των Απομνημονευμάτων. Περιμένω από τα σχόλιά σας να με διαφωτίσετε. Σκέφτομαι πάντως δεν θα υπάρχει καλύτερος τρόπος να γιορταστούν τα 200 χρόνια του ξεσηκωμού από το να γίνει προσπάθεια να βρεθεί το χειρόγραφο. Αυτή θα είναι εθνική προσπάθεια, σε αντίθεση με τις κοσμικές φιεστες.


Πηγή: sarantakos.wordpress.com