«Κάτι έχουν τα φαράγγια, η πέτρα πετάει πέρα τη σκαρταδούρα, ορίζει τα σημαντικά και απολύτως απαραίτητα, τα ζυγίζει στις σωστές τους διαστάσεις, το ήξερε εκ πείρας». Γνωρίζοντας αυτό τα εφτά αδέλφια Λιόδη και έχοντας τάμα στο μνημόσυνο του πατέρα τους να περάσουν κάποια στιγμή όλοι μαζί ένα φαράγγι, κατορθώνουν να περάσουν τ' Ασφέντου. Και η Ιωάννα Καρυστιάνη επιτυγχάνει να περιγράψει την κρίση και το υπαρξιακό τραύμα του καθενός.

Να τους γυρίσει ανάποδα σε σημείο που να φανούν τα σπλάχνα και να αναδείξει μια Κρήτη αξιολάτρευτη κι απάτητη, υπερήφανη και ανθεκτική. Σε ένα πολυπρισματικό μυθιστόρημα όπου ο τυχερός αναγνώστης παρακολουθεί βήματα, συναισθήματα, σκέψεις αλλά και προθέσεις.

«Το φαράγγι» της Ιωάννας Καρυστιάνη, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 268

«Λοιπόν, αλίμονό σας, εάν μου πειράξετε τα παιδικά μου χρόνια». Με αυτό κατά νου και με αναβολές αρκετών χρόνων, χάρη στην επιμονή του πρωτότοκου εβδομηντάχρονου σήμερα Βαρδή Λιόδη, «τα εφτά τέκνα του Λεωνίδα και της Χρυσής Λιόδη, γεννηθέντα σε μια καρπερή εικοσαετία, κατά σειρά Βαρδής, Γεράσιμος, Ευδοκία, Ινώ, Ελισαίος, Θεώνη, Αργύρης, στα θυμαράκια πλέον οι γονιοί, στα θυμάρια οι τέσσερις γιοι και τρεις θυγατέρες τους» θα επιχειρήσουν να εκτελέσουν το τάμα τους για να διασχίσουν όλοι μαζί ένα φαράγγι. 

«Ο κάθε άνθρωπος μια μινιατούρα της οικουμένης»

«Ο προορισμός τους Κυριακή 11 Μαίου 2014, επιτέλους». Λίγες μέρες πριν από μια διπλή κρίσιμη εκλογική Κυριακή. Κι έτσι  «σήμερα, το ασφεντιανό φαράγγι υποδέχεται ασμένως τους εφτά ακίνδυνους αδελφούς Λιόδη, που δεν έρχονται ως κατακτητές ή καταπατητές ξένων χωραφιών, που οι αερόσολες και οι μπότες τους είναι μόνο για να μη κάνουν φουσκάλες οι φτέρνες». Κατά συνέπεια, το γεγονός της ημέρας, της οικογένειας και ο κεντρικός άξονας του βιβλίου είναι «ο ηρωισμός των εφτά να αποτολμήσουν με καθυστέρηση δεκαεφτά χρόνων την εκπλήρωση της υπόσχεσης που είχαν δώσει μεταξύ τους, όταν ακόμη είχαν πιο σωστή ηλικία και πιο σωστά κιλά».

Με τον πρωτότοκο Βαρδή συνηθισμένο σε οδοιπορίες και αναβάσεις, νεοαφιχθέντες τους «βορειοελλαδίτες» ξενιτεμένους, Θεώνη και Αργύρη, με τους «ιταλούς» (Ελισαίο και τον σύντροφό του Μάουρο) εδώ και μια εβδομάδα ήδη στο νησί, φορτωμένοι κεφτεδάκια, πιτάκια, αναμνήσεις και ανείπωτα μυστικά και παράπονα, θα περάσουν το επιλεγμένο φαράγγι επιχειρώντας ταξίδι διπλό. Στον εαυτό τους πρώτα, εκόντες άκοντες: ο Γεράσιμος αναψηλαφώντας το κλείσιμο του μαγαζιού και την εσωτερική μετανάστευση στην Αθήνα, η Ευδοκία τη πρόσφατη χηρεία της με την αυτοχειρία του αγαπημένου της Μάρκου λόγω χρεών, καυτό μυστικό, η Ινώ την εγκατάλειψή της από τον άντρα της, η Θεώνη τον υποσυνείδητο φόρτο των έργων της με τα σπλάχνα της νεκρής μάνας και το αριστερό χέρι του αγαπημένου, ο Ελισαίος σπανίως τυχερός, και ο Αργύρης, το βαρύ, ασήκωτο, ορκισμένο μυστικό.     

«Σημερινοί είμαστε, αυριανοί δεν είμαστε, ίσα που προλαβαίνουμε», τους παροτρύνει ο Βαρδής διασχίζοντας το φαράγγι, ο χωρισμός του γιου του θα τον βρει στη διαδρομή. Κι οι υπόλοιποι, πότε ένας- ένας, δυο-δύο ή όλοι μαζί ν’ αναλογίζονται χίλια δυο που δεν θα σκέφτονταν καν έξω από το φαράγγι. Ο Γεράσιμος ότι «Η αριστερά μπροστά κι αυτός περίλυπος». Η Ευδοκία «Ό,τι δεν έκανε εκείνος, να ανατινάξει την Τράπεζα, να αδειάσει ένα σαρανταπεντάρι στο στήθος ενός ξετσίπωτου υπουργού, θα το έκανε η ίδια, μα το Θεό, η Ευδοκία Χαιρετάκη το γένος Λιόδη θα γινόταν Κουφοντίνας». Διαπιστώνοντας κατά την κατάβαση ότι «Ο Κρητικός κι όταν μιλάει κι όταν σωπαίνει, είναι ένα έντονο γεγονός», «Ο κάθε άνθρωπος μια μινιατούρα της οικουμένης», «Παντού αλμυρή η θάλασσα, μα τόπους- τόπους λύσσα», «Τι βράχος είμαι αν δεν με δέρνει το κύμα», «Έχω ένα πηχτό σκοτάδι μέσα μου, αλλά μπορεί να μη κάνει να τα περιχύσουμε όλα με φως».
Αναψηλαφώντας πρώτα όλα τους τα χαμένα, με πρώτο «Αυτό το ωραίο επίδομα της νύχτας τα τελευταία χρόνια κόπηκε μαχαίρι για όλους. Αν οι άνθρωποι δεν ονειρεύονται κάτι ξυπνητοί, δεν ονειρεύονται τίποτα και κοιμισμένοι», θα αναγνωρίζουν πως «ήγγικεν η ώρα να χωνέψουν το τέλος εποχής».

Θα αναγνωρίσουν το παρελθόν αεί χρόνο παρόντα: «Εδώ και χρόνια αγαπημένη του εκπομπή στην τηλεόραση το Σαν Σήμερα, επιβεβαίωση ότι η κάθε μέρα στον κόσμο προερχόταν από πολλές παλιές» και θα αποδεχθούν τα νέα ήθη μιας καινούργιας εποχής: «Το χέρι κάποτε βαστούσε όπλο, μετά πανό, μετά τηλεκοντρόλ, και τώρα το ποντίκι του υπολογιστή, έλεγε και χτυπούσε το κεφάλι του».

Θα προσπαθήσουν να εξομολογηθούν τα τραύματα που κουβαλά ο καθένας, ο μόνος εξομολόγος τελικά θα είναι το φαράγγι αλλά θα εξασφαλίσουν ο ένας του άλλου την απόλυτη αποδοχή.

Η έξοδος, θα τους βρει σχεδόν καθαρμένους. Ο ιταλός Μάουρο τους περιμένει με μαντινάδες και μια απόλυτη φράση-κλειδί:
«Τι να την κάνεις μια ζωή αμοναχός στη γυάλα, βγες στο στρατί, βγες στο βουνό, στα σύννεφα καβάλα».
«Μ’ έναν καημό, με δυο καημούς και με τα αχ μυριάδες, θα πολεμάω τσι καιρούς και τσ’ άγριους βοριάδες».
«Από σήμερα, γερνάμε όλοι μαζί».

Ένα βιβλίο που είναι πολλά. Το χρονικό μιας οικογένειας. Το οδοιπορικό στα έγκατα της Κρήτης και στων παιδικών χρόνων την γενέθλια γη. Ένα μυθιστόρημα που είναι νανούρισμα και θρήνος, είναι ύμνος στον άνθρωπο και στη ζωή. Μεσούσης της κρίσης, με όλα τα δεινά της προσωπικής μοίρας και της εποχής. Μια επιστροφή στους αγαπημένους και στα αλάβωτα προσωπικά τιμαλφή. Με μεταπτώσεις από την ανείπωτη χαρά στην απόλυτη φρίκη. Από την παραδοχή στην αμφισβήτηση, από την αγάπη στην αμφιβολία την αποστροφή και το έλεος, με την αδελφική αγάπη να κατορθώνει σχεδόν τα πάντα σ’ αυτή τη ζωή. Με μικρούς διαλόγους σχεδόν χρησμούς, υπαινικτικές φλύαρες σιωπές και με την σκέψη και την πρόθεση να αποκτά φωνή και πυγμή ανάμεσα στις γραμμές.  

«Κάτι έχουν τα φαράγγια, η πέτρα πετάει πέρα τη σκαρταδούρα, ορίζει τα σημαντικά και απολύτως απαραίτητα, τα ζυγίζει στις σωστές τους διαστάσεις, το ήξερε εκ πείρας». Κι αυτοί το ξέρουν. Βιώνουν ήδη «μια ιστορική Κυριακή» και είναι τυχεροί που «και οι επτά είναι ακόμα ζωντανοί».
Το υπαρξιακό αίνιγμα αν δεν το λύσει, ή δεν το έλυσε, τελικά, η Καρυστιάνη, δεν θα το λύσει και ποτέ, κανείς.


Πηγή: ethnos