Εμφύλιος και κρίση μέσα από μαγικό ρεαλισμό

Μια οικογενειακή σάγκα που διαδραματίζεται σε ένα χωριό που αλλάζει τοποθεσία, κι από ορεινό γίνεται παραθαλάσσιο θέρετρο, και τρεις γενιές Ραγκουδαίων, επανεφεύρουν τα πάθη και τα λάθη του λαού μας.

Η χαρισματική Μαρία Ξυλούρη που γεννήθηκε το 1983, έγραψε δυο βιβλία και βραβεύτηκε, μετάφρασε ένα και επίσης, πήρε βραβείο, στο τρίτο της μυθιστόρημα ξαναδιαβάζει τον εμφύλιο και το νωπό αίμα. Αντιμετωπίζοντας με μαγικό ρεαλισμό, ενοχές, κληρονομικότητα και την επόμενη μέρα. Μιλώντας για την Τέχνη που ανακουφίζει κι εξιλεώνει ενίοτε.

Περισσότερο από τα γεγονότα, εκείνο που μετρούσε πια ήταν η σκιά τους

«Από το σαχνισί του σπιτιού του, ο Ραγκούδης κοιτούσε τη λάσπη να κατεβαίνει, τα σπίτια να γέρνουν, τη γη να γλιστράει, τους ανθρώπους να φεύγουν’ κοιτούσε με το πρόσωπο ανέκφραστο, και την καρδιά ανέκφραστη κι αυτή, μισοελπίζοντας πως έστελνε ο θεός την τιμωρία του επί γης, μισοξέροντας πως και να υπήρχε θεός, δεν ασχολούνταν πια με τους ανθρώπους, τη φρικτότερη τιμωρία την είχε ήδη στείλει: η ανθρωπότητα ήταν».

Εμφύλιος και κρίση μέσα από μαγικό ρεαλισμό

Τρεις γενιές Ραγκουδαίοι, ο Λουκάς με τα κομμένα δάχτυλα από τον γιο, ο Ραγκούδης ο πρωτότοκος και ο Αδαμάντιος που γεννήθηκε μετά την χάλαση, το φτερωτό αγόρι παίρνοντας την σκυτάλη ο ένας από τον άλλο, με τον πρώτο βουβό (ο απόηχος των εγκλημάτων αρκεί), μέσα από τα τρία κεφάλαια του βιβλίου «Φεύγει το νησί», «Μια σύντομη ιστορία της ορνιθολογίας» και «Ο αετομάχος» αναλογίζονται και υφίστανται την ιστορία της χώρας.

Ο πρωτότοκος Ραγκούδης κουβαλώντας τον πατέρα- τέρας, τιμωρώντας τον ωστόσο χωρίς να τον εγκαταλείπει ποτέ, επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος σα να ήταν ο ίδιος, τελικά, ο εγκληματίας. Αντιμετωπίζοντας την δυσπιστία και την εχθρότητα των συγχωριανών, θα ζήσει την μετατόπιση του Νιόφυτου καλλιεργώντας πουλιά τα οποία κατασκευάζει σε μνήμη εκείνων, των προδομένων από τον πατέρα νεκρών, τα μετέπειτα γνωστά νεκροπούλια.

Ο Αδαμάντιος που θα γεννηθεί μετά τον χαμό, θα κινδυνέψει αλλά θα τον σώσει η θεραπεύτρια, μια μαυρομπλέ κυρία, ως επιζών θα γίνει το φτερωτό παιδί, κι ο καλλιγράφος αργότερα τελειοποιώντας το δάσος με τα γλυπτά πουλιά του πατέρα.

Κλεισμένοι σ’ ένα λαβύρινθο από γλυπτά πουλιά, με την βαριά σκιά του Λουκά Ραγκούδη, θα πληρώσουν στο έπακρον το αντίτιμο που τους αναλογεί για το αίμα που κουβαλά η οικογένεια στις πλάτες της «γιατί το αίμα επιστρέφει, δεν ξεχνά,  το αίμα αχνίζει εκεί όπου χύθηκε κι όταν ακόμα το έχει ρουφήξει η γη».

Έξω από το δικό τους λαβύρινθο και γύρω τους στο νέο Νιόφυτο, ένα ζευγάρι τουριστών «έθνος δυο ανθρώπων» που όλο και επιστρέφουν, η αλλόκοτη θεραπεύτρια, οι Ματθαίοι και οι συγχωριανοί, η Κατερίνα, η Ευαγγελία, ο Άλκης που δεν χωρά πουθενά κι επιστρέφει, ο Μύρωνας Ξυδάκης που αυτοκτονεί αναζητώντας την ιστορία του για να την γράψει, και «οι φευγαλγοί» που εκόντες άκοντες ο ένας μετά τον άλλον κι αυτοί επιστρέφουν. Η κρίση που έρχεται εκείνη «τη βαριά σκιά» και «την χάλαση» να διαδεχθεί, επειδή η ανθρωπότητα επαναλαμβάνει κινήσεις και λάθη: «όταν ψάχνεις μια αρχαία πόλη σε κατοικημένο τόπο, συνήθως τη βρίσκεις: οι άνθρωποι επιμένουν να έρχονται και να επανέρχονται στα ίδια πάντα σημεία, η γη κατοικείται σε αλλεπάλληλα στρώματα».

Διότι τίποτε δεν τελειώνει οριστικά, καθοριστικά:«Περισσότερο από τα γεγονότα, ήξερε, εκείνο που μετρούσε πια ήταν η σκιά τους, ο τρόπος που ακόμα χάραζαν ρυτίδες στα πρόσωπα των ζωντανών».

Κατά συνέπεια τον βαρύτερο φόρο αίματος της οικογένειας ενίοτε τον πληρώνει ο πλέον αθώος. Επί τω προκειμένω, ο Αδαμάντιος Ραγκούδης, «αρχιτέκτων κανενός κτιρίου, μονίμως υποψήφιος κι ουδέποτε εκλεχθείς, διάπυρος υποστηρικτής της δια νόμου δολοφονίας – ή έστω της θεσμικά επιβεβλημένης αυτοκτονίας- όσων υπερέβαιναν τα σαράντα πέντε», το φτερωτό παιδί, διασωθέν κάποτε του θανάτου, που ολοκληρώνει τα νεκροπούλια κι απομένει στις συνειδήσεις ως «ο καλλιγράφος» που έχει αρχίσει να φθείρεται όταν φτάνει στα σαρανταπέντε του και να σβήνεται σαν τοιχογραφία μέχρι να αναληφθεί ως αετομάχος (το δικό του ταφικό πουλί).

Ο επαναστάτης Άλκης, ο μόνος που αξιώθηκε να ακούσει επειδή ήταν έτοιμος να την ακούσει, τελικά, την αλήθεια:  «Η γυναίκα που είναι μαζί μου, Άλκη, είναι απλώς το χρωμόσωμα Ψ των Ραγκουδαίων. Από τον πρώτο Ραγκούδη κληροδοτείται ακέραιο στον επόμενο, και στον επόμενο, και στον επόμενο. Ο λόγος που οι Ραγκουδαίοι είναι Ραγκουδαίοι. Η γυναίκα που είναι μαζί μου, Άλκη, είναι αυτή που φροντίζει να ζουν οι Ραγκουδαίοι, επειδή έτσι ζει κι η ίδια, αλλά εγώ δεν θα της κάνω τη χάρη, δεν θα της προσφέρω άλλον πρωτότοκο».

«Ο πατέρας μου, Άλκη, πίστευε ότι με τα χρόνια, γενιά με τη γενιά, το αίμα αραιώνει, αλλάζει σύσταση. Αυτή ήταν η ελπίδα του. Δεν ήξερε ότι το χρωμόσωμα Ψ επιζεί. Καταλαβαίνεις; Η διαδρομή μας, η διαδρομή όσων προηγήθηκαν, υπάρχει γραμμένη στο σώμα μας, δεν σβήνει, δεν αραιώνει το δηλητήριο στο αίμα» [Στον Άλκη, ο Αδαμάντιος].

Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο γεμάτο σύμβολα, και στην ουσία του αλληγορικό, που αποτελεί την τοιχογραφία ενός τόπου και της ανθρωπογεωγραφίας του που διαρκώς μεταβάλλεται. Πυκνό και στη βάση του οντολογικό, με μια εξαίσια γλώσσα, εξαίσια φαντασία. Μόνο με αλληγορία, εν τέλει, παραβολικά και παραμυθητικά μπορεί κανείς να μιλήσει με ακρίβεια για το παρελθόν, τις ενοχές, τη ζωή και τον θάνατο, το αίμα. Αποφεύγοντας την τελεία, διότι στη ζωή, δεν υπάρχει, τελειώνει η ζωή; κι η μοίρα κοινή, κι όποιος διαθέτει ώτα ακούει.

«Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου» της Μαρίας Ξυλούρη, εκδ. Καλέντη, σελ. 289


Πηγή: ethnos