O Nίκος Ψιλάκης βρέθηκε χθες το απόγευμα στο βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκη για μια γνωριμία και συζήτηση με τους φίλους του καλού βιβλίου.
Οι αναγνώστες του νέου του βιβλίου Πολυφίλητη, με θέμα την πολύχρονη πολιορκία του Χάνδακα από τους Τούρκους, είχαν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν και να συνομιλήσουν μαζί του. Μέσα από έναν γόνιμο διάλογο ξεδιπλώθηκαν οι πτυχές του βιβλίου και της ιστορίας που πραγματεύεται.
 
Η παρουσίαση του βιβλίου από την Γεωργία Καρβουνάκη

Πολυφίλητη. Μια ακόμη αξιόλογη συγγραφική δουλειά του Νίκου Ψιλάκη πήρε όνομα και όψη. Ένα βιβλίο γραμμένο με σεβασμό στην ιστορία και στη γλώσσα του τόπου μας. Μέσα από μια μυθοπλασία που ξεκινά με την αρχή της πολιορκίας του Χάνδακα και φτάνει στην πτώση, όπου  ξεδιπλώνονται οι τελευταίες, τραγικές ώρες του κάθε ήρωα και της πόλης της ίδιας.

«1647, Μάιος μήνας. Κάθομαι σκεφτικός στο κλουβί μου και συλλογιέμαι. Τίποτ’ άλλο δε μπορώ να κάμω. Συλλογιέμαι μονάχα. Οι πύλες έκλεισαν, οι άνθρωποι πηγαινοέρχονται ζαλισμένοι. Μόλις αυτές τις μέρες άρχισε μια μεγάλη πολιορκία. Κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει, κανείς δεν ξέρει πότε και πώς θα τελειώσει. Κάθε μέρα μαστορεύουν γύρω μου καινούργια κλουβιά.

Περπάτησα στους δρόμους. Κίνηση φοβερή. Όλοι γεμίζουν τα κελάρια τους. Μαγερέματα κι αλεύρι, αλίπαστα κρέατα και λιόκαφτα ψάρια. Άδειασαν τα μαγαζιά».

Έτσι θα μπορούσε να ξεκινά η ιστορία στην Πολυφίλητη, του Νίκου Ψιλάκη.

Αλλά θα μπορούσε να ξεκινά κι αλλιώς: «Άρπαξε το μωρό στην αγκαλιά της, κρέμασε μ’ ένα βαστάγι τα ξυλοπάπουτσα στη μέση και ξεχύθηκε στο δρόμο».

Η παράλληλη ιστορία μιας πολυφίλητης πόλης, του Χάνδακα, και μιας πολυφίλητης γυναίκας, της Φραντζέσκας. Πλάι-πλάι περπατούν στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Η μια καθηλωμένη, κλεισμένη μέσα σε τείχη ψηλά και άπαρτα η άλλη στους δρόμους προσπαθώντας να εξασφαλίσει στο παιδί της μια μοίρα διαφορετική από τη δική της.

Κάπου συναντώνται, η πόλη και η γυναίκα. Μάνες είναι και οι δυο, προσπαθούν να σώσουν την ιστορική της συνέχεια και τα κεκτημένα της η μια, το παιδί της η άλλη. Η περιπέτεια της μιας γίνεται φυλακή της άλλης. Δέσμιες και οι δυο μιας μοίρας που δεν την ορίζουν οι ίδιες. Κι όμως κι οι δυο έχουν κάποιους που τις υπερασπίζουν με ψυχή κι αυτή είναι η ευχή απέναντι στην κατάρα που τις δέρνει. Τελικά βγήκαν κερδισμένες ή χαμένες;

Πόλη και γυναίκα, μέσα στα ίδια τείχη, μετρούν τις μέρες και τα χρόνια, χάνουν τα παιδιά τους από τη μανία του πολέμου, από τη φοβερή αρρώστια, την πανώγλα, από την πείνα, από την κοινωνική αναταραχή. Φθίνουν μέρα με τη μέρα. Δέχονται κι οι δυο προξενητάδες και προξενήτρες για να συναινέσουν και να δοθούν στον αφέντη που τις πολιορκεί, σ’ αυτόν που δίνει ψεύτικες υποσχέσεις και δαχτυλιδάκια φτιαγμένα από σύρμα, στον πολεμιστή ή στον αλχημιστή. Γίνονται αντικείμενο συναλλαγής, βρίσκουν συμμάχους και προστάτες.

Συνομιλούν οι δυο τους σε μια γλώσσα γεμάτη γοητεία, κεντημένη με τα καλύτερα πλουμίδια μιας ελληνικής με πηγές στις αρχαίες δωρικές ρίζες και μιας πλούσιας σε εκφραστικότητα ιταλικής, της βενετσιάνικης διαλέκτου. Η κρητική διάλεκτος όπως τη θυμάμαι κι εγώ από τη γιαγιά μου, κυρίως, αλλά και από τους γονείς μου κι όπως ακόμη τη μιλούν στα χωριά της Κρήτης οι μεγαλύτεροι. Λέξεις χαμένες από καιρό, που για τα παιδιά μας δεν σημαίνουν πια τίποτα. Το καλιμέντο, η καμιζόλα, τα χρειασίδια, η ματζέτα, το κανίσκι, ο βιλλάνος, η μπολίδα, το λαχάρικο, το σκουτελικό.

Κάποιοι  τόποι ευνοήθηκαν περισσότερο από άλλους και η ιστορία τους είναι παλιότερη, είναι πλουσιότερη, είναι γνωστή και άγνωστη. Είναι πατρίδες που η μοίρα τους έταξε να πλουτίζουν τις σελίδες της δικής τους ιστορίας με αίμα. Να κατακτώνται, να πουλιούνται και να αγοράζονται. Κυρίως, όμως, να αντιστέκονται και να επαναστατούν, να υπερασπίζουν την τύχη τους.

Μια τέτοια πατρίδα είναι η δική μας, η Κρήτη.

Η ιστορική περίοδος στην οποία αναφέρεται το βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη Πολυφίλητη δεν μας είναι πολύ γνωστή και οικεία. Τα βιβλία ιστορίας της βασικής μας εκπαίδευσης είχαν επιγραμματικές αναφορές και μόνον. Ποτέ δεν μπήκαμε με κανένα τρόπο  στην καρδιά των γεγονότων. Στη μοναδικότητα της διάρκειας αυτής της πολιορκίας. Στο παρασκήνιο των σκληρών πιέσεων, των διαπραγματεύσεων και των εκβιαστικών πράξεων για να γίνει η παράδοση αυτού του τόπου σε έναν άλλον κατακτητή, εξίσου σκληρό ή και σκληρότερο. Δεν μάθαμε ποτέ με λεπτομέρειες για τις θηριωδίες, την πείνα, την αντίσταση, την αρρώστια. Μόνο να τα φανταστούμε μπορούμε. Εύκολα.

Φυσικά, ποτέ δεν υπήρξε τρόπος να μπούμε και στις ζωές των αποκλεισμένων ανθρώπων, που μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, έβλεπαν την ελπίδα να γλιστράει, τρομαγμένη κι αυτή, ανάμεσα στις μπομπάρδες των Τούρκων, για να σωθεί.

Μπήκαμε τώρα, μέσα από τις σελίδες της Πολυφίλητης, γνωρίσαμε και σε κάποιες περιπτώσεις ταυτιστήκαμε κιόλας με τους ανθρώπους του πολιορκημένου Χάνδακα, της πόλης που γνώρισε, στη μακραίωνη πορεία της μέσα στην ιστορία, πίκρες και χαρές και δόξες, σαν να ήταν ένας άνθρωπος.

«..αληθινή ιστορία είναι οι ζωές των ανθρώπων..»λέει ο Μανέας, ένας από τους βασικούς ήρωες του βιβλίου. Ήρωες με χαρακτήρες χτισμένους γερά από την πένα του Νίκου Ψιλάκη, τόσο γερά όπως τα τείχη της πολιτείας που, όμως, εκείνα έμελλε να καταρρεύσουν μια μέρα, σε αντίθεση με τους ήρωες που φάνηκαν συνεπείς στον ρόλο τους μέχρι τέλους.

Ονόματα που σήμερα ξενίζουν λίγο και σπανίζουν πια, αλλά που τότε ήταν πιο συνηθισμένα, με ολοφάνερες επιρροές από την παιδεία και τη θρησκεία που επέβαλε η Γαληνοτάτη. Η Φραντζέσκα, ο Αγουστής, ο Μανέας, ο κυρ Λέο, η Νικολόζα, ο Αλέξιος, ο Γερώνυμος, η Εργινούσα, η Ραχήλ. Την ιστορία υποστηρίζουν με την παρουσία τους δευτερεύοντες αλλά σημαντικοί χαρακτήρες, όπως η δυναμική κερά Πελεγρίνα, ο κυρ Μανουήλος, η κερά Κορναρόλα, η κερά Μαθιά, ο απών αλλά σημαντικός μισέρ Τζάκομο και πολλοί άλλοι, άνθρωποι του προσκήνιου αλλά και του περιθωρίου σαν την Αρωγαλίδα ή τον Κουρνόποδα.  Βυζάστρες, φαμέγιες, οι απαραίτητες πολιτικές γυναίκες, ο μουράρος, ο σπετσέρης, ο σγουράφος, ο σαλουμάρος, ο χρυσικός, ο νοδάρος συναπαρτίζουν την κοινωνία μέσα στην οποία κινούνται και δρουν οι ήρωες. Πάνω απ’ όλους κι απ’ όλα, τα νήματα κινεί ο εκλαμπρότατος άρχος, ο μισέρ Λορέντζος, το πρόσωπο που ανοίγει και κλείνει, κατά κάποιο τρόπο, την ιστορία μας.

Έρωτες γεννήθηκαν και πέθαναν στη δίνη των γεγονότων. Παιδιά είδαν το πρώτο φως της ζωής μέσα σ’ αυτή την πόλη, την πολιορκημένη, που άλλο τόπο από τους δρόμους της δεν γνώρισαν, δεν είδαν ποτέ την εύφορη γη και τα ψηλά βουνά που βρίσκονταν έξω από τα τείχη της φυλακής τους.

Άνθρωποι στραπατσαρισμένοι από τη μακραίωνη ενετική κατοχή, διπλά υπόδουλοι των κατακτητών και του φεουδαρχικού καθεστώτος που επέβαλαν, με τους χωρικούς δουλοπάροικους και την άρχουσα τάξη να ζει πλουσιοπάροχα από τον κόπο τους και να συναλλάσσεται με αντάλλαγμα τη ζωή τους.

Οι «ευγενέστατοι άρχοντες και εκλαμπρότατοι αφέντες»που αγόρασαν φθηνά από τον Βονιφάτιο Μομφερατικό την καλὴ καὶ πίειρα, την περίρρυτο Κρήτη, το νησί που είχε την τύχη να βρίσκεται στο σταυροδρόμι του οίνοπα πόντου[1], υπήρξαν σκληροί. Δουλειά, φορολογία, κανίσκια, αγγαρείες. Αλλά και όταν με τα χρόνια εξασθένισε το φεουδαρχικό σύστημα των Ενετών οι μόνοι που επωφελήθηκαν ήταν οι άρχοντες και οι τσιταδίνοι, οι αστοί. Οι χωρικοί, ευάλωτοι στις μάταιες υποσχέσεις, έφτασαν στο σημείο, αδικημένοι και δυσαρεστημένοι, να προσχωρήσουν στο τουρκικό στρατόπεδο με την ελπίδα ότι θα έβρισκαν καλύτερη αντιμετώπιση.

Η ηρωίδα του βιβλίου,  η Φραντζέσκα, λέει γι αυτό: «Ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος του κόσμου είναι εκείνος που αναγκάζεται να διαλέγει αφεντάδες. Όσοι αφέντες κι αν αλλάξουν, ο δούλος δεν αλλάζει..δούλος μένει».

Το κλίμα,  όπως το περιγράφει στο βιβλίο του ο Νίκος Ψιλάκης:

«Οι Καστρινοί συντάσσονταν όλοι με τους Βενετσιάνους.  Οι χωριάτες ήταν διχασμένοι τον καιρό που περίμεναν την επίθεση. Ακόμη κι αυτοί που δεν ήθελαν τους Αγαρηνούς κατηγορούσαν τους Βενετσιάνους «Μας αγγαρεύουν να χτίζομε τείχη για τους άλλους, περιτειχίζομε τις πόλεις για να προφυλάγονται οι άρχοντες. Οι αστοί δεν χτίζουν, δεν κάνουν αγγαρείες. Κι όταν έρθει η ώρα του πολέμου εμείς είμαστε τα εύκολα θύματα. Ζούμε έξω από τα τείχη κι εκείνοι προστατεύουν τις ζωές τους και τα σπίτια τους με τα έργα των δικών μας χεριών».

Ο Χάνδακας, φθίνει, καταρρέει και πεθαίνει μέρα με τη μέρα. Η anima της Βενετίας, η ψυχή της, ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της εποχής. Κέντρο τεχνών αλλά και εμπορίου, που τροφοδοτούσε τη Βενετιά με τα περίφημα προϊόντα της εύφορης Κρήτης, λάδι, τυριά, κρασιά, μέλι και σιτηρά, σταφίδα και μπαμπάκι. Ευημερούσαν οι αρχόντοι κι η Βενετία πλούταινε.

Τα γεγονότα δεν επιτρέπουν πια να διατηρηθεί η ελπίδα ακέραιη. Διαβάζουμε σε άλλη σελίδα του βιβλίου:

«Οι νεκροί φοβερίζουν. Φρίκη και αναγούλα. Μια πυραμίδα κεφαλές απέναντι από την καστρόπορτα. Οι περισσότεροι ήταν Φράγκοι κι είχαν έρθει για να καταδιώξουν  τους πολιορκητές. Μαζί τους κι ο παπάς από την Παναγιά των Καπουτσίνων. Λιπόσαρκος σαν ασκητής, ασπρογένης. Μέχρι τον μπέτη του έφτανε η γενειάδα. Καλός άνθρωπος. Οι πολεμιστές πορεύονταν με τα όπλα κι αυτός με τον σταυρό. Κι όταν άρχισε το μακέλεμα, έστεκε πάνω από τον κάθε νεκρό και ψαλμούδιζε. Τον πετσόκοψαν».

Οι κομμένες κεφαλές, η πείνα, η πανούκλα, οι μπομπάρδες, η άτιμη διαπραγμάτευση με τους χωρικούς, ήταν το κλίμα για 21 χρόνια. Κι όταν πια δεν είχε απομείνει ελπίδα η φυγή ήταν η μόνη λύση.

«Φωνές στο δρόμο. Ο δημόσιος κήρυκας. Κάτι έλεγε για γαλέρες που σαλπάρουν, όσοι είχαν αποφασίσει να φύγουν έπρεπε να βιαστούν».

Όσοι, τελικά, αποφάσισαν να φύγουν μάζεψαν σε μπόγους και κασέλες τα υπάρχοντά τους και κατέβηκαν στο λιμάνι. Σκηνές τραγικές, κάθε άνθρωπος έκλαιγε τη δική του μοίρα και όλων μαζί, με τα μάτια στην πολυφίλητη πατρίδα που εγκατέλειπαν.

«Ένας ακρόγερος ναυτικός, ξεγυμνωμένος από τη μέση και πάνω, χοροπηδούσε από τα νεύρα του στο κατάστρωμα. Αναθεμάτιζε τους αρχόντους του Κάστρου, αυτοί φταίγανε, έλεγε, για όλα, αυτοί φταίγανε που έπεσε η πόλη, γιατί δεν κάνανε τίποτ’ άλλο παρά να ξεζουμίζουν τους κακομοίρηδες τους χωριάτες, τους μόνους που θα μπορούσαν να βαστάξουν όπλα και να πολεμήσουν. Κι όταν είδαν  την πόλη να χάνεται, κάργαραν τις κασέλες με χρυσαφικά κι ασημικά, κουβάλησαν το πλούτος τους στο λιμάνι για να το πάρουν μαζί τους, να ζήσουν ζωή χαρισάμενη και στα ξένα».

Η ιστορία της Φραντζέσκας δεν τελειώνει στο λιμάνι. Ούτε και της πόλης, όμως, με την κατάκτηση από τους Αγαρηνούς. Συνεχίζεται στους αιώνες που ακολούθησαν, με φανερά τα σημάδια που άφησε η κάθε περιπέτεια, καλή η κακή. Οι μνήμες είναι χαραγμένες σε κάθε γωνιά, σε κάθε σοκάκι, σε κάθε κτήριο, στη γλώσσα μας. Και σε κάποια βιβλία, σαν την Πολυφίλητη, του Νίκου Ψιλάκη.

 

[1] Όπως περιγράφει την Κρήτη ο Όμηρος στη Ραψωδία τ της Οδύσσειας


Πηγή: pancreta