Θα παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου «Πειραιάς βαθύς» που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες. Το βιβλίο αυτό είναι το τρίτο της «πειραιώτικης τριλογίας» του Χαριτόπουλου και έχει ως υπότιτλο «Εγκλήματα και φόνοι», που είναι ακριβής περιγραφή του περιεχομένου του, αφού το βιβλίο είναι μια συλλογή εγκλημάτων και υποθέσεων του αστυνομικού δελτίου που συνέβησαν πραγματικά και που τα διηγείται ο Χαριτόπουλος.

Τα δύο προηγούμενα βιβλία της τριλογίας δεν τα έχω διαβάσει, ίσως επειδή με ενοχλεί ο στόμφος με τον οποίο προβάλλεται ο συγγραφέας, στόμφος έκδηλος και στο οπισθόφυλλο τούτου του βιβλίου: Όλα αυτά έγιναν. Έγιναν κι άλλα που δεν θα μάθουμε ποτέ. Είναι κόσμος υπόγειος. Όσοι ξέρουν δεν μιλάνε. Κι όσοι μιλάνε δεν ξέρουν.

Όμως η δημοσίευση ενός φίλου στο Φέισμπουκ, που το γούστο του στη λογοτεχνία το εμπιστεύομαι, με παρακίνησε να αναζητήσω το βιβλίο -και δεν το μετάνιωσα.

Όπως είπα και πιο πάνω, τα εγκλήματα, οι φόνοι, τα συμβάντα του αστυνομικού δελτίου που αφηγείται ο Χαριτόπουλος στο βιβλίο αυτό δεν είναι μυθοπλασία. Είναι πραγματικά γεγονότα, αν και δεν αποκλείω ο συγγραφέας να πήρε κάποιες ελευθερίες  στην αφήγησή του. Ανατρεπτικά βέβαια λειτουργεί και η καθαρεύουσα την οποία διάλεξε ο συγγραφέας ειδικά για τους τίτλους των πεζογραφημάτων (τους βλέπετε εδώ) και που μένει μόνο στους τίτλους, αφού τα κείμενα είναι γραμμένα σε στρωτή δημοτική, με κάποιες αργκοτικές λέξεις, όχι πολλές (καμιά εξηνταριά), που τις συγκεντρώνει στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας σε γλωσσάρι και τις επεξηγεί.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το βιβλίο του Χαριτόπουλου. Δεν διάλεξα το καλύτερο, ούτε το πιο συναρπαστικό -το διάλεξα επειδή μου δίνει την ευκαιρία να σκηνοθετήσω μια συνάντηση του Διονύση Χαριτόπουλου με τον Κώστα Βάρναλη, μια και ο Βάρναλης έχει κι αυτός αναφερθεί, σε χρονογραφήματά του, στην «ανεπίλυτον τριπλή σφαγήν εις το Χατζηκυριάκειον», στη δολοφονία των τριών αρτοποιών που μας διηγείται εδώ ο Χαριτόπουλος:

Η ανεπίλυτος τριπλή σφαγή εις το Χατζηκυριάκειον|

Οι φουρναραίοι κάνουν αγαθή δουλειά.

Κάθε απόγεμα πιάνουν μαγιές και τη νύχτα όσο εμείς κοιμόμαστε αυτοί ιδρώνουν και τσιγαρίζονται· ζυμώνουν, πλάθουν, ψήνουν ψωμιά, κουλούρια, τυρόπιτες. Πάμε εμείς το πρωί και τα βρίσκουμε όλα έτοιμα, ζεστά και μοσχομυριστά σαν να τα ετοίμασε η μάνα μας.

Ο φούρνος του Ηπειρώτη κυρ Φώτου στη Λεωφόρο Χατζηκυριακού και Μαυροκορδάτου γωνία είναι πασίγνωστος από την Πηγάδα και του Βρυώνη ως την Καρβουνόσκαλα. Ο κυρ Φώτος κι αν είναι αγαθή ψυχή και αγαπητός στον κόσμο· όπως κι οι δυο καλόγνωμοι βοηθοί του, πατριωτάκια του από την Ήπειρο.

Αλλά πριν καλά ξημερώσει, ποτέ δεν είχαν μαζευτεί τόσοι άνθρωποι έξω απ’ τον φούρνο του. Δεν περίμεναν για ψωμί, η ανατριχιαστική στριγκιά ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού είχε ξεσηκώσει τους γείτονες να τρέξουν.

Η μικρή είχε πάει πρώτη στον φούρνο, έσπρωξε την πόρτα να μπει και δεν μπορούσε. Έσπρωξε πιο δυνατά κι από το άνοιγμα είδε πως τη φράκαρε το ματωμένο σώμα ενός πεσμένου άντρα· ο ένας βοηθός του κυρ Φώτου, με τον λαιμό κομμένο, την κοίταζε με παγωμένα μάτια ορθάνοιχτα.

Πλάκωσαν μπάτσοι απλοί και μπάτσοι γαλονάτοι, με στολή και με πολιτικά· εμφανίστηκε κι ένας νεαρός αξιωματικός γνωστός ως ντετέκτιβ. Τέτοια ιδιότητα δεν υπάρχει στο Σώμα, ντετέκτιβ τον λένε οι άλλοι αστυνομικοί για τις υποθέσεις που έχει λύσει. Σπανίως φόραγε τη στολή του, προτιμούσε να κυκλοφορεί με πολιτικά για να περνάει απαρατήρητος και όποτε χρειαζόταν δεν δίσταζε να μεταμφιεστεί.

Όσοι μπήκαν παραμέσα στον φούρνο, κοκάλωσαν.

Εκτός από το πρώτο πτώμα πίσω απ’ την πόρτα υπήρχαν διάσπαρτα παραμέσα κι άλλα δυο πτώματα, ο κυρ Φώτος κι ο άλλος βοηθός του. Τα πρόσωπα ήταν παραμορφωμένα από τις πολλές μαχαιριές και τα σώματα κατατρυπημένα σε λαιμό, στήθος, κοιλιά. Δεν ήταν απλοί φόνοι.Ήταν σφαγή. Σαν να μπήκε ο Χάρος τη νύχτα και μακέλεψε όποιον βρήκε. Σύμφωνα με τον γιατρό που τα εξέτασε, και τα τρία πτώματα μαζί είχαν πάνω από εξήντα μαχαιριές.

Ο ντετέκτιβ στριφογύρναγε, ίδιο λαγωνικό.

Άνοιξε συρτάρια και ντουλάπια, εξέτασε το λεηλατημένο ταμείο, ψαχούλεψε τα τσουβάλια στην αποθήκη, ανέβηκε στο πατάρι και σκάλισε τα στρωσίδια τους, δεν άφησε γωνιά του μαγαζιού άψαχτη.

Πλήθος τα ερωτήματα.

Ποιος ήθελε να σκοτώσει τους τρεις αγαθούς φουρναραίους. Δεν ήταν απλή ληστεία· μπορεί να είχαν αρπάξει τα λεφτά από το ταμείο, αλλά εδώ υπήρχε κάτι πιο σκοτεινό. Εξήντα μαχαιριές είναι μίσος μεγάλο. Πόσοι ήταν οι δράστες και πώς μπήκαν τη νύχτα στο μαγαζί αφού η πόρτα δεν είχε παραβιαστεί κάποιος τους άνοιξε από μέσα.

Ο νεαρός ντετέκτιβ ζήτησε να αναλάβει την υπόθεση, μα ο Διοικητής της Ασφάλειας αρνήθηκε· επειδή είναι φιγουρατζής και η υπόθεση πήρε αμέσως μεγάλη δημοσιότητα, την κράτησε για πάρτη του.

Ο Διοικητής κήρυξε πανστρατιά.

Εξαπολύθηκε το μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό που γνώρισε ποτέ η πόλη. Με μεγάλη ευκολία κάθε μπάτσος κουβάλαγε καθημερινά δυο τρεις ύποπτους. Το πρώτο διάστημα πάνω από εκατό συνελήφθησαν για ανάκριση. Οι περισσότεροι εισπράξαν τις βουρδουλιές τους και αφέθηκαν ελεύθεροι. Αλλοι ξεχάστηκαν για μέρες στα κρατητήρια. Κάθε τόσο ένας γαλονάτος μπάτσος ανακοίνωνε εμπιστευτικά στους δημοσιογράφους ότι ο δολοφόνος συνελήφθη· σε λίγο η βεβαιότητα κατέρρεε και ξανά από την αρχή.

Έναν μήνα μετά και ενώ είχαν θάψει τους τρεις φουρναραίους, θυμήθηκαν να τους ξεθάψουν για να εξετάσουν οι γιατροί αν πήγαν όλοι από το ίδιο μαχαίρι ή από διαφορετικά. Οι πληγές έδειξαν ότι χρησιμοποιήθηκαν πάνω από δύο μαχαίρια, που σημαίνει δεν ήταν ένας ο δολοφόνος αλλά περισσότεροι.

Αυτό δεν ωφέλησε και πολύ.

Οι μέρες περνούσαν κι ο κόσμος φοβόταν να κυκλοφορήσει όταν νύχτωνε. Οι μαγαζάτορες που είχαν πάρε δώσε με μετρητά αγωνιούσαν για τους δολοφόνους που έμεναν ασύλληπτοι. Οι βουλευτές του Πειραιά επισκέφθηκαν εν σώματι την Αστυνομία για να παραπονεθούν για την έλλειψη ασφάλειας στην πόλη.

Όπως δήλωσαν στους δημοσιογράφους: «Δυστυχώς ο Πειραιεύς έχει αφεθεί εις το έλεος του Θεού».

Τότε παρουσιάστηκε ένας αξιόπιστος μάρτυρας, μηχανικός που έλειπε στα καράβια. Αυτός κατέθεσε ότι περνώντας έξω από τον φούρνο, λίγο μετά τις δέκα το βράδυ, άκουσε από μέσα γέλια και τραγούδια. Προφανώς οι φουρναραίοι τα κοπάναγαν είτε μόνοι είτε με άλλους. Εύκολα εντοπίστηκε η παρέα τους στο νυχτερινό γλέντι· δυο αχθοφόροι του Λιμανιού, ένας Αρμένης κι ένας Αλβανός.

Αυτοί δήλωσαν ότι έμειναν με τα θύματα ως τις έντεκα και μετά γύρισαν σπίτια τους. Υπήρχε όμως και τρίτος μουσαφίρης που έμεινε όταν έφυγαν ίσως και να κοιμήθηκε στον φούρνο. Δεν ήξεραν ποιος είναι αλλά τον περιγράψανε: Αλβανός που δεν μίλαγε καθόλου ελληνικά, ψηλός, μαυριδερός και αγριόφατσα.

Ο Διοικητής έκανε αμέσως τον συνειρμό.

Όπως τον είχαν πληροφορήσει, ο κυρ Φώτος είχε έναν βοηθό που έμοιαζε ακριβώς στην περιγραφή και τον είχε απολύσει γιατί δεν φερόταν ευγενικά στους πελάτες. Εκείνος αποχώρησε με απειλές. Μπορεί να μην ήταν Αλβανός, όμως όλα τα υπόλοιπα ταίριαζαν· μάλιστα είχε φάτσα τόσο άσκημη και άγρια, που τον φώναζαν Μπουλντόγκ.

Αυτός είναι, συμπέρανε.

Σίγουρος ότι έχει τον ένοχο, έστειλε σήμα σ’ όλη τη χώρα να βρεθεί ο καταζητούμενος. Ο ντετέκτιβ δεν συμμεριζόταν τη βεβαιότητα του προϊσταμένου του, μα εκείνος τον αγνόησε. Οι εφημερίδες με πληροφορίες των μπάτσων έγραφαν κατεβατά ολόκληρα για τον «απαίσιο δολοφόνο Μπουλντόγκ». Τον παρουσίαζαν σαν ανθρωπόμορφο τέρας που έπινε το αίμα των θυμάτων του. Κι όταν ανακάλυψαν ότι και ο πατέρας του υπήρξε παράνομος, δεν τον έσωζε πια τίποτα από τις στήλες των εφημερίδων και την οργή του κόσμου.

Τον επικήρυξαν για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό της εποχής και οι πληροφορίες έφταναν σωρηδόν από όλα τα σημεία της χώρας. Το ανθρωποκυνηγητό έγινε πανελλήνιο· τον είδαν σε μια βάρκα στη Χαλκίδα, σε μια καλύβα στον Πλαταμώνα, σε ένα μαγαζί στα Καλάβρυτα να κρατάει ματωμένα χαρτονομίσματα.

Ώσπου τον τσάκωσαν.

Ο Μπουλντόγκ κρυβόταν σε χωριό έξω από το Κιάτο κι όπως μεταδόθηκε εγκύρως, είχε ήδη ομολογήσει την πράξη του στον εκεί ενωμοτάρχη που τον ανέκρινε πρώτος. Οι εφημερίδες ενημέρωσαν τον κόσμο ότι ο δολοφόνος θα ερχόταν με το πρωινό τρένο από την Πελοπόννησο.Έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό συγκεντρώθηκαν χι-λιάδες περίεργοι να δουν τον απαίσιο σφαγέα των τριών φουρναραίων, με την αποκρουστική όψη.

Ο φιγούρας Διοικητής οργάνωσε ρωμαϊκό θρίαμβο.

Με ανοιχτό αμάξι παρέλαβε τον καταζητούμε-νο σιδηροδέσμιο, κάθισε κι αυτός μέσα και παρέλασαν από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης.

Ο Διοικητής κορδωτός και γελαστός χαιρετούσε σαν πολιτικάντης· ο Μπουλντόγκ έντρομος έκρυβε το πρόσωπό του και ο κόσμος εξαγριωμένος να ωρύεται, να θέλει να τον λιντσάρει.

– Σκοτώστε τον.
– Τι τον κρατάτε.
– Δολοφόνε, θα πεθάνεις.

Μα ήρθαν όλα τούμπα.

Στην ανάκριση αποδείχτηκε πέρα από κάθε αμφιβολία πως ο Μπουλντόγκ τον καιρό του τριπλού φονικού δούλευε γκαρσόνι στο Ξυλόκαστρο. Το βεβαίωσαν ο ιδιοκτήτης του καφενείου κι ο τοπικός ενωμοτάρχης, που του σέρβιρε καθημερινά τον καφέ του. Η μπατσία κι ο Διοικητής ρεζιλεύτηκαν κι αναγκάστηκαν να αφήσουν τον Μπουλντόγκ ελεύθερο.

– Αφού είσαι αθώος γιατί κρυβόσουν; πέσαν πάνω του οι απογοητευμένοι δημοσιογράφοι που έχασαν τα νέα πρωτοσέλιδα.
– Φοβόμουν.
– Τι φοβόσουν;
– Ε… Λέγανε ότι έκανα αυτά τα πράματα.
– Δεν τα έκανες;
– Όχουου… Είπα όχι.

Ο Διοικητής δεν μιλιόταν· το στραπάτσο ήταν μεγάλο. Με τα αυτιά πεσμένα φώναξε τον νεαρό ντετέκτιβ.

– Κοίτα τι θα βρεις… Έχεις ένα μήνα.
– Μου φτάνει.

Ο ντετέκτιβ πίστευε ακράδαντα ότι μια τόσο άγρια δολοφονία έγινε από ψυχρούς φονιάδες. Κάποιους που είχαν ξανασκοτώσει και ήξεραν πώς να το κάνουν δηλαδή, της Τρούμπας καϊνάρια. Άλλωστε δυο βήματα απέχει ο φούρνος από την αμαρτωλή συνοικία· κι αν δεν το έκαναν κάποιοι από τους γνωστούς νταήδες, δεν γίνεται να μην ξέρουν αυτοί τους δράστες.

Ο ντετέκτιβ έκανε τη νύχτα μέρα.

Στο γραφείο πήγαινε για λίγο το πρωί, την υπόλοιπη μέρα ξεκουραζόταν κι έβγαινε για κυνήγι τη νύχτα ως τα χαράματα. Πότε μεταμφιεσμένος σε αλήτη, πότε σε ναυτικό, γύρναγε στα στέκια της περιοχής να μαζέψει πληροφορίες.

Έξυπνος, σκληρός κι αποφασισμένος, είχε ανθρώπους παντού· στην κοριτσιέρα της περιβόητης Καρεκλούς που ήταν πέρασμα για τους μόρτες, στην άλλη της Αρχόντως, στου Βιτζιλαίου το μαγαζί που χόρευε η πανέμορφη Μαριγάμπα, στου Κρανιδιώτη που εμφανιζόταν η Αμέλια, στης Γιαννούς, στης Λαρύγγως, στου Μιχαλόπουλου με τον γίγαντα μπράβο, 2,15 μπόι, που ήταν δοτής του, στου Μπέη και σε κάθε δυσπρόσιτη κι επικίνδυνη τρύπα που ήταν σχεδόν αδύνατον να εισχωρήσει άλλος αστυνομικός.

Έσπασε τα πόδια του αλλά κάτι βρήκε.

Έδωσε εντολή να συλλάβουν ένα επιφανές μούτρο της Τρούμπας και να τον ρίξουν στο μπουντρούμι σε πλήρη απομόνωση. Αν δεν είχε συμμετάσχει ο ίδιος στην τριπλή δολοφονία, ήξερε πάντως πολλά για αυτή. Αφού τον άφησε δυο μέρες να καβουρντίζεται μόνος του, διέταξε να τον ανεβάσουν στο γραφείο του.

Ένας μπάτσος έφερε δεμένο τον μόρτη κι έμεινε να τον φυλάει. Μια ιδιότυπη μονομαχία ξεκίνησε μεταξύ του σκληρού νταή και του νεαρού μπάτσου.

Όταν μπήκε ο κρατούμενος, ο ντετέκτιβ είχε στα χέρια κι έπαιζε εκφοβιστικά ένα αστυνομικό «βούνευρο», δηλαδή μια βοϊδόπουτσα· όπου και να σε πάρει, ο πόνος φτάνει στην ψυχή σου.

– Λοιπόν, εγώ σου προτείνω να τα πούμε με το καλό, του λέει.
– Δεν… δεν ξέρω τι… έκανε ο άλλος ανήσυχος, καθώς η πληγωμένη του περηφάνια και η διήμερη απομόνωση στο σκοτεινό μπουντρούμι τού είχε πάρει την πολλή αψάδα.
– Θέλω να μου τα πεις όλα. Κάτσε κι άνοιξέ μου την καρδιά σου. Σαν να μιλάς σε φίλο. Με την ησυχία σου. Θες καφέ, τσιγάρο, ό,τι θες… Αλλά δε φεύγει αποδώ κανείς μας πριν τα πούμε όλα.

Ο μόρτης κάθισε χαμένος.

– Δεν… προσπάθησε να πει πάλι.
– Μη… Μην το χαλάς τώρα. Ακόμα δεν αρχίσαμε. Είπαμε θα τα πούμε σαν φιλαράκια.
– Τι να πούμε;
– Για το φούρνο.
– Ποιο φούρνο;
– Μη μου κάνεις το χαζό. Τρεις ανθρώπους σφάξατε με τα φιλαράκια σου.
– Όχι, όχι… Είσαι λάθος. Δεν έκανα τίποτα.
– Εγώ σε πιστεύω. Εσύ θα μου πεις ποιος το έκανε. Και μην ακούσω «δεν ξέρω». Ξέρεις.

Αυτός κατέβασε το κεφάλι και μουγκάθηκε.

Είναι φανερό ότι κάτι ήξερε αλλά δεν ήθελε να καρφώσει. Φοβόταν το ρεζίλεμα ή την εκδίκηση. Όμως το ηθικό του είχε γκρεμιστεί.

Ο ντετέκτιβ άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του και πήρε μια μικρή τανάλια.

– Καλώς. Αφού το θες έτσι… Βγάλ’ του τα παπούτσια, λέει στον φρουρό.

Ο μόρτης αλλοφρόνησε.

Δεν θα το άντεχε τέτοιο μαρτύριο με τα βγαλμένα νύχια· τινάχτηκε από την καρέκλα κι έφυγε σφαίρα να πηδήσει απ’ το ανοιχτό παράθυρο να σκοτωθεί. Αλλά σβέλτος ο φρουρός τον άρπαξε και τον οδήγησε να κάτσει πάλι.

– Από εμένα δε γλιτώνεις, του λέει ήρεμα ο ντετέκτιβ, σαν να μη συνέβη τίποτα. Θα μιλήσεις.
– Τι να πω; Δεν ξέρω…
– Ξέρεις. Ποιον φοβάσαι και δε μιλάς;
– Θα με φάνε.
– Ποιοι;
– Είναι λύκοι αυτοί.
– Σε πληροφορώ, εγώ είμαι χειρότερος. Λέγε.
– Τη «δουλειά» με τους φουρνάρηδες δεν τηνκάναμε εμείς.
– Ποιος την έκανε;
– Μμμ…
– Βγάλ’ του τα παπούτσια.
-Έλεος, κυρ αστυνόμε.
– Μίλα.
– Οι Αλβανοί…
– Τι είπες, ρε;
– Την αλήθεια λέω… Οι Αλβανοί τους σφάξανε.

Το μυαλό του ντετέκτιβ έτρεξε.

Καθόλου απίθανο οι τρεις φουρναραίοι, σαν Ηπειρώτες στην Τσαμουριά, να είχαν προηγούμενα με τίποτα Τσάμηδες.

– Πρόσεξε, φουκαρά μου, αν λες αλήθεια, δε μιλάμε για έγκλημα, αλλά για εθνική υπόθεση. Θέλω λεπτομερή περιγραφή, αλλιώς θα σε κατηγορήσω για προδοσία. Και ξέρεις τι σημαίνει αυτό… Τουφέκι.
– Θα σ’ τα πω όλα.

Ο νεαρός αξιωματικός έδωσε εντολή στον φρουρό να τους αφήσει μόνους κι έκλεισε την πόρτα του γραφείου του. Έμειναν οι δυο τους. Κανείς δεν έμαθε τι ειπώθηκε· το ζήτημα είναι ότι ο μόρτης σε τρεις ώρες αφέθηκε ελεύθερος.

Η υπόθεση για την αστυνομία έκλεισε.

Μπήκαν όλα τα στοιχεία σ’ έναν φάκελο και παραδόθηκαν στην ελληνική κυβέρνηση. Ο νεαρός ντετέκτιβ ενώ συχνά αναφερόταν σε παλιές υποθέσεις, γι’ αυτή δεν μίλησε ποτέ και σε κανέναν.

Πολλά χρόνια μετά, ακούστηκε κάτι.

Ένας Αλβανός μετανάστης στην Αμερική διηγήθηκε σε φίλους ότι εκτελώντας εντολή της αλβανικής κυβέρνησης είχε σκοτώσει για εθνικούς λόγους τρεις Ηπειρώτες φουρναραίους.

Σημειώνω ότι από τις λέξεις του πεζογραφήματος στο γλωσσάρι περιέχονται οι εξής:

δοτής = καρφί, ρουφιάνος

μπατσία/ μπατσαρία = αστυνομία.

Όπως είπα πιο πάνω, στο ίδιο περιστατικό έχει αναφερθεί και ο Βάρναλης. Στο χρονογράφημά του «Στα πεταχτά», δημοσιευμένο τον Αύγουστο του 1952, που το έχω συμπεριλάβει στον τόμο «Αστυνομικά», ο Βάρναλης αναφέρεται στην τριπλή δολοφονία και κυρίως στις αλλεπάλληλες συλλήψεις υπόπτων από την αστυνομία:

Πριν από μισόν αιώνα, περίπου, η δολοφονία των «τριών αρτοποιών» στον Πειραιά είχε συγκινήσει τη δημοσία γνώμη. Οι ένοχοι δεν βρεθήκανε ποτές. Όμως γίνανε πολλές συλλήψεις υπόπτων.

Ένας από τους υπόπτους ήτανε κι ο νεαρός Μισυρλής. 18 χρονών παιδί, που συνελήφθη τρία χρόνια μετά το έγκλημα, δηλ. όταν θα έπρεπε να ήτανε 14-15 ετών και να σκοτώσει αυτό το νιάνιαρο τρεις μαντράχαλους!

Κι όμως! Είχε καταγγελθεί από έναν άλλον αρτοποιό. Γιατί; Ο καταδότης «είχε προηγουμένας αφορμάς εναντίον του πατρός του νέου, επειδή κάποτε αυτός τον είχε καταγγείλει εις την αστυνομίαν ως πωλούντα λιποβαρείς άρτους»!

Αυτή η μηχανή των σημερινών σκοτεινών καιρών δεν είναι σημερινή.

Αλλά συνέβη και κάτι άλλο πιο χαρακτηριστικό. Μαζί με τους άλλους υπόπτους αναζητήθηκε κι ένας καραγκιοζοπαίχτης. Μόλις έμαθε ο ζάβαλης φονέας των σκιών, πως ενοχοποιείται για φονιάς πραγματικών ανθρώπων, πήρε τα βουνά και κρύφτηκε μήνες στις σπηλιές.

―Κάλλιο οι λύκοι παρά οι άνθρωποι, σκέφτηκε.

―Για να κρύβεται, θα πει, πως είναι ένοχος, γράφανε οι εφημερίδες.

Όταν αργότερα αποδείχτηκε το «άλλοθί» του κατέβηκε στους ανθρώπους.

―Γιατί δεν παρουσιαζόσουν αμέσως στη Δικαιοσύνη ν’ αποδείξεις την αθωότητά σου; τον ρωτήσανε.

―Τι έκανε λέει; Τι σημασία έχ’ η αθωότητα! Έπρεπε και να την αποδείξω.

Οπωσδήποτε οι λεπτομέρειες που θυμάται ο Βάρναλης είναι διαφορετικές από εκείνες που διηγείται ο Χαριτόπουλος αλλά δεν χωρεί αμφιβολία πως αναφέρονται στην ίδια υπόθεση. Και δεν αποκλείω στα σχόλιά σας να μπορέσετε να εντοπίσετε με μεγαλύτερη ακρίβεια πότε έγινε η τριπλή δολοφονία.


Πηγή: sarantakos.wordpress.com